Η Ελένη Παπαδοπούλου παντρεύτηκε αργά (κατά την άποψη της μητέρας της) – στα τριάντα ένα. Κι όμως, είχε καλή εμφάνιση – γκρίζα μάτια, ξανθά ελαφρώς σγουρά μαλλιά ως τους ώμους, γλυκό χαμόγελο.
— Έπρεπε να είχες βρει άντρα νωρίτερα, εσύ όλο σπούδαζες και ντρεπόσουν. Οι φίλες σου διάλεξαν τους καλύτερους γαμπρούς, — γκρίνιαζε η Άννα, η μητέρα της, — και τώρα παίρνεις ό,τι απόμεινε. Δε μου αρέσει ο Γιάννης. Από απλή οικογένεια, οι γονείς του από χωριό, κι έχει έπαρση απίστευτη… Τι είναι αυτό;
Ο Γιάννης είχε όντως δύσκολο χαρακτήρα, εξουσιαστικός, αλαζονικός και ανυπόμονος. Αυτό όμως φάνηκε όταν η Ελένη τον παντρεύτηκε. Στην αρχή κρατιόταν, την πολιορκούσε όμορφα, της έδινε λουλούδια και ήταν προσεκτικός.
Όταν πέρασε ο πρώτος ρομαντικός καιρός του νεαρού ζευγαριού, ο άντρας άρχισε να δείχνει τον χαρακτήρα του, κάνοντας αυθάδεις παρατηρήσεις στην Ελένη για κάθε αφορμή, χωρίς καν να σκεφτεί ότι με τον αυστηρό, διδακτικό του τόνο μπορούσε να την πληγώσει. Αλλά η Ελένη προσπαθούσε, ήθελε να κρατήσει την οικογένεια, άκουγε τον άντρα της, δούλευε σε ένα μελετητικό γραφείο, ήταν σεβαστή στη δουλειά και στο σπίτι τα πρόφταινε όλα, ενώ ο Γιάννης μόνο κατσούφιαζε και ξεσπούσε πάνω της την κακή του διάθεση.
Γεννήθηκε ο Αντώνης, κι όταν το αγόρι άρχισε να αρρωσταίνει και να μην κοιμάται τα βράδια, ο Γιάννης απομακρύνθηκε εντελώς, πηγαίνοντας να κοιμάται στο δεύτερο δωμάτιο για να μην τον ενοχλούν.
Όταν ο Αντώνης ήταν τεσσάρων χρόνων, οι γονείς χώρισαν. Η Ελένη, κουρασμένη από τον χαρακτήρα του άντρα της, αποφάσισε να μεγαλώσει μόνη τον γιο της, κι ο Γιάννης με μια ελαφρότητα που πόνεσε περισσότερο την Ελένη, συμφώνησε στο διαζύγιο. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, είχε ήδη κάποια να πάει. Ευτυχώς, ο Γιάννης μετακόμισε γρήγορα με τη δεύτερη γυναίκα του σε άλλη πόλη, κι η Ελένη το είχε πιο εύκολο, τουλάχιστον δεν είχε πιθανότητα να συναντήσει τον πρώην της στον δρόμο…
Όλη της την τρυφερότητα η Ελένη την έδινε στον μοναδικό Αντώνη.
— Ελενίτσα, — της έλεγε συχνά η μητέρα της, — είσαι ακόμα νέα, όμορφη, να παντρευτείς ή έστω να βρεις κάποιον φίλο για σένα…
Αλλά η Ελένη δεν άκουγε την Άννα και δούλευε σκληρά για να εξασφαλίσει στον γιο της ό,τι χρειαζόταν. Οικονομούσε σε όλα για να μαζέψει για τις σπουδές του Αντώνη και για τον γάμο του, και στερούσε από τον εαυτό της τα πάντα. Η διατροφή από τον άντρα ήταν πολύ πενιχρή.
Ο Αντώνης μεγάλωνε, διάβαζε καλά, στο λύκειο έκανε μαθήματα με δασκάλους για να προετοιμαστεί για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Η Ελένη τον είχε μυήσει στο επάγγελμά της, κι εκείνος, τελειώνοντας τις σπουδές του, ήξερε ήδη ότι η μητέρα του είχε κανονίσει στο γραφείο της να τον πάρουν για δουλειά.
— Σε λίγο βγαίνω στη σύνταξη, κι εσύ θα έρθεις ως νέος ειδικός! Έπεισα τον διευθυντή. Ξέρει την οικογένειά μας χρόνια και υποσχέθηκε να σε πάρει… — χαιρόταν η Ελένη.
Ο Αντώνης γύρισε σπίτι και αμέσως άρχισε να δουλεύει στο μελετητικό γραφείο όπου η μητέρα του δούλευε χρόνια.
— Θα προσπαθήσω να μη σε απογοητεύσω! – την αγκάλιαζε, — και συ σύντομα θα ξεκουράζεσαι… Αλλαγή γενιάς!
Σε έναν χρόνο η Ελένη βγήκε στη σύνταξη, είχε κλείσει πενήντα πέντε, και τότε ο Αντώνης βρήκε μια κοπέλα, τη Ναυσικά. Ήταν μια γλυκιά ξανθιά με γεμάτες καμπύλες και λεπτά πόδια. Ο Αντώνης ήταν ερωτευμένος παράφορα, και το ζευγάρι ετοιμαζόταν για γάμο.
Η Ελένη χαιρόταν για τον γιο της. Ένα μόνο τη στενοχωρούσε τώρα – η παρακμή της μητέρας της. Η Άννα είχε κλείσει τα ογδόντα, και όλο και πιο συχνά σταματούσε το ασθενοφόρο έξω από την πολυκατοικία της. Η Ελένη άλλοτε έμενε στη μητέρα της τις μέρες της ιδιαίτερης αδιαθεσίας της, άλλοτε έτρεχε στο σπίτι της, αλλά κάθε μέρα επισκεπτόταν τη μητέρα, της πήγαινε φαγητό, αγόραζε φάρμακα, κι η μητέρα ρωτούσε για τους νέους, για τον καιρό και για την υγεία της ίδιας της Ελένης.
— Θα φύγω σύντομα, κόρη μου, — έλεγε η Άννα, — κι η ψυχή μου πονάει για σένα. Όχι για τον Αντώνη, αυτός δεν είναι μόνος, έχει γυναίκα. Είναι υγιείς, νέοι, δυνατοί. Εσύ όμως μια ζωή τον μεγάλωνες, τον τραβούσες, τον μόρφωνες, μάζεψες για τον γάμο του, και του δώσαμε λεφτά και για το αυτοκίνητο. Όλα γι’ αυτόν. Εσύ ούτε παντρεύτηκες, ούτε στη θάλασσα, στον νότο πήγες… Με λυπάμαι. Κι εγώ είμαι άρρωστη δεύτερη χρονιά, πάλι στα χέρια σου.
— Τι λες, μαμά, δεν μετανιώνω για τίποτα… Ο Αντώνης, ναι, είναι το φως μου… — άρχισε η Ελένη.
— Ακριβώς, το φως σου, κι έτσι δεν έπρεπε. Τον κακομάθες… Εδώ πέρασαν έξι μήνες από τον γάμο, κι εμένα δεν ήρθαν ούτε μια φορά… Αν και ξέρουν ότι είμαι άρρωστη, στο χείλος του τάφου… Ίσως να μη με ξαναδούν… Ούτε σένα επισκέπτονται. Είναι σωστό; — ανησυχούσε η γιαγιά Άννα.
— Τι λες, μαμά, έχουν μέλι γάμου. Δεν προλαβαίνουν εμάς. Κι άλλωστε δουλεύουν… — υπερασπιζόταν η Ελένη τον γιο και τη νύφη.
— Όχι, — κούνησε το κεφάλι η Άννα, — λάθος λες. Μάνα είναι μάνα. Κι όσα έκανες γι’ αυτόν… Δεν πρέπει να ξεχνιούνται. Ούτε στη λύπη, ούτε στη χαρά… Τον κακομάθες, τελικά…
Η Ελένη σώπασε. Μετά πήρε τηλέφωνο τον Αντώνη και του ζήτησε να έρθει στη γιαγιά, γιατί αισθανόταν άσχημα.
Ο Αντώνης ήρθε με τη γυναίκα του, κάθισαν κοντά στην Άννα μισή ώρα, ήπιαν τσάι και βιάστηκαν να φύγουν. Έμεναν στους γονείς της Ναυσικάς, σε μονοκατοικία.
Έφυγε η γιαγιά Άννα. Η Ελένη έκλαιγε, λυπόταν τη μητέρα, λυπόταν λιγάκι και τον εαυτό της. Τα λόγια της μαμάς ακούγονταν όλο και πιο συχνά τα βράδια, όταν καθόταν μόνη στο παράθυρο, θυμόμενη πώς παλιά γύριζε ο γιος της από τη δουλειά κι εκείνη έστρωνε τραπέζι κι αντάλλαζαν νέα… Τώρα ήταν μόνη.
Αλλά η Ελένη πήρε τον εαυτό της στα χέρια και πήγε να δουλέψει σε έναν παιδικό σταθμό, προς έκπληξη όλων.
— Έχεις πτυχίο κι εσύ θα σκουπίζεις; Σε ηλικία σύνταξης… — έλεγαν οι γειτόνισσες, κι εκείνη απαντούσε: — Δεν πειράζει. Όλη μου τη ζωή στο γραφείο, στα σχέδια. Πρέπει να κινηθώ λιγάκι. Η μαμά μου στα νιάτα της δούλευε νηπιαγωγός, μου άρεσε να πηγαίνω από το σχολείο…
Η Ελένη είχε μικρή σύνταξη, είχε ξοδέψει όλες τις οικονομίες της για τον γιο. Κι αν και είχε συνηθίσει να ζει λιτά, τώρα ήθελε λίγη περισσότερη οικονομική άνεση. Η δουλειά φυσικά της έπαιρνε δυνάμεις και χρόνο, αλλά δεν βαριόταν. Επιπλέον, με προτροπή της γειτόνισσας, αποφάσισε να πάει μαζί της στη λαϊκή χορωδία του πολιτιστικού κέντρου, κι η ζωή της έγινε πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Η Ελένη απασχολούσε τον εαυτό της και για να μην ενοχλεί τον Αντώνη και τη Ναυσικά, για να μην ανακατεύεται στην προσωπική τους ζωή, αν και πονούσε πολύ που ο γιος όχι μόνο δεν ερχόταν, αλλά τηλεφωνούσε σπάνια και μόνο για δουλειές.
Πού και πού έκλαιγε τα βράδια, κοιτάζοντας το άλμπουμ με τις παιδικές φωτογραφίες του γιου. Για να μη βαριέται, τύπωσε σε φωτογραφείο τις πιο αγαπημένες φωτογραφίες με τον γιο, όπου ήταν μαζί, σε μεγάλο μέγεθος, και τις έβαλε σε κορνίζες σαν πίνακες, κρεμώντας τες σε όλο το σπίτι.
Σταματούσε συχνά μπροστά σε κάθε φωτογραφία, χάιδευε το πρόσωπο του γιου και χαμογελούσε. Και μερικές φορές της φαινόταν ότι εκείνος ανταπέδιδε το χαμόγελο. Μετά ερχόταν η αναμονή για ένα τηλεφώνημα, κι η χαρά όταν ο γιος καμιά φορά ερχόταν για τσάι ή για να πάρει κάτι δικό του.
Ο Αντώνης συνήθως δεν έμενε πολύ στη μητέρα του. Δεν είχε καν προσέξει αμέσως τις φωτογραφίες με κορνίζες. Όταν τελικά τις είδε, στάθηκε, κοίταξε τη μητέρα και ρώτησε έκπληκτος:
— Τι σκέφτηκες και τις κρέμασες;
— Έτσι… — δίστασε η Ελένη, — είμαι πια μεγάλη, θυμάμαι τα περασμένα, την πιο χρυσή εποχή, όταν ήσουν μικρός…
Ο Αντώνης κούνησε το κεφάλι κι έφυγε βιαστικά στη γυναίκα του, χωρίς να καταλαβαίνει τις «παραξενιές» της μητέρας. Στην Ελένη όμως φαινόταν ότι η μητέρα της τη βοηθούσε από τον ουρανό. Είχε βρει κι έναν φίλο από τη χορωδία.
— Ελένη, είχαμε μόνο τρεις άντρες στο συγκρότημα, κι εσύ τον έναν τον πήρες! Δεν καταφέραμε όλα αυτά τα χρόνια να τον ρίξουμε, κι εσύ τον ερωτεύτηκες! — γελούσαν ανοιχτά οι γυναίκες της χορωδίας, — να τι σημαίνει καινούργια!
Όλοι γελούσαν, κι ο ίδιος ο «ερωτευμένος» Νίκος φιλούσε το χέρι της Ελένης, συνοδεύοντάς την κάθε φορά μετά την πρόβα ως το σπίτι.
Η Ελένη δεν έπαιρνε στα σοβαρά αυτή τη φιλία, κι αποδεχόταν με καλοσύνη τις περιποιήσεις του εξηνταπεντάχρονου σολίστα. Εκείνος όμως ήταν επίμονος και κυριολεκτικά λάτρευε την Ελένη, έχοντας δεθεί μαζί της με την ψυχή του.
— Ελενίτσα, δεν φαντάζεστε πόσο καλά είμαι μαζί σας. Είστε έξυπνη, ξέρετε ν’ ακούτε, ήρεμη, τόσο όμορφη.
— Αρκετά, μη με επαινείτε πια, θα καλομαθώ. Σας πιστεύω, το ίδιο μπορώ να πω και για σας. Κι είστε τόσο ταλαντούχος! Θα έπρεπε να τραγουδάτε σε μεγάλη σκηνή.
— Είχα καιρό να παρατήσω τις συναυλίες μου. Τραγουδώ και στο σπίτι, στο τραπέζι στις γιορτές, τα παιδιά μου με ακούν με ευχαρίστηση. Αλλά ήρθα στο συγκρότημα πριν δέκα χρόνια γιατί χήρεψα, και τα βράδια δεν άντεχα τη μοναξιά. Εδώ όμως έχω ταλαντούχο δάσκαλο, παραστάσεις, μικρές γιορτές — τις συναντήσεις μας. Τώρα πια δεν φεύγω, θέλω να είμαι κοντά σας.
Η Ελένη γύριζε σπίτι, κοιτούσε ξανά τις φωτογραφίες κι αναστέναζε. Ο Αντώνης συνέχιζε να τηλεφωνεί σπάνια, και τίποτα δεν μπορούσε να αντικαταστήσει αυτή την επαφή – ούτε το τραγούδι, ούτε η δουλειά, ούτε οι καλοί φίλοι.
Υπέμενε όμως και χαιρόταν με τις σπάνιες επισκέψεις του γιου. Μόνο τελευταία εκείνος άρχισε να υπαινίσσεται ότι καλό θα ήταν να πουλήσουν το διαμέρισμα της γιαγιάς, για να βοηθήσει αυτός και η Ναυσικά να αγοράσουν δικό τους σπίτι.
— Δεν τα πάτε καλά με την οικογένειά της; — ανησύχησε η Ελένη.
— Όχι, καλά, αλλά η Ναυσικά θέλει δικό της σπίτι, — δίστασε ο Αντώνης.
— Τότε, καλώς ορίσατε, ελάτε να μείνετε από αύριο! — είπε η Ελένη. Αν και μικρό δυάρι, για μια νέα οικογένεια φτάνει προς το παρόν.
— Αλήθεια; — έλαμψε ο Αντώνης, — είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου! Τρέχω να το πω στη Ναυσικά. Έχουμε δικό μας σπίτι!
— Περίμενε, γιε μου. Το σπίτι θα μείνει δικό μου, — τον σταμάτησε η Ελένη, — δεν το γράφω σε κανέναν ακόμα. Να ζείτε αρμονικά και να μου κάνετε εγγόνια.
Ο Αντώνης έφυγε. Σύντομα μετακόμισε με τη γυναίκα του στο άνετο σπιτάκι της γιαγιάς. Όπως του ζήτησε η μητέρα του, σε έναν χρόνο γεννήθηκε μια κόρη, προς χαρά όλων, και κυρίως των γονιών.
Η Ελένη είχε ήδη παραιτηθεί από τη δουλειά, καταλαβαίνοντας ότι ήρθε η ώρα να ασχοληθεί με την εγγονή της, αλλά και με τον εαυτό της, για να είναι υγιής. Ο Νίκος, ο φίλος της, ήταν τόσο επίμονος που τελικά την έπεισε να συγκατοικήσουν, κι έγιναν ζευγάρι, μένοντας σε δύο σπίτια.
Η Ελένη είχε συνηθίσει στον ρόλο της γιαγιάς και της συζύγου, και μόνο απορούσε πόσο γρήγορα άλλαζε η ζωή της. Ευχαριστούσε τον Νίκο για τη «δεύτερη άνοιξη», κι εκείνος δεν σταματούσε να χαίρεται και να ευγνωμονεί την τύχη για αυτή τη συνάντηση.
Η νέα οικογένεια ήταν καλά. Ο Αντώνης είχε γίνει πιο προσεκτικός με τη μητέρα του, και την επισκεπτόταν συχνότερα. Μια μέρα μίλησε για ανταλλαγή σπιτιών.
— Θα έχουμε δεύτερο παιδί, μαμά, — άρχισε.
— Το ξέρω, και χαίρομαι πολύ, — χαμογέλασε η Ελένη.
— Η Ναυσικά μου ζήτησε να σου μιλήσω, να μετακομίσεις εσύ στο σπίτι της γιαγιάς, κι εμείς εδώ, στο δικό σου. Είναι μεγαλύτερο, δέκα τετραγωνικά παραπάνω, από την παλιά οικοδομή. Για δύο παιδιά θα μας βολέψει…
— Γιατί πάντα σου ζητάει η Ναυσικά μέσω εσένα, κι όχι η ίδια; — χαμογέλασε η Ελένη, — ξέρει ότι δεν μπορώ να σου αρνηθώ; Κι εκείνη, γιατί δεν ζητάει από τους γονείς της να μείνουν στη γιαγιάς και να σας δώσουν το μεγάλο τους σπίτι; Είναι μοναχοκόρη! Θα είχε άνεση για τα παιδιά!
Ο Αντώνης κοκκίνισε κι έφυγε. Η Ελένη δεν βιάστηκε να τον ευχαριστήσει. Είχε συνηθίσει το σπίτι της. Κάθε πράγμα ήταν στο χέρι, όλα στη θέση τους, οικεία και ζεστά, ακόμα και μια βελόνα θα την έβρισκε με κλειστά μάτια…
Και τότε θυμήθηκε τα λόγια της μητέρας: «Τον κακομάθες, τον Αντώνη, τον κακομάθες…» Κι αποφάσισε να μη βιάζει τα πράγματα. Γεννήθηκε η δεύτερη εγγονή, φέρνοντας πολλές χαρές και ευθύνες. Τα κορίτσια μεγάλωναν μαζί, έμεναν σε ένα μικρό δωμάτιο, και τα Σαββατοκύριακα επισκέπτονταν είτε τη γιαγιά Ελένη είτε τον άλλο παππού και γιαγιά. Εκεί είχαν χώρο στην αυλή, στον κήπο με κιόσκι και κούνιες και φρούτα.
Η Ελένη και ο Νίκος άρχισαν να μένουν μαζί στο σπίτι της, και νοίκιαζαν το δικό του για να έχουν περισσότερα χρήματα. Αγαπούσαν το θέατρο και τις μικρές μονοήμερες ή διήμερες εκδρομές, κι έτσι αποφάσισαν να συγκατοικήσουν.
Μόνο μετά από δώδεκα χρόνια, όταν έφυγε ο Νίκος, η Ελένη μετακόμισε στο σπίτι της μητέρας της, που ήταν και το σπίτι των παιδικών της χρόνων.
— Τελείωσε, γιε μου, πάρτε το δικό μου σπίτι, μείνετε εκεί, σ’ εμένα φτάνει το μικρό, — είπε, — ταξίδεψα, τραγούδησα, τώρα θα κάθομαι σπίτι, θα περιμένω τα κορίτσια, κι εσάς. Ελπίζω να μη μ’ αφήσετε…
Ο γιος την αγκάλιασε και τη βοήθησε να μετακομίσει στους τοίχους των παιδικών της χρόνων, κάνοντας μια μικρή ανακαίνιση.
Η Ελένη δεν άλλαξε τίποτα στη διακόσμηση. Κρέμασε μόνο στους τοίχους τις μεγάλες φωτογραφίες του γιου, της μητέρας και τις δικές της από τα νιάτα. Κι ακόμα, στο τραπεζάκι, υπήρχε ένα πορτρέτο του Νίκου…
— Να ‘μαστε όλοι μαζί εδώ, — χαμογέλασε η Ελένη φωτεινά κι ήρεμα, κοιτάζοντας τα αγαπημένα της πρόσωπα στις φωτογραφίες, — τι άλλο να ζητήσω; Οι δικοί μου τοίχοι κι η ζεστασιά των δικών μου ανθρώπων.
Τα εγγόνια επισκέπτονταν τη γιαγιά. Τα κορίτσια λάτρευαν να μένουν για ύπνο στο παλιό τους δωμάτιο, όπου είχαν μείνει τα κρεβάτια τους, και οι συζητήσεις δεν σταματούσαν ώρες, γεμάτες γέλια και αστεία.
— Ε, κορίτσια, ώρα για ύπνο! — διέταζε η γιαγιά από το σαλόνι, — καρακάξες… Αύριο θα ξυπνήσετε νωρίς. Θα σας μάθω να φτιάχνετε τυρόπιτες. Γιατί σε λίγο θα γίνετε νύφες. Τις εξετάσεις μαγειρικής θα τις κάνω εγώ προσωπικά!







