«— Εδώ και έξι μήνες η γάτα δεν είναι στη ζωή, — είπε η γριά στον άντρα που φιλοξένησε τον Μπόρις.»

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, και θέλεις να πιστεύεις στα θαύματα. Μια ιστορία με πραγματικά μυστικό τέλος θέλω να μοιραστώ μαζί σας σήμερα.

Στο στούντιο όπου ζούσε ο Βασίλης Πέτρου, μύριζε φτηνό φιδέ στιγμής και παλιά μοναξιά.

Ο ιδιοκτήτης καθόταν δίπλα στο παράθυρο, στην τελευταία πολυθρόνα που είχε απομείνει, και κοιτούσε τον άδειο δρόμο.

— Και τώρα τι; μουρμούρισε μόνος του. — Από τι θα ζήσεις;

Ήταν άνεργος εδώ και έξι μήνες. Η γυναίκα του, η Φωτεινή, είχε φύγει με τον γείτονα πριν ένα μήνα. Είχε πάρει τα πάντα, ακόμα και τη γάτα τη Μίτσα, που τη μάζεψαν την περασμένη άνοιξη.

— Δεν θέλω να σε βλέπω, του είπε στο τέλος. — Μυρίζεις τσίπουρο ακόμα και το πρωί.

Και τι άλλο να του πει; Αλήθεια ήταν.

Σήμερα ο Βασίλης δεν είχε αγγίξει καν το μπουκάλι — απλά δεν είχε λεφτά. Τα τελευταία δύο ευρώ τα είχε ξοδέψει γι’ αυτόν τον καταραμένο φιδέ.

Ξαφνικά, στην είσοδο ακούστηκε ένα θλιμμένο νιαούρισμα.

— Πάλι η γάτα του γείτονα, κούνησε το χέρι του ο Βασίλης.

Μα το νιαούρισμα δεν σταματούσε. Μάλλον γινόταν όλο και πιο επίμονο.

Ο Βασίλης σηκώθηκε, πήγε στην πόρτα, αφουγκράστηκε.

— Και τι θέλεις; γκρίνιαξε ανοίγοντας την πόρτα.

Στο κεφαλόσκαλο καθόταν μια γκρίζα γάτα. Βρεγμένη, αχτένιστη, με βρώμικο τρίχωμα. Στο λαιμό κρεμόταν ένα φθαρμένο κολάρο.

Η γάτα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Βασίλη κατάματα.

— Φύγε από δω, κούνησε κουρασμένα το χέρι του ο Βασίλης. — Ούτε εγώ έχω να φάω.

Μα η γάτα δεν έφευγε. Πλησίασε, τρίφτηκε στα πόδια του.

Ο Βασίλης έσκυψε, εξέτασε το κολάρο. Σε μια μικρή φθαρμένη ετικέτα ήταν χαραγμένο: «ΓΙΩΡΓΟΣ».

— Γιώργος; απόρησε ο Βασίλης. — Παράξενο όνομα για γάτα.

Κι η γάτα σε απάντηση νιαούρισε δυνατά, λες και επιβεβαίωνε.

Τις πρώτες δύο ημέρες ο Βασίλης προσπαθούσε να διώξει τον απρόσκλητο επισκέπτη. Μα ο Γιώργος δεν το έβαζε κάτω. Καθόταν κάτω από την πόρτα, νιαούριζε, γρατσούνιζε. Κι όταν ο Βασίλης έβγαινε για ψώνια, η γάτα τον ακολουθούσε κατά πόδας.

— Ε, κόλλησες πάνω μου; ρώτησε ο Βασίλης την τρίτη μέρα, κοιτάζοντας τα γκρίζα μάτια.

Ο Γιώργος γουργούρισε σε απάντηση.

— Εντάξει, μπες. Μα μόνο προσωρινά. Μέχρι να βρούμε τον ιδιοκτήτη.

Μέσα στο σπίτι, η γάτα φερόταν παράξενα. Δεν εξερεύνησε τον χώρο, όπως κάνουν συνήθως τα ζώα. Πήγε κατευθείαν στο παράθυρο, πήδηξε στο περβάζι και στάθηκε ακίνητη, κοιτάζοντας τον δρόμο.

— Τι ψάχνεις; ρώτησε ο Βασίλης.

Ο Γιώργος δεν απάντησε. Απλά καθόταν και κοίταζε μακριά.

Μετά από μια εβδομάδα, η ζωή του Βασίλη άρχισε να αλλάζει.

Πρώτα συνέβη το απίστευτο — του τηλεφώνησαν από την παλιά του δουλειά.

— Βασίλη; άκουσε μια γνώριμη φωνή, του προϊσταμένου. — Ο Ηλίας Στεφανίδης είμαι. Έχουμε μια κουβέντα.

Ο Βασίλης πάγωσε. Μάλλον θέλουν να ζητήσουν αποζημίωση γι’ εκείνη την καταραμένη μέρα που πήγε μεθυσμένος στη δουλειά.

— Σε ακούω, απάντησε βραχνά.

— Κοινώς, απέλυσα τον μάστορα Πετρόπουλο. Ανεύθυνος αποδείχτηκε. Κι αύριο έρχεται επιτροπή, πρέπει να παραδώσουμε το έργο. Θα με βοηθήσεις;

— Ηλία, νόμιζα ότι μου κρατούσατε κακία.

— Κακία, καλέ; Καλός άνθρωπος είσαι, απλά σε είχε ζορίσει η ζωή τότε. Θα βγεις αύριο;

Ο Βασίλης κοίταξε τον Γιώργο. Η γάτα καθόταν στο περβάζι και γουργούριζε χωρίς να γυρίσει.

— Θα βγω, είπε σταθερά ο Βασίλης.

Η δουλειά κύλησε σαν νερό. Τα χέρια θυμόντουσαν κάθε κίνηση, το μάτι έπιανε τις παραμικρές ατέλειες. Το βράδυ το έργο ήταν έτοιμο.

— Πω πω! θαύμασε ο Ηλίας. — Σε μια μέρα έκανες όσα ο Πετρόπουλος βασανιζόταν μια βδομάδα.

— Η πείρα, απάντησε σεμνά ο Βασίλης.

— Η πείρα είναι καλή. Γύρνα στη δουλειά. Μόνο ένας όρος — ούτε σταγόνα στο στόμα στο πόστο.

— Το κατάλαβα.

Στο σπίτι, ο Βασίλης πήγε κατευθείαν στον Γιώργο.

— Λοιπόν, φίλε, τι κάνεις; Βρήκα δουλειά. Τώρα θα σε ταΐζω.

Η γάτα γύρισε και κοίταξε τον Βασίλη. Στα κίτρινα μάτια του φάνηκε κάτι σαν επιδοκιμασία.

Κι ύστερα από άλλη μια εβδομάδα, έγινε ένα ακόμα θαύμα.

Ο Βασίλης γύριζε από τη δουλειά όταν είδε μια γνώριμη σιλουέτα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η Φωτεινή. Στεκόταν με μια βαλίτσα κι έκλαιγε.

— Τι συνέβη; την πλησίασε.

— Βασίλη, λυγίζοντας είπε. — Μπορώ να έρθω; Ο Σέργιος με έδιωξε. Είπε ότι βαρέθηκε.

Ο Βασίλης κοίταξε την κλαμένη γυναίκα του. Πριν ένα μήνα θα την παρακαλούσε στα γόνατα να γυρίσει. Τώρα ένιωθε μόνο οίκτο.

— Πέρασε, είπε σιγά. — Θα πιεις ένα τσάι;

— Θα πιω. Κι αυτή η γάτα ποιανού είναι; απόρησε η Φωτεινή βλέποντας τον Γιώργο στο περβάζι.

— Δικιά μου τώρα. Γιώργο τη λένε.

— Θυμάσαι τη Μίτσα; Την πήγα στη μητέρα μου. Ο Σέργιος δεν αγαπάει τις γάτες.

— Κατάλαβα.

Κάθισαν στην κουζίνα κι ήπιαν τσάι. Η Φωτεινή διηγιόταν τη ζωή με τον Σέργιο, ζητούσε συγγνώμη, παρακαλούσε. Ο Βασίλης άκουγε και σκεφτόταν πως ήταν παράξενο — δεν ένιωθε θυμό. Μόνο κούραση.

— Βασίλη, ας το ξαναρχίσουμε; είπε εκείνη. — Ξέρω ότι ήμουν ανόητη. Μα αγαπηθήκαμε κάποτε.

Ο Βασίλης κοίταξε τον Γιώργο. Η γάτα καθόταν στην ίδια στάση και κοιτούσε το παράθυρο.

— Ξέρεις, Φωτεινή, είπε αργά ο Βασίλης. — Σε συγχωρώ. Κι ας σε καταλαβαίνω. Είχα μεθύσει τότε. Μα να τα ξαναφτιάξουμε δεν γίνεται.

— Γιατί; τον κοίταξε έκπληκτη.

— Γιατί άλλαξα εγώ. Κι άλλαξες κι εσύ. Είμαστε πια ξένοι.

Η Φωτεινή έκλαιγε πιο δυνατά.

— Μα θα σε αφήσω να διανυκτερεύσεις, πρόσθεσε ο Βασίλης. — Κι αύριο θα σε βοηθήσω να βρεις σπίτι. Έχω δουλειά τώρα, θα σε βοηθήσω με τα λεφτά για λίγο καιρό.

Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκαν σε διαφορετικά δωμάτια. Ο Γιώργος δεν απομακρύνθηκε από τον Βασίλη όλο το βράδυ, ξάπλωσε δίπλα του και γουργούριζε.

Το πρωί, καθώς η Φωτεινή ετοιμαζόταν να φύγει, σταμάτησε στην πόρτα.

— Βασίλη, αλήθεια άλλαξες. Έγινες πιο δυνατός, λες.

— Ίσως.

Ύστερα από άλλον ένα μήνα, ο Ηλίας Στεφανίδης πρότεινε στον Βασίλη να γίνει επιστάτης.

— Βλέπεις πώς σε σέβονται τα παιδιά. Σε εκτιμούν. Κι όταν δουλεύουν μαζί σου, βγάζουν καλύτερη δουλειά.

— Θα το σκεφτώ, απάντησε ο Βασίλης.

Στο σπίτι πλησίασε τον Γιώργο.

— Τι λες, φίλε; Να δεχτώ;

Η γάτα γύρισε και τον κοίταξε. Στα μάτια της φαινόταν κάποια θλίψη.

— Τι έχεις; ανησύχησε ο Βασίλης. — Αρρώστησες;

Ο Γιώργος νιαούρισε σιγά, με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Δεν ήταν όπως πριν.

Εκείνη τη νύχτα ο Βασίλης ξύπνησε από μια περίεργη αίσθηση. Η γάτα ήταν ξαπλωμένη δίπλα του στο μαξιλάρι και τον κοιτούσε κατά πρόσωπο.

— Τι έχεις, Γιώργο;

Η γάτα άπλωσε το πόδι της κι άγγιξε απαλά το μάγουλο του Βασίλη.

— Γιώργο, με φοβίζεις.

Το πρωί ο Βασίλης ξύπνησε μόνος.

Ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί.

Ο Βασίλης έψαξε όλο το σπίτι, όλη την είσοδο, την αυλή. Κόλλησε αγγελίες με τη φωτογραφία του Γιώργου, τηλεφώνησε σε όλα τα καταφύγια. Η γάτα δεν βρέθηκε πουθενά.

— Δεν γίνεται! φώναζε τριγυρνώντας στους δρόμους. — Τα παράθυρα ήταν κλειστά! Η πόρτα κλειδωμένη!

Μα ο Γιώργος εξαφανίστηκε, λες και δεν υπήρξε ποτέ.

Τρεις μέρες ο Βασίλης δεν μπορούσε να φάει. Καθόταν στο παράθυρο και περίμενε. Μήπως γυρίσει;

Την τέταρτη μέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Μια γυναίκα είπε ότι θα μιλήσει για τη γάτα μόνο από κοντά.

Μετά από μία ώρα στεκόταν στο κατώφλι:

— Βασίλη Πέτρου; Με λένε Νίνα Γεωργίου. Ήρθα για την αγγελία. Για τη γάτα.

— Είδατε τον Γιώργο; τινα— Ναι, τον είδα, είπε η Νίνα Γεωργίου και ένα παράξενο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.

Rate article
News 24 Justall
«— Εδώ και έξι μήνες η γάτα δεν είναι στη ζωή, — είπε η γριά στον άντρα που φιλοξένησε τον Μπόρις.»