Η σύντομη ευτυχία της γιαγιάςΚι έτσι, μέσα σε μια στιγμή γέλιου και αναμνήσεων, η γιαγιά ένιωσε την ευτυχία να ανθίζει ξανά, πριν σβήσει σαν φθινοπωρινό φύλλο.

Η Ελένη στεκόταν πίσω από την πόρτα της κουζίνας και άκουγε με προσοχή τη συνομιλία των γονιών της. Η κουβέντα ήταν για εκείνη, ή μάλλον για εκείνη και τον Σέργιο.

Οι συζητήσεις για τον γάμο είχαν αρχίσει εδώ και καιρό. Τα δύο παιδιά ήταν μαζί τρία χρόνια, αγαπιόνταν. Με τον γάμο όλα ήταν ξεκάθαρα, το βασικό δίλημμα ήταν πού θα μείνουν μετά. Οι οικογένειες ήταν μεσαίες, δεν είχαν χρήματα να πετάνε, ζούσαν σε συνηθισμένα διαμερίσματα.

Δεν ήθελαν να μείνουν με τους γονείς, κι εκείνοι συμφωνούσαν πως το νέο ζευγάρι πρέπει να ξεκινήσει μόνο του. Η Ελένη είχε ακόμα ένα χρόνο σπουδές, ο Σέργιος δούλευε, αλλά αν νοίκιαζαν σπίτι, το μισό του μισθού θα πήγαινε στο ενοίκιο. Οι γονείς θα βοηθούσαν, αλλά η Ελένη πίστευε πως δεν είχε νόημα να τους επιβαρύνουν, όταν μπορούσαν απλώς να περιμένουν έναν χρόνο, μέχρι να αρχίσει κι εκείνη να δουλεύει. Ο γαμπρός όμως δεν ήθελε να περιμένει, προτιμούσε να νοικιάσει, έστω κι αν ήταν δύσκολα, για να είναι μαζί της.

Η Ελένη είχε γιαγιά, την Ουρανία, που ζούσε μόνη της. Ήταν ογδόντα δύο χρονών, αλλά κανείς δεν την έλεγε γριά. Φρόντιζε τον εαυτό της, ήταν διαυγής, δεν χρειαζόταν βοήθεια. Είχε βέβαια χρόνια προβλήματα: πόναγαν οι αρθρώσεις, περπατούσε με μπαστούνι, η καρδιά της ήταν αδύναμη, έβλεπε λίγο.

Γι’ αυτήν, για το διαμέρισμα της γιαγιάς, μιλούσαν τώρα οι γονείς.

— Σε αυτή την περίπτωση, η μόνη λύση είναι να πάρουμε τη μαμά στο σπίτι μας και να δώσουμε το δικό της στην Ελένη και τον Σέργιο, επέμενε η μητέρα.

— Δεν έλεγες ότι η μητέρα σου έχει δύσκολο χαρακτήρα; Θα τα βγάλετε πέρα; Και ποιος ξέρει αν θα δεχτεί να έρθει, αμφιβάλλει ο πατέρας.

— Η μητέρα μου λατρεύει την Ελένη, θα δεχτεί, είπε σίγουρα η μητέρα.

— Η μητέρα σου, εσύ αποφασίζεις, είπε σκεπτικός ο πατέρας.

— Τι να αποφασίσω; Είναι μεγάλη, έχει αρρώστιες… Μαζί μας θα είναι καλύτερα. Κι αν δεν τα πάμε καλά, θα την βάλουμε σε γηροκομείο. Τι; Μια γνωστή μου έβαλε τη μάνα της, κι είναι ενθουσιασμένη. Οι συνθήκες είναι καλές, δικό της δωμάτιο, φαγητό στην ώρα του, γιατροί δίπλα, βόλτες σε ωραίο πάρκο, είπε με ενθουσιασμό η μητέρα.

— Ε… δεν ξέρω, τράβηξε ο πατέρας. — Τι θα πουν για μας; Ότι ξεφορτωθήκαμε τη μητέρα; Μήπως να περιμένουμε με τον γάμο; Δεν είναι σωστό…

Στην Ελένη δεν άρεσε καθόλου η κουβέντα. Τρίχτηκε το πόδι της καρέκλας στο πλακάκι, κι εκείνη πήρε στις μύτες των ποδιών και πήγε στο δωμάτιό της. Η πρόταση της μητέρας για το γηροκομείο δεν έβγαινε από το μυαλό της. Αγαπούσε τη γιαγιά, πήγαινε συχνά, έμενε και για ύπνο. Και τώρα, η Ελένη θα την έδιωχνε από το σπίτι της; Ο πατέρας είχε δίκιο, δεν γινόταν.

Η Ελένη ένιωθε προδότρια. Αποφάσισε να μιλήσει ξανά με τον Σέργιο.

— Συμφωνώ μαζί σου. Τι να σκεφτόμαστε; Ας μείνει η γιαγιά στο σπίτι της, κι εμείς θα νοικιάσουμε. Θα τα βγάλουμε πέρα. Αλλά τον γάμο δεν θα τον αναβάλουμε. — Ο Σέργιος την αγκάλιασε και τη φίλησε. — Θα ζητήσω από τον πατέρα μου μια δουλειά στο οικοδομικό συνεργείο. Σε έναν χρόνο εσύ αρχίζεις δουλειά. Δεν βλέπω κανένα πρόβλημα.

Το θέμα έμεινε ανοιχτό.

Την επόμενη μέρα, η Ελένη πήγε στη γιαγιά. Στο σπίτι ήταν ακαταστασία, κουτιά παντού, ρούχα στο πάτωμα.

— Γιαγιά, αποφάσισες να ξεκαθαρίσεις ή ψάχνεις κάτι; ρώτησε η Ελένη, κοιτάζοντας γύρω.

— Ξεφορτώνομαι τα άχρηστα. Πέρασε. Ήρθες την κατάλληλη στιγμή, θα με βοηθήσεις. Αποφάσισα να πάω σε γηροκομείο. Τηλεφώνησα ήδη, μου είπαν τι χαρτιά χρειάζονται…

— Η μαμά σε έπεισε; ρώτησε αγανακτισμένη η Ελένη.

— Όχι, μόνη μου. Η μητέρα σου με θέλει κοντά της, αλλά δεν θέλω. Κοιμάμαι άσχημα, τριγυρνάω το βράδυ, ροχαλίζω. Γι’ αυτό διάλεξα το γηροκομείο. Δεν νεώνω, κι εκεί θα με ταΐσουν, θα μου κάνουν ενέσεις αν χρειαστεί. Είναι συνειδητή απόφαση.

— Όχι, γιαγιά, διαφωνώ. Ο Σέργιος θα νοικιάσει σπίτι, μην πας πουθενά, ξαναείπε η Ελένη.

— Δεν είναι για σας, μόνη μου το αποφάσισα. Ταξινομώ πράγματα, βλέπω τι θα πάρω και τι θα πετάξω. Μάζεψα πολλά, πνίγομαι. Βγάλε καλύτερα τα κουτιά από το πατάρι, να δούμε τι έχουν. Δεν τα φτάνω μόνη μου.

Η Ελένη τράβηξε μια καρέκλα, ανέβηκε κι έβγαλε τα κουτιά. Η γιαγιά άνοιξε ένα κι έβγαλε μια θήκη.

— Κοίτα, τόσο καιρό την έψαχνα. Αυτό είναι για σένα. — Την έδωσε στην εγγονή. Μέσα είχε λίγα χρυσαφικά της γιαγιάς: χρυσά κι ασημένια δαχτυλίδια, περιδέραια, καρφίτσες. Η Ελένη τα ξεχώριζε, κι αμέσως δοκίμασε ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια.

— Τι είναι τούτο; ρώτησε, βγάζοντας μια λεπτή βέρα.

— Δικό μου, είπε η γιαγιά, κοιτώντας τη με νοσταλγία.

— Το δικό σου το φοράς στο χέρι, παρατήρησε η Ελένη.

— Κι αυτό δικό μου. — Η γιαγιά πήρε τη βέρα.

— Γιαγιά, πάντα μου έλεγες ότι το ψέμα είναι κακό. Τι μυστικά μου κρύβεις; θύμωσε η Ελένη.

— Δεν λέω ψέματα, αλλά υπάρχουν πράγματα που καλύτερα να μην τα λέμε.

— Γιατί; Αυτό το δαχτυλίδι έχει κάποιο μυστικό, έτσι; Πες μου, επέμεινε η κοπέλα.

— Δεν έχω να πω τίποτα, η γιαγιά έσφιξε τα χείλη. — Τι είναι στα άλλα κουτιά;

Η Ελένη άνοιξε ένα κουτί παπουτσιών. Μέσα είχε κιτρινισμένα γράμματα, έγγραφα, παλιές φωτογραφίες.

— Γιαγιά, ποιος είναι αυτός; Η Ελένη κοιτούσε μια θολή φωτογραφία ενός νέου με στρατιωτική στολή.

Η γιαγιά πήρε τη φωτογραφία. Τα δάχτυλά της έτρεμαν.

— Γιαγιά, είσαι καλά; ρώτησε ανησυχημένα η Ελένη.

— Αυτός είναι ο παππούς σου, είπε ξαφνικά η γιαγιά.

— Πώς; Δεν μοιάζει καθόλου με τον παππού.

— Αυτός είναι ο βιολογικός σου παππούς, είπε σταθερά η γιαγιά. — Ήξερα ότι μια μέρα θα αποκαλυφθεί. Τα μυστικά δεν κρατάνε για πάντα. Θα σου πω, μόνο αν υποσχεθείς να σιωπήσεις, να μην πεις σε κανέναν, ούτε στον Σέργιο, ειδικά στη μητέρα σου.

— Με ίντριγκαρες. Λατρεύω τα μυστικά. Υπόσχομαι, σε καμία ψυχή δεν θα το αποκαλύψω. — Η Ελένη έκανε νόημα σαν να κλείνει φερμουάρ στο στόμα της. Αλλά όταν είδε το αυστηρό βλέμμα της γιαγιάς, σοβάρεψε.

— Ούτε σε μια ψυχή, επανέλαβε η γιαγιά.

Μετά από μικρή σιωπή, άρχισε την ιστορία της.

— Στα νιάτα μου ήμουν όμορφη σαν εσένα.

— Κι ακόμα είσαι ωραία, είπε αμέσως η Ελένη.

— Μη με διακόπτεις. Ακριβώς, ήμουν. Ζούσαμε στο χωριό. Εγώ ήμουν η μεσαία, η μεγαλύτερη αδερφή παντρεύτηκε, κι είχα έναν μικρότερο αδερφό.

Ήμουν δεκαεπτά, εκείνος έντεκα. Μετά τον πόλεμο, πολλά βλήματα είχαν μείνει στο έδαφος. Οι Γερμανοί, όταν έφυγαν, είχαν ναρκοθετήσει χωράφια και δρόμους. Ο αδερφός μου με φίλους ψάχνανε για κάλυκες, όπλα, λάφυρα. Μια μέρα πάτησε νάρκη και ανατινάχτηκε.

Ήρθαν τότε στρατιώτες να αποναρκοθετήσουν το χωράφι. Ένας όμορφος, μπήκε στο σπίτι με τη μητέρα μου. Τον είδα και τον ερωτεύτηκα. Έφυγαν. Νόμιζα ότι δεν θα τον ξαναδώ. Αλλά γύρισε μετά από ένα μήνα. Για μένα. Η μητέρα μου δεν ήθελε να με αφήσει να φύγω μαζί του, αλλά τον έπεισα.

Με πήγε στην πόλη, στη στρατιωτική μονάδα όπου υπηρετούσε. Παντρευτήκαμε αμέσως. Μέναμε σε ένα μικρό δωμάτιο στον κοιτώνα. Το κρεβάτι έτριζε φριχτά. Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι. Κανέναν άλλον δεν αγάπησα τόσο… — Το βλέμμα της γιαγιάς θόλωσε, σαν να ήταν ακόμα εκεί. Η Ελένη περίμενε, δεν διέκοπτε.

— Ο Σέργιος πήρε άδεια μιας βδομάδας, και πήγαμε στη θάλασσα. Είχε μια θεία εκεί, σ’ ένα νησί. Το σπίτι της ήταν πάνω στην παραλία. Μπορούσα ώρες να κοιτάζω το απέραντο γαλάζιο, ν’ ακούω τα κύματα. Μα η ευτυχία μας κράτησε λίγο.

Γυρίσαμε στη μονάδα, και δυο μέρες αργότερα ο Σέργιος ξαναέφυγε για αποναρκοθέτηση σε άλλη περιοχή. Είχε έναν φίλο, τον Στέφανο. Αυτός μου έφερε το φριχτό νέο: ο Σέργιος ανατινάχτηκε. Δεν είχαν τι να θάψουν.

Μια βδομάδα ήμουν με πυρετό. Ήθελα να γυρίσω στο χωριό, αλλά κατάλαβα ότι ήμουν έγκυος. Δεν μπορούσα να μείνω στη μονάδα. Πού να πάω; Τότε ο Στέφανος μου πρότεινε να τον παντρευτώ. Του άρεσα πολύ. Είπε ότι έτσι θα έμενα στον κοιτώνα, θα είχα βοήθεια, και το παιδί θα είχε πατέρα. Εγώ αντιστάθηκα, αγαπούσα τον Σέργιο. Του είπα ειλικρινά ότι ίσως να μην τον αγαπήσω ποτέ. Εκείνος δεν το έβαλε κάτω, είπε ότι ο γάμος είναι τυπικός.

Έτσι παντρεύτηκα τον Στέφανο. Για όλους ήμασταν αντρόγυνο, αλλά εκείνος κοιμόταν αλλού. Μετά γέννησα τη μητέρα σου. Εκείνος την αναγνώρισε δική του, την αγάπησε, τη μεγάλωσε σαν παιδί του. Αργότερα ζήσαμε ως αντρόγυνο, αλλά δεν κάναμε άλλα παιδιά. Ήμουν πιστή γυναίκα, αλλά ποτέ δεν τον ερωτεύτηκα. Νομίζω ότι ο Σέργιος δεν με κρατάει κακία. — Η γιαγιά σώπασε.

— Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά της θάλασσας. Ποτέ ξανά δεν πήγαμε. Ο Στέφανος έλεγε ότι θα βγει στη σύνταξη και θα πάμε. Πέθανε όμως έναν χρόνο μετά. — Η γιαγιά αναστέναξε.

Η ιστορία άγγιξε βαθιά την Ελένη.

— Σέργιο, ας πάμε τη γιαγιά στη θάλασσα, στην Πελοπόννησο ή σε κάποιο νησί, είπε στον αρραβωνιαστικό της.

— Ελένη, τα λεφτά είναι λίγα. Για τον γάμο τα μαζέψαμε. Πού θάλασσα; Και με τους κινδύνους στα μέσα μεταφοράς…

— Δεν πάμε σε πόλη, απλά στην παραλία.

— Δεν αντέχει η γιαγιά το ταξίδι. Τι θα κάνουμε εκεί μαζί της; Θέλω να είμαι μόνος μαζί σου, αντιστάθηκε ο Σέργιος.

— Θα πάω μόνη μου αν δεν θέλεις. Αν πάει σε γηροκομείο, δεν θα δει ποτέ ξανά θάλασσα.

Μάλωσαν. Η Ελένη αποφάσισε να πάρει αεροπορικά εισιτήρια. Με τρένο ήταν πολύωρο και κουραστικό, και δεν είχε θέσεις. Η γιαγιά δεν είχε πετάξει ποτέ, αλλά δεν φοβήθηκε, είπε ότι σε αυτή την ηλικία είναι ανόητο να φοβάται. Άντεξε την πτήση.

Μόλις έφτασαν στο ξενοδοχείο, η γιαγιά ήθελε να πάει στη θάλασσα.

— Γιαγιά, μήπως να ξεκουραστούμε πρώτα; ανησύχησε η Ελένη.

— Δεν κουράστηκα. Μόνο για μια βδομάδα ήρθαμε, στο σπίτι θα ξεκουραστώ.

Η γιαγιά στεκόταν στην ακτή, με ένα μακρύ βαμβακερό φόρεμα και ψάθινο καπέλο, κοιτώντας το πέλαγος. Το βλέμμα της θόλωσε πάλι. Φαινόταν να ισιώνει, να νεώνει. Η Ελένη δεν την ενοχλούσε, απομακρύνθηκε λίγο. Τι έβλεπε η γιαγιά, αν έβλεπε κάτι, ή απλώς θυμόταν, δεν ήξερε.

— Γιαγιά, πάμε; τη χτύπησε τελικά στο χέρι η Ελένη.

Η γιαγιά γύρισε από το παρελθόν και χαμογέλασε.

Την επόμενη μέρα, μετά το πρωινό, ξαναπήγαν στην παραλία. Η Ελένη έκανε μπάνιο, η γιαγιά καθόταν κάτω από ομπρέλα και κοιτούσε. Την τρίτη μέρα το πρωί η Ελένη ξύπνησε και δεν βρήκε τη γιαγιά. Ρώτησε τη ρεσεψιονίστ.

— Η ηλικιωμένη κυρία πήγε στη θάλασσα, της είπε.

Η Ελένη τη βρήκε στην ακτή.

— Γιαγιά, γιατί δεν με περίμενες; ρώτησε παραπονεμένα.

— Είδα τον Σέργιο στον ύπνο μου. Τόσα χρόνια δεν τον είχα δει, κι απόψε… Έχω την αίσθηση ότι είναι κι αυτός εδώ. Ήθελα να μείνω λίγο μαζί του. Σ’ ευχαριστώ που με έφερες, — τα μάτια της γιαγιάς γυάλιζαν.

— Γεια σας, ακούστηκε δίπλα τους, και η Ελένη είδε τον Σέργιο.

— Εσύ;

— Εγώ. Αποφάσισα να έρθω. Συγνώμη, είχα άδικο. Δεν μπορώ χωρίς εσένα.

Γύρισαν στο ξενοδοχείο μαζί.

— Δεν πρέπει να πάει η γιαγιά σε γηροκομείο, είπε ένα βράδυ ο Σέργιος. — Συμφωνώ να περιμένουμε έναν χρόνο.

— Δύσκολο να αλλάξει γνώμη. — Η Ελένη είχε λείψει από τον Σέργιο εκείνες τις μέρες. Κι αυτή δεν ήθελε πια να αναβάλει τον γάμο.

— Θα την πείσω, υποσχέθηκε ο Σέργιος.

Και την έπεισε. Βέβαια, η γιαγιά έβαλε όρο να μείνει η Ελένη με τον Σέργιο στο σπίτι της. Αλλά κι εκεί ο Σέργιος κατάφερε να την αποτρέψει.

— Εμείς είμαστε νέοι, θορυβώδεις, θα σας ενοχλούμε. Σας υπόσχομαι όμως ότι θα σας επισκεπτόμαστε συχνά, κάθε μέρα αν θέλετε, θα σας πρήξουμε.

Ο γάμος έγινε στα τέλη Αυγούστου. Η Ελένη κι ο Σέργιος επισκέπτονταν συχνά τη γιαγιά. Μάλιστα, νοίκιασαν σπίτι κοντά της. Κάθε φορά, η γιαγιά ετοίμαζε κάτι νόστιμο και περίμενε με αγωνία να δοκιμάσει ο Σέργιος. Εκείνος δεν τσιγκουνευόταν τα κομπλιμέντα, κι η γιαγιά κοκκίνιζε σαν κορίτσι.

Γενικά, είχαν αναπτύξει μια ξεχωριστή σχέση. Ίσως λόγω του ονόματος, ίσως από αμοιβαία συμπάθεια.

Το μυστικό της γιαγιάς το κράτησε η Ελένη, δεν το είπε σε κανέναν, ούτε στον Σέργιο.

Τον επόμενο χρόνο, σχεδίαζαν πάλι να πάνε στη θάλασσα, και οι τρεις μαζί. Κι εκεί, κοιτώντας το απέραντο γαλάζιο, η Ελένη κατάλαβε ότι η αληθινή αγάπη δεν χάνεται ποτέ, αλλά βρίσκει τρόπους να επιβιώνει μέσα από τις πράξεις και τις θυσίες. Η γιαγιά της δίδαξε πως καμιά απόφαση δεν είναι εύκολη, αλλά όταν γίνεται από καρδιάς, γίνεται δώρο για όλους. Η ζωή είναι γεμάτη μυστικά, όμως η ομορφιά της κρύβεται στο να τα σεβόμαστε και να προχωράμε μπροστά, αγαπώντας χωρίς όρους.

Rate article
News 24 Justall
Η σύντομη ευτυχία της γιαγιάςΚι έτσι, μέσα σε μια στιγμή γέλιου και αναμνήσεων, η γιαγιά ένιωσε την ευτυχία να ανθίζει ξανά, πριν σβήσει σαν φθινοπωρινό φύλλο.