Ο σκύλος λεγόταν Αργός. Μεγάλος, αγριότριχος, γκρίζος σαν ένα χειμωνιάτικο πρωί του Δεκέμβρη, ζούσε στο προαύλιο των Νίκου και Ελένης οκτώ χρόνια. Η κούνια του ήταν δίπλα στον τοίχο, κοντά στα ξύλα, και τον χειμώνα τον άφηναν στην αποθήκη αλλά μέσα στο σπίτι όχι. Ο Αργός ήταν σκύλος της αυλής, εργάτης. Να φυλάει την αυλή, να γαβγίζει σε ξένους, να τρέχει κατά μήκος του φράχτη. Περισσότερα δεν περίμεναν.
Εμφανίστηκε στους Νίκου και Ελένη τυχαία. Ο Νίκος βρήκε ένα κουτάβι στην άκρη του δρόμου, σε κουτί, στη βροχή. Κάποιος είχε πετάξει μια γέννα, και από τα πέντε κουτάβια το πρωί είχε μείνει ένα μόνο ζωντανό – γκρίζο, τρέμοντας. Ο Νίκος ήθελε να το πάει στο χωριό, αλλά η μάνα του Γιάννη τον παρακάλεσε να το κρατήσει. Έτσι ρίζωσε.
Μεγάλωσε σε έναν μεγάλο σκύλο, δυνατό, βουβό. Γάβγιζε σπάνια, μόνο όταν χρειαζόταν. Ξένο στην αυλή δεν άφηνε, αλλά τους δικούς τους τους υποδεχόταν χτυπώντας την ουρά του στο χώμα.
Τον τάιζαν κανονικά, αλλά χωρίς χάδια. Το μπολ του στη βεράντα το γέμιζαν πρωί και βράδυ, τη νύχτα τον άφηναν ελεύθερο να τρέχει στην αυλή. Τον χάιδευαν σπάνια, στο πέρασμα. Το όνομά του το πρόφεραν καθημερινά, σαν το όνομα ενός εργαλείου. Αργός και Αργός. Το συνήθισε και δεν ζητούσε τίποτα παραπάνω. Ξαπλωνόταν δίπλα στην κούνια, κοιτούσε το σπίτι, περίμενε μήπως βγει κανείς.
Εκείνη τη χρονιά, οι Νίκου και Ελένη γιόρτασαν την Πρωτοχρονιά θορυβωδώς. Είχαν έρθει τα παιδιά από την Αθήνα, τα εγγόνια, οι συμπέθεροι. Γεμάτο το σπίτι από καλεσμένους, στη κουζίνα τσιγάριζε, στο φούρνο ψηνόταν μια χήνα, στο τραπέζι συνωστίζονταν σαλάτες σε ίδια κρυστάλλινα μπολ. Μύριζε πεύκο, μανταρίνια και τηγανητό κρεμμύδι.
Οι καλεσμένοι είχαν φτάσει από το μεσημέρι. Τα παιδιά έφεραν δώρα από την πόλη, τα εγγόνια έτρεξαν αμέσως να κάνουν έλκηθρο στο λόφο πίσω από τον κήπο. Η Ελένη πεταγόταν ανάμεσα στη κουζίνα και το τραπέζι, διέταζε ποιος θα κόψει τι. Ο Νίκος κουβαλούσε από το κελάρι πίκλες, βάζο το βάζο, και κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το παράθυρο, έβλεπε την γκρίζα σκιά στη βεράντα. Αλλά δεν είχε νου γι’ αυτήν.
Ο Αργός καθόταν στην αυλή, δίπλα στη βεράντα. Το χιόνι έπεφτε σε μεγάλες νιφάδες, σκεπάζοντάς του την πλάτη, και δεν τινάζονταν. Κοιτούσε τα φωτισμένα παράθυρα, όπου κινούνταν σκιές, άκουγε γέλια και τζαμικώματα. Χτυπούσε την ουρά του στο χιόνι κάθε φορά που κάποιος περνούσε μπροστά από το παράθυρο.
Το μπολ του ήταν άδειο στη βεράντα. Από το μεσημέρι άδειο.
* * *
Η οικοδέσποινα, η Ελένη, στην ταραχή της ούτε θυμήθηκε τον σκύλο. Δεν είχε νου γι’ αυτό. Η χήνα, οι σαλάτες, τα εγγόνια μπλέκονταν στα πόδια, ο γαμπρός ζητούσε το ένα, το άλλο. Γύριζε από το πρωί, το βράδυ δεν ένιωθε τα πόδια της.
Ο άντρας της, ο Νίκος, ούτε αυτός είχε νου για τον σκύλο. Έριχνε τσίπουρο, έβγαζε προπόσεις, μάλωνε με τον συμπέθερο για το ψάρεμα. Είχε κοκκινίσει, είχε ξεκουμπώσει το γιακά του. Ωραία ήταν – ζεστά, πολύς κόσμος.
Το εγγόνι, ο Γιάννης, έξι χρονών, ρώτησε μια φορά: «Ο Αργός πού είναι; Να του δείξουμε το δέντρο;» – «Μετά, μετά», τον απέφυγε η γιαγιά. «Κάτσε τρως». Και τον Αργό τον ξέχασαν ξανά.
Το ρολόι χτύπησε δώδεκα. Έξω από το παράθυρο έσκασαν βαρελότα, ο ουρανός φωτίστηκε κόκκινος και πράσινος. Οι καλεσμένοι φώναζαν, κουτσουμπούσαν, αγκαλιάζονταν. Ο Αργός στην αυλή τινάχθηκε από τον κρότο, έκλεισε τα αυτιά του, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Καθόταν στη βεράντα, σκεπασμένος από το χιόνι, και κοιτούσε το σπίτι.
Γύρω στις δύο το ξημέρωμα οι καλεσμένοι ησύχασαν. Άλλους τους πήγαν στα δωμάτια, άλλοι κοιμήθηκαν στον καναπέ. Τα φώτα στα παράθυρα έσβησαν ένα ένα. Το σπίτι σώπασε.
Το μπολ στη βεράντα όμως έμεινε άδειο.
Η χιονοθύελλα ξέσπασε προς το πρωί. Ο αέρας ούρλιαζε στην καμινάδα, χτυπούσε το χιόνι στα τζάμια, σώριασε χιονοστιβάδες στη βεράντα. Η θερμοκρασία έπεσε, ο παγετός λίγο πριν ξημερώσει ήταν δυνατός – είκοσι κάτω.
Η Ελένη ξύπνησε πρώτη, από συνήθεια, γύρω στις επτά. Το κεφάλι της βαρύ από το γλέντι. Κατέβηκε στην κουζίνα, έβαλε βραστήρα, και τότε θυμήθηκε.
Ο Αργός.
Η καρδιά της σφίχτηκε. Έτρεξε στο παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα. Η αυλή ήταν άσπρη, καθαρή, χιονισμένη. Η κούνια μισοσκεπασμένη. Ο Αργός όμως στη βεράντα δεν ήταν.
Η Ελένη φόρεσε μια γουνίτσα πάνω από τη ρόμπα, έχωσε τα πόδια σε κατούνες και βγήκε έξω. Ο παγετός της χτύπησε το πρόσωπο. Γύρισε όλη την αυλή, κοίταξε στην κούνια. Άδεια. Φώναξε. Η φωνή χάθηκε στη θύελλα.
«Αργέ! Αργέ!»
Σιωπή. Μόνον αέρας.
Είχε φανταστεί το χειρότερο. Πάγωσε ο σκύλος, τον ξέχασαν, τον άφησαν στο ψύχος, φταίνε, δεν τον προστάτεψαν. Τα δάκρυα ανέβηκαν στο λαιμό της. Οκτώ χρόνια υπηρετούσε και αυτοί τον ξέχασαν στη γιορτή, σαν ένα πράγμα.
Και τότε είδε τα ίχνη.
Τα ίχνη οδηγούσαν από τη βεράντα πίσω από το σπίτι, προς το κελάρι. Το χιόνι στην πίσω πόρτα ήταν πατημένο και σκαμμένο.
Η Ελένη ακολούθησε τα ίχνη. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πίσω από τη γωνία, κοντά στον τοίχο της αποθήκης, σε μια φάτσα από τον αέρα, είδε τον Αργό.
Ήταν ξαπλωμένος στριφογυριστός σε ένα άχυρο, με το πλευρό του κολλημένο στο χαμηλό παραθυράκι του κελαριού. Και δεν ήταν μόνος του.
Δίπλα του, κάτω από το πλευρό του, καθόταν ο Γιάννης. Το εγγόνι. Με μπουφάν πάνω από πιτζάμες, χωρίς σκούφο, με κατούνες ξυπόλυτος. Ζωντανός. Νυσταγμένος, παγωμένος, αλλά ζωντανός. Ο Αργός τον σκέπαζε, τον ζέσταινε.
Η Ελένη φώναξε τόσο δυνατά που ξύπνησαν όλοι στο σπίτι.
Αργότερα, όταν ο Γιάννης ζεστάθηκε, τυλίχτηκε σε κουβέρτες, ήπιε ζεστό, τα πράγματα συμπληρώθηκαν.
Τη νύχτα το αγόρι είχε ξυπνήσει. Ήθελε να βγει στην αυλή, να δει τ’ αστέρια. Σιγά-σιγά, για να μην ξυπνήσει τους μεγάλους, βγήκε από την αποθήκη. Και η πόρτα χτύπησε πίσω του. Το κούμπωμα έπεσε μόνο του, και ο εξάχρονος Γιάννης δεν μπορούσε να την ανοίξει από έξω.
Έμεινε στην αυλή. Στον παγετό. Και κανένας στο σπίτι δεν άκουσε, γιατί όλοι κοιμόντουσαν βαριά μετά το γλέντι.
Ο Γιάννης χτυπούσε την πόρτα, φώναζε. Κανένας δεν ανταποκρινόταν. Πάγωσε, φοβήθηκε, άρχισε να κλαίει. Και τότε ήρθε ο Αργός.
Ο σκύλος δεν τον άφησε να καθίσει στο χιόνι. Τον τράβηξε από το μανίκι στη γωνία, προς το κελάρι, όπου ο αέρας ήταν πιο αδύναμος κι ένα ρολό άχυρο. Ξάπλωσε, το αγόρι κόλλησε δίπλα του. Έτσι τον ζεσταινόταν ο σκύλος όλη νύχτα με το κορμί του.
Ο Νίκος στάθηκε στην αυλή με ένα μπουφάν ριγμένο στο πλάι, δεν μπορούσε να μιλήσει. Κοιτούσε τον Αργό, την παγωμένη γκρίζα τρίχα του.
Θυμήθηκε πώς βρήκε το κουτάβι στο κουτί, στην άκρη του δρόμου. Πώς λίγο έλειψε να το πάει στο χωριό. Πώς όλα αυτά τα οκτώ χρόνια περνούσε δίπλα από την κούνια χωρίς να σταματά. Τον τάιζε, τον πότιζε, αλλά τίποτα περισσότερο. Και τώρα αυτός ο ίδιος σκύλος, που τον κρατούσαν για εργαλείο, για φύλακα, όλη νύχτα είχε σώσει το εγγόνι τους, ενώ εκείνοι κοιμόντουσαν χορτάτοι και πιωμένοι.
Η Ελένη δεν έβρισκε λόγια. Κρατούσε τον Γιάννη τυλιγμένο σε μια κουβέρτα και έκλαιγε, χωρίς να σκουπίζει τα δάκρυα.
Ο Γιάννης πρόβαλε τη μύτη του από την κουβέρτα. «Γιαγιά, ο Αργός με ζέσταινε. Είναι καλός. Κι αυτός κρύωνε».
Η Ελένη κοίταξε το άδειο μπολ στη βεράντα. Αυτό που ήταν άδειο από το χτεσινό μεσημέρι. Σκούπισε τα δάκρυα που είχαν μαζευτεί.
Τον Αργό εκείνη τη μέρα τον έβαλαν μέσα στο σπίτι για πρώτη φορά.
Περπατούσε προσεκτικά στο καθαρό πάτωμα, σαν να φοβόταν μη λερώσει, κοιτούσε πίσω τους αφεντικά μην τον διώξουν. Τον ξάπλωσαν δίπλα στη σόμπα, πάνω σε μια παλιά κουβέρτα. Η Ελένη του έφερε η ίδια φαγητό, σε ένα μεγάλο μπολ, εκεί δίπλα στη σόμπα. Έβαλε χήνα, την ίδια γιορτινή.
Ο σκύλος έτρωγε αργά, κοιτάζοντας τους ανθρώπους. Ο Γιάννης καθόταν δίπλα του στο πάτωμα και τον χάιδευε στη λιωμένη πια τρίχα.
Ο Νίκος κάθισε σε ένα σκαμνί δίπλα στη σόμπα, κοίταζε τον σκύλο και σωπούσε. Εκείνος, άνθρωπος λιγόλογος, συνηθισμένος να κρατάει τα συναισθήματα για τον εαυτό του, δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτό που ένιωθε μέσα του. Απλά άπλωσε το χέρι του και το ακούμπησε στο κεφάλι του Αργού. Ο σκύλος έκλεισε τα μάτια. Κάθισαν έτσι, άνθρωπος και σκύλος, και για πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια υπήρχε ανάμεσά τους κάτι περισσότερο από υποχρέωση.
Οι καλεσμένοι έφευγαν σιωπηλοί. Ο συμπέθερος στην εξώπορτα γύρισε, κοίταξε το φωτισμένο παράθυρο πίσω από το οποίο, δίπλα στη σόμπα, ήταν ξαπλωμένος ο γκρίζος σκύλος, και κούνησε το κεφάλι. «Τυχεροί είστε με τον σκύλο, Νίκο. Τυχεροί».
Πέρασαν χρόνια.
Ο Αργός γέρασε. Έτρεχε πια σπάνια κατά μήκος του φράχτη, κοιμόταν περισσότερο. Αλλά τώρα κοιμόταν μέσα στο σπίτι, στην κουβέρτα του δίπλα στη σόμπα, και κανένας δεν τον έδιωχνε από εκεί. Τον χειμώνα δεν τον κλείδωναν στην αποθήκη. Το καλοκαίρι ήταν ξαπλωμένος στη βεράντα, στον ήλιο, και ο Γιάννης, όταν ερχόταν διακοπές, έτρεχε αμέσως κοντά του.
Η ιστορία εκείνης της παλιάς νύχτας είχε γίνει γνωστή στο χωριό. Κάποιοι ήρθαν να δουν τον σκύλο, άλλοι δεν πίστευαν, έλεγαν πως το σκέφτηκαν. Ο Νίκος όμως δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν.
Μια μέρα ήρθε ο γαμπρός, και από παλιά συνήθεια ήθελε να διώξει τον σκύλο από τον καναπέ, όπου είχε ζεσταθεί δίπλα στον Γιάννη. Ο Νίκος είπε σιγά, χωρίς να υψώσει τη φωνή: «Μην τον πειράζεις. Το μέρος αυτό το κέρδισε περισσότερο από σένα». Και ο γαμπρός δεν τον πείραξε.
Το μπολ του Αργού πια δεν ήταν στη βεράντα, αλλά στην κουζίνα, δίπλα στην πόρτα. Η Ελένη φρόντιζε να μην είναι άδειο.
Την επόμενη Πρωτοχρονιά οι Νίκου και Ελένη συγκεντρώθηκαν ξανά όλοι μαζί. Πάλι υπήρχε χήνα, πάλι συνωστίζονταν τα μπολ, πάλι μύριζε πεύκο και μανταρίνια. Αλλά τώρα, όταν το ρολόι χτύπησε δώδεκα και έξω έσκασαν βαρελότα, ο Αργός δεν καθόταν μόνος του στην αυλή μέσα στο χιόνι.
Ήταν ξαπλωμένος δίπλα στη σόμπα, στη ζεστασιά, και ο Γιάννης κρατούσε το χέρι του στην γκρίζα πλάτη του. Ο σκύλος τινάχθηκε από τον κρότο, έκλεισε τ’ αυτιά του, αλλά το αγόρι τον χάιδευε και του ψιθύριζε κάτι στο αυτί, κι ο Αργός ησύχαζε.
Η Ελένη, ενώ έριχνε τσάι στους καλεσμένους, κάθε τόσο ρίχνει μια ματιά στον γέρο γκρίζο σκύλο.
«Συγχωρέστας μας, γέρο μου. Αργά σε δεχτήκαμε», σκεφτόταν κοιτώντας τον Αργό.
Ο σκύλος σαν να την άκουσε. Σήκωσε το κεφάλι του από την κουβέρτα, την κοίταξε με ήρεμα γέρικα μάτια και ξανά ακούμπησε το ρύγχος του στα πόδια του. Του ήταν ζεστά. Και το μπολ του ήταν γεμάτο. Τίποτα άλλο δεν χρειαζόταν.







