– «Πάμε, Πυρρία;» μουρμούρισε ο Βασίλης, τραβώντας το αυτοσχέδιο λουρί από παλιό σχοινί.
Έκλεισε το μπουφάν ως το λαιμό και ανατρίχιασε. Ο Φλεβάρης φέτος ήταν άγριος – χιόνι με βροχή, αέρας που περνούσε ως το κόκαλο.
Ο Πυρρίας, ένα αδέσποτο με ξεβαμμένο κοκκινωπό τρίχωμα και ένα τυφλό μάτι, μπήκε στη ζωή του πριν ένα χρόνο. Ο Βασίλης τότε γύριζε από νυχτερινή βάρδια στο εργοστάσιο και τον είδε δίπλα στους κάδους. Ο σκύλος ήταν χτυπημένος, πεινασμένος, και το αριστερό μάτι είχε θολώσει.
– Έι, φίλε! Πού πας με το μπασταρδάκι σου;
Η φωνή τον τρύπησε. Ο Βασίλης αναγνώρισε τον ομιλητή – τον Σωτήρη τον «Μαύρο», τοπικό «αφεντικό» γύρω στα είκοσι πέντε. Δίπλα του στέκονταν τρεις έφηβοι, η «ομάδα» του.
– Βόλτα, – απάντησε κοφτά ο Βασίλης, χωρίς να σηκώσει τα μάτια.
– Και πληρώνεις φόρο, μπάρμπα, για τη βόλτα αυτού του μπασταρδάκου; – γέλασε ένας από τα παιδιά. – Κοίτα πόσο άσχημος είναι – το μάτι του λοξό!
Πέταξαν μια πέτρα. Βρήκε τον Πυρρία στο πλευρό. Ο σκύλος κλαψούρισε, κολλώντας στο πόδι του αφεντικού.
– Άσε μας ήσυχους, – είπε σιγά ο Βασίλης, αλλά η φωνή του είχε ατσάλι.
– Ω! Ο θείος Κουλιμπίν μίλησε! – ο Σωτήρης πλησίασε. – Ξέχασες ότι εδώ είναι η γειτονιά μου; Και τα σκυλιά βγαίνουν βόλτα μόνο με την άδειά μου.
Ο Βασίλης τεντώθηκε. Στον στρατό τον είχαν μάθει να λύνει προβλήματα γρήγορα και σκληρά. Αλλά ήταν τριάντα χρόνια πριν. Τώρα ήταν απλά ένας κουρασμένος συνταξιούχος μηχανικός, που δεν ήθελε μπελάδες.
– Έλα, Πυρρία, – γύρισε προς το σπίτι.
– Αυτό είναι! – φώναξε πίσω του ο Σωτήρης. – Και την επόμενη φορά θα σκοτώσω τον φίλο σου!
Στο σπίτι, ο Βασίλης δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, ξαναζώντας τη σκηνή.
Την επόμενη μέρα έπεφτε βροχόχιονο. Ο Βασίλης ανέβαλε τη βόλτα, αλλά ο Πυρρίας καθόταν στην πόρτα και τον κοιτούσε με τόση αφοσίωση που αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
– Εντάξει, εντάξει. Αλλά γρήγορα.
Περπατούσαν προσεκτικά, αποφεύγοντας τα συνηθισμένα στέκια. Της παρέας του Σωτήρη όμως πουθενά – είχαν μαζευτεί απ’ την κακοκαιρία.
Ο Βασίλης είχε ηρεμήσει, όταν ο Πυρρίας σταμάτησε απότομα δίπλα σε ένα εγκαταλελειμμένο λεβητοστάσιο. Σήκωσε το μοναδικό αυτί, μύρισε τον αέρα.
– Τι συμβαίνει, γέρο;
Ο σκύλος κλαψούρισε, τραβώντας προς τα ερείπια. Από εκεί ακούγονταν παράξενοι ήχοι – κλάμα ή βογγητό.
– Έι! Ποιος είναι; – φώναξε ο Βασίλης.
Καμία απάντηση. Μόνο σιωπή, σπασμένη από τον αέρα.
Ο Πυρρίας τραβούσε επίμονα το λουρί. Στο μοναδικό του μάτι διαγραφόταν ανησυχία.
– Τι θες; – έσκυψε ο Βασίλης. – Τι είναι εκεί;
Και τότε άκουσε καθαρά – παιδική φωνή:
– Βοήθεια!
Η καρδιά του σφίχτηκε. Ο Βασίλης έλυσε το λουρί και ακολούθησε τον Πυρρία στα ερείπια.
Στο μισογκρεμισμένο λεβητοστάσιο, πίσω από έναν σωρό από τούβλα, κειτόταν ένα αγόρι γύρω στα δώδεκα. Το πρόσωπο χτυπημένο, το χείλος σπασμένο, τα ρούχα σκισμένα.
– Παναγία μου! – γονάτισε ο Βασίλης. – Τι έπαθες;
– Θείε Βασίλη; – το αγόρι άνοιξε με κόπο τα μάτια. – Εσείς είστε;
Ο Βασίλης κοίταξε καλύτερα και αναγνώρισε τον Ανδρέα Μητσοτάκη, γιο της γειτόνισσας από την πέμπτη είσοδο. Ήσυχο, ντροπαλό παιδί.
– Ανδρέα! Τι έγινε;
– Ο Σωτήρης και η συμμορία του, – το αγόρι λυγίστηκε. – Ζητούσαν λεφτά από τη μαμά. Εγώ είπα ότι θα το πω στον αστυνόμο. Με πιάσανε…
– Πόση ώρα είσαι εδώ;
– Από το πρωί. Κάνει πολύ κρύο.
Ο Βασίλης έβγαλε το μπουφάν του, σκέπασε το παιδί. Ο Πυρρίας πλησίασε, ξάπλωσε δίπλα του – ζέσταινε με το σώμα του.
– Ανδρέα, μπορείς να σηκωθείς;
– Το πόδι πονάει. Μάλλον είναι σπασμένο.
Ο Βασίλης ψηλάφισε προσεκτικά. Ναι, κάταγμα. Και άγνωστο τι είχε πάθει εσωτερικά.
– Έχεις κινητό;
– Μου το πήραν.
Ο Βασίλης έβγαλε το παλιό του «νόκια» και κάλεσε το 100. Το ασθενοφόρο υποσχέθηκε να έρθει σε μισή ώρα.
– Κράτα, παιδί μου. Θα ’ρθουν οι γιατροί.
– Κι αν μάθει ο Σωτήρης ότι ζω; – η φωνή του Ανδρέα είχε τρόμο. – Είπε θα με αποτελειώσει.
– Δεν θα το κάνει, – είπε σταθερά ο Βασίλης. – Δεν θα σε ξαναγγίξει.
Το αγόρι τον κοίταξε απορημένο:
– Θείε Βασίλη, εσείς χθες το βάλατε στα πόδια.
– Αυτό ήταν άλλο. Τότε μιλούσαμε για μένα και τον Πυρρία. Τώρα…
Δεν τελείωσε. Τι να πει; Ότι πριν τριάντα χρόνια είχε ορκιστεί να υπερασπίζεται τους αδύναμους; Ότι στο Αφγανιστάν τον είχαν μάθει – ένας άντρας δεν αφήνει ποτέ ένα παιδί σε κίνδυνο;
Το ασθενοφόρο ήρθε πιο γρήγορα απ’ ό,τι υποσχέθηκε. Ο Ανδρέας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Κι ο Βασίλης έμεινε όρθιος δίπλα στο λεβητοστάσιο με τον Πυρρία, σκεφτικός.
Το βράδυ ήρθε η μητέρα του Ανδρέα, η Ελένη Παπαδοπούλου. Η γυναίκα έκλαιγε, ευχαριστούσε, ορκιζόταν πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
– Βασίλη μου, – είπε με λυγμούς, – οι γιατροί είπαν πως αν είχε μείνει άλλη μια ώρα στο κρύο… Του σώσατε τη ζωή!
– Δεν τη σώσα εγώ, – χάιδεψε ο Βασίλης τον Πυρρία. – Αυτός βρήκε τον γιο σου.
– Και τώρα τι θα γίνει; – η Ελένη κοίταξε φοβισμένη την πόρτα. – Ο Σωτήρης δεν θα ησυχάσει. Ο αστυνόμος λέει πως δεν υπάρχουν αποδείξεις, η μαρτυρία ενός παιδιού δεν μετράει.
– Όλα θα πάνε καλά, – υποσχέθηκε ο Βασίλης, αν και δεν ήξερε πώς.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Στο μυαλό του γύριζαν σκέψεις – τι να κάνει; Πώς να προστατέψει το παιδί; Και πόσα ακόμα παιδιά στην περιοχή υπέφεραν απ’ αυτή τη συμμορία;
Το πρωί η λύση ήρθε μόνη της.
Ο Βασίλης φόρεσε την παλιά του στρατιωτική στολή – την επίσημη, με τα παράσημα. Έβγαλε από την ντουλάπα τα μετάλλια. Κοίταξε στον καθρέφτη – στρατιώτης, έστω και ηλικιωμένος.
– Πάμε, Πυρρία. Έχουμε δουλειά.
Η συμμορία του Σωτήρη, ως συνήθως, «παρακολουθούσε» έξω από το μανάβικο. Βλέποντας τον Βασίλη να πλησιάζει, γέλασαν.
– Ω! Ο παππούς ντύθηκε στρατιώτης! – φώναξε ένας. – Κοιτάξτε πόσο ηρωικό!
Ο Σωτήρης σηκώθηκε από τον πάγκο, μόρφασε:
– Άντε, απόστρατε, τράβα από ’δω. Η εποχή σου πέρασε.
– Η δική μου εποχή μόλις αρχίζει, – απάντησε ήρεμα ο Βασίλης, πλησιάζοντας.
– Τι γυρεύεις εδώ με αυτή τη στολή;
– Υπηρετώ την πατρίδα. Προστατεύω τους αδύναμους από ανθρώπους σαν εσένα.
Ο Σωτήρης ξεκαρδίστηκε:
– Ε, γέρο, τα ’χασες; Τι πατρίδα; Τι αδύναμοι;
– Ανδρέα Μητσοτάκη – τον θυμάσαι;
Το χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπο του Σωτήρη.
– Τι θυμάμαι εγώ για κάτι κορόιδα;
– Θυμάσαι. Γιατί είναι το τελευταίο παιδί που χτύπησες στη γειτονιά.
– Μου απειλείς, μπάρμπα;
– Σε προειδοποιώ.
Ο Σωτήρης έκανε ένα βήμα μπροστά. Στο χέρι του άστραψε ένα σουγιάς.
– Θα σου δείξω εγώ ποιος είναι το αφεντικό!
Ο Βασίλης δεν κουνήθηκε ούτε εκατοστό. Τα χρόνια πέρασαν, αλλά η στρατιωτική πειθαρχία έμενε.
– Το αφεντικό εδώ είναι ο νόμος.
– Τι νόμος; – κουνούσε ο Σωτήρης τον σουγιά. – Ποιος σε διόρισε;
– Με διόρισε η συνείδησή μου.
Και τότε έγινε αυτό που κανείς δεν περίμενε.
Ο Πυρρίας, που στεκόταν ήσυχα δίπλα, σηκώθηκε. Το τρίχωμα στην πλάτη του ανασηκώθηκε. Από το λαιμό του βγήκε μια απειλητική γρυλιά.
– Και το σκυλί σου, – άρχισε ο Σωτήρης.
– Ο σκύλος μου πολέμησε, – τον διέκοψε ο Βασίλης. – Στο Αφγανιστάν. Μονάδα ανίχνευσης ναρκών. Μυρίζει τους ληστές από χιλιόμετρα.
Δεν ήταν αλήθεια – ο Πυρρίας ήταν ένα απλό αδέσποτο. Αλλά ο Βασίλης το είπε τόσο πειστικά, που όλοι το πίστεψαν. Ακόμα κι ο Πυρρίας το πίστεψε – σήκωσε το κεφάλι, άνοιξε τα δόντια.
– Βρήκε είκοσι τρομοκράτες. Και τους συνέλαβε ζωντανούς, – συνέχισε ο Βασίλης. – Πιστεύεις ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μ’ έναν πρεζάκια σαν εσένα;
Ο Σωτήρης έκανε πίσω. Τα παιδιά πίσω του πάγωσαν.
– Άκουσέ με καλά, – ο Βασίλης έκανε ένα βήμα μπροστά. – Από σήμερα, αυτή η γειτονιά είναι ασφαλής. Κάθε μέρα θα γυρίζω όλες τις αυλές. Κι ο σκύλος μου θα ψάχνει για μάγκες. Και τότε…
Δεν τελείωσε. Αλλά όλοι κατάλαβαν.
– Θέλεις να με τρομάξεις; – ο Σωτήρης προσπάθησε να ξαναβρεί το θράσος του. – Ένα τηλέφωνο κι είναι…
– Πάρε, – ένευσε ο Βασίλης. – Αλλά θυμήσου – έχω γνωριμίες καλύτερες απ’ τις δικές σου. Πόσους ξέρω μέσα στη φυλακή. Πόσοι μου χρωστάνε.
Κι αυτό ήταν ψέμα. Αλλά ειπώθηκε τόσο πειστικά που ο Σωτήρης το πίστεψε.
– Βασίλης ο Αφγανός με λένε, – είπε ο Βασίλης τελειώνοντας. – Θυμήσου το. Και μην ξαναγγίξεις παιδί.
Γύρισε κι έφυγε. Ο Πυρρίας έτρεχε δίπλα του, με την ουρά ψηλά.
Πίσω τους έπεσε σιωπή.
Πέρασαν τρεις μέρες. Ο Σωτήρης με την παρέα του σχεδόν δεν φαινόταν στη γειτονιά.
Κι ο Βασίλης άρχισε πραγματικά να γυρίζει κάθε μέρα τις αυλές. Κι ο Πυρρίας πήγαινε δίπλα του – σοβαρός, σπουδαίος.
Ο Ανδρέας βγήκε από το νοσοκομείο σε μια βδομάδα. Το πόδι πονούσε ακόμα, αλλά μπορούσε να περπατήσει. Την ίδια μέρα ήρθε σπίτι του Βασίλη.
– Θείε Βασίλη, – είπε, – μπορώ να σας βοηθάω; Στις βόλτες, εννοώ.
– Μπορείς, αλλά πρώτα μίλα με τους γονείς σου.
Η Ελένη δεν είχε αντίρρηση. Μάλλον χαιρόταν που ο γιος της είχε βρει ένα τέτοιο πρότυπο.
Κι έτσι, κάθε βράδυ, φαινόταν μια περίεργη παρέα – ένας ηλικιωμένος με στρατιωτική στολή, ένα αγόρι κι ένας γέρος κοκκινωπός σκύλος.
Ο Πυρρίας άρεσε σε όλους. Ακόμα και οι μανάδες άφηναν τα παιδιά να τον χαϊδεύουν, παρόλο που ήταν αδέσποτος. Αλλά είχε κάτι ξεχωριστό – αξιοπρέπεια.
Κι ο Βασίλης έλεγε στα παιδιά για τον στρατό, για την πραγματική φιλία. Κι εκείνα άκουγαν με κομμένη την ανάσα.
Ένα βράδυ, γυρίζοντας από την περιπολία, ο Ανδρέας ρώτησε:
– Θείε Βασίλη, εσείς φοβηθήκατε ποτέ;
– Φοβήθηκα, – απάντησε ειλικρινά ο Βασίλης. – Ακόμα φοβάμαι μερικές φορές.
– Τι;
– Μην δεν προλάβω. Μην δεν έχω δύναμη.
Ο Ανδρέας χάιδεψε τον σκύλο:
– Εγώ όταν μεγαλώσω, θα σας βοηθάω. Και θα έχω κι εγώ σκύλο. Το ίδιο έξυπνο.
– Θα έχεις, – χαμογέλασε ο Βασίλης. – Σίγουρα.
Ο Πυρρίας κούνησε μόνο την ουρά του.
Κι η γειτονιά τον ήξερε πια όλοι. Έλεγαν: «Αυτός είναι ο σκύλος του Βασίλη του Αφγανού. Ξεχωρίζει τους ήρωες από τους κακούς.»
Κι ο Πυρρίας εκτελούσε περήφανα την υπηρεσία του, ξέροντας πια πως δεν ήταν πια ένα απλό αδέσποτο. Ήταν προστάτης.







