Ο συνταξιούχος Μιχάλης αποφάσισε να πουλήσει τη γάτα του, αλλά η απρόσμενη αντίδραση της αγοράστριας τον εξέπληξεΗ αγοράστρια, αντί να πάρει τη γάτα, του είπε ότι θα πλήρωνε για να την κρατήσει εκείνος, με την προϋπόθεση να τον επισκέπτεται κάθε εβδομάδα.

Ο Ανδρέας Παυλίδης καθόταν στο παράθυρο και κοίταζε την αγγελία στο κινητό του. Τα γράμματα θόλωναν μπροστά του – τα γυαλιά είχαν πάλι χαθεί. Αλλά το κείμενο ήταν απλό:

«Χαρίζω γάτο. Πορτοκαλής, στειρωμένος, συνηθισμένος στο κουτί».

Όχι. Δεν τον χαρίζω. Τον πουλάω. Έτσι τουλάχιστον υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να πάει σε οικογένεια με λεφτά.

– Μάκη, – είπε χαμηλόφωνα. – Έλα εδώ, πορτοκαλή.

Ο γάτος εμφανίστηκε σαν από θαύμα – ένας παχουλός, γουργουρητός τρακτέρ πάνω σε μαλακές πατούσες. Πήδηξε στα γόνατά του, κουλουριάστηκε. Ζεστός, ζωντανός.

Ο Ανδρέας Παυλίδης τον χάιδεψε πίσω από το αυτί. Ο Μάκης έκλεισε τα μάτια του από ευχαρίστηση, κι ο ιδιοκτήτης ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Έξι μήνες τώρα μόνος.

– Τι θα κάνουμε εμείς οι δύο, ε; – ψιθύρισε ο γέρος. – Τα φάρμακα τελειώνουν, και η σύνταξη το ίδιο.

Ο γάτος γουργούριζε, ανυποψίαστος. Ο Ανδρέας άνοιξε το κομπιουτεράκι. Τροφή – τριάντα ευρώ τον μήνα. Άμμος – δέκα πέντε. Για κτηνίατρο καλύτερα να μην το σκέφτεται.

Και τα χάπια για την πίεση κοστίζουν σαράντα ευρώ. Κάθε μήνα.

– Καταλαβαίνεις, Μάκη, δεν θέλω να σε αποχωριστώ, απλώς δεν τα βγάζω πέρα πια.

Πληκτρολόγησε στην αγγελία: «Γάτος σε καλά χέρια. Τριάντα ευρώ». Το έσβησε. Έγραψε από την αρχή: «Πουλάω γάτο. Πενήντα ευρώ».

Το κινητό χτύπησε αμέσως. Γυναικεία φωνή:

– Γεια σας, τηλεφωνώ για τον γάτο. Μπορώ να τον δω;

– Μπορείτε, – απάντησε βραχνά ο Ανδρέας. – Ελάτε.

Σε μία ώρα χτύπησε η πόρτα. Στο κατώφλι στεκόταν μια γυναίκα γύρω στα πενήντα με θλιμμένα μάτια.

– Ελένη, – συστήθηκε. – Πού είναι το γατί;

Ο Μάκης, λες και το ‘χε συνεννοηθεί, βγήκε από την κουζίνα, αλλά όχι προς την επισκέπτρια – προς τον αφεντικό του. Τριβόταν στα πόδια του, γουργούριζε, τον κοίταζε με μάτια ερωτευμένα.

– Να τον, ο πορτοκαλής μου, – είπε ο Ανδρέας, προσπαθώντας να μιλάει αδιάφορα. – Καλός γάτος. Τρυφερός.

Η Ελένη έσκυψε, άπλωσε το χέρι. Ο Μάκης μύρισε, αλλά δεν πήγε κοντά της. Γύρισε πίσω στον αφεντικό του.

– Και γιατί τον πουλάτε; – ρώτησε ήσυχα η γυναίκα.

– Έτσι, οι συνθήκες, – μουρμούρισε ο γέρος, αποφεύγοντας το βλέμμα της.

Τότε η Ελένη πρόσεξε: τα χέρια του συνταξιούχου έτρεμαν. Κι ο γάτος δεν απομακρυνόταν ούτε βήμα από κοντά του.

Η Ελένη γύρισε αργά το βλέμμα της στο διαμέρισμα. Παντού καθαρό, τακτοποιημένο, αλλά άδειο κάπως. Στο περβάζι ένας ξερός φίκος. Στο τραπέζι ένα κουτάκι με χάπια, σχεδόν άδειο. Κι άλλο ένα, επίσης σχεδόν άδειο.

– Ωραίο σπίτι, – είπε. – Πολλά χρόνια εδώ;

– Σαράντα, – απάντησε ο Ανδρέας, χαϊδεύοντας τον Μάκη. – Με τη γυναίκα μου το αγοράσαμε…

Δεν τελείωσε. Δεν χρειαζόταν.

Η Ελένη έγνεψε. Κι αυτή δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που έχασε τη Μίνα – ένα σκυλάκι αδέσποτο που έζησε δεκαπέντε χρόνια. Το κενό στο σπίτι ήταν τέτοιο που οι τοίχοι κόντευαν να γκρεμιστούν.

– Ο γάτος δεν είναι άρρωστος; – ρώτησε.

– Όχι, υγιής. Απλώς εγώ… – Δίστασε. – Δεν τα βγάζω πέρα πια. Η ηλικία, καταλαβαίνετε.

Ο Μάκης ξαφνικά νιαούρισε παρατεταμένα και τρίφτηκε στο πόδι του αφεντικού του. Σαν να καταλάβαινε τι γινόταν.

– Τι τροφή του δίνετε; – συνέχισε τις ερωτήσεις η Ελένη.

Ο Ανδρέας έδειξε την κουζίνα. Εκεί ήταν δύο μπολάκια – ένα με νερό, ένα με ξηρά τροφή. Φτηνή, από τον Σκλαβενίτη. Ούτε η χειρότερη, αλλά ούτε και καλή.

– Είναι επιλεκτικός στο φαγητό;

– Όχι, ό,τι του δώσεις, τρώει. Καλό παιδί. Πολύ έξυπνος. Όταν η Δέσποινα ήταν άρρωστη, ξάπλωνε πάνω στο κρεβάτι της, τη ζέσταινε. Σαν να καταλάβαινε. – Η φωνή του έτρεμε.

Η Ελένη κάθισε στα γόνατα μπροστά στον γάτο. Ο Μάκης την κοίταξε, αλλά συνέχιζε να κολλάει στον αφεντικό του.

– Πείτε μου ειλικρινά, – ρώτησε χαμηλόφωνα, – γιατί ζητάτε πενήντα ευρώ;

Ο γέρος τα ’χασε:

– Μα, καλός γάτος είναι. Μπαίνει.

– Ο Μάκης είναι γάτος αυλής, – αντέτεινε απαλά η Ελένη. – Όμορφος, αλλά αυλής. Κι εσείς τον αγαπάτε. Γιατί λοιπόν τον πουλάτε;

Ο Ανδρέας γύρισε προς το παράθυρο. Έμεινε σιωπηλός. Ο Μάκης γουργούριζε στα γόνατά του, κι ο ιδιοκτήτης τον χάιδευε με τρεμάμενα χέρια.

– Τα φάρμακα ακρίβυναν. Κι η τροφή. Αρρώστησε πριν ένα μήνα, τον πήγαμε κτηνίατρο. Πενήντα ευρώ έδωσα. Τα τελευταία.

– Δεν έχετε κόρη; Γιο; Συγγενείς;

– Η κόρη μου ζει στη Γερμανία. Μεγαλώνει τρία δικά της παιδιά, δεν προλαβαίνει τον γέρο. Κι εγώ δεν ζητάω τίποτα.

Αναστέναξε.

– Με τη Δέσποινα τα βγάζαμε πέρα. Μόνος μου, δεν γίνεται.

Η Ελένη άκουγε κι ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται. Να τον, αυτός ο περήφανος γέρος, πουλάει το μόνο ζωντανό που του έμεινε στο σπίτι. Κι ο γάτος δεν καταλαβαίνει, κολλάει πάνω του, τον εμπιστεύεται.

– Κι αν δεν τον αγοράσω; – ρώτησε.

– Κάποιος άλλος θα τον αγοράσει. – Η φωνή σταθερή, αλλά τα χέρια τρέμουν. – Η αγγελία υπάρχει, έχω τηλέφωνα.

– Και δεν σας πειράζει;

Ο Ανδρέας σήκωσε απότομα το κεφάλι:

– Νομίζετε ότι μου είναι εύκολο; Νομίζετε ότι το κάνω από καλή ζωή;

Κόπηκε, έσφιξε τα χείλη. Ο Μάκης φοβήθηκε την απότομη κίνηση, πήδηξε από τα γόνατα, αλλά δεν πήγε μακριά – κάθισε δίπλα.

Και τότε η Ελένη κατάλαβε: δεν μπορούσε απλώς να αγοράσει τον γάτο και να φύγει. Δεν γινόταν να τους χωρίσει.

Αλλά κάτι έπρεπε να σκεφτεί.

Η Ελένη σώπασε. Πολλή ώρα.

– Ανδρέα Παυλίδη, κι αν δεν αγοράσω τον γάτο; – είπε.

Ο γέρος αναπήδησε:

– Τι δεν θα τον αγοράσετε; Και γιατί ήρθατε;

– Ήρθα να τον δω. Τον είδα. Και κατάλαβα – δεν θα τον αγοράσω.

Ο Ανδρέας χλόμιασε. Τα χέρια έτρεμαν περισσότερο.

– Εσείς με πήρατε! Εσείς είπατε ότι θέλετε γάτο!

– Θέλω. – Η Ελένη σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε στο παράθυρο. – Αλλά όχι αυτόν.

– Τι δεν του κάνει;

Γύρισε. Κι ο γέρος είδε δάκρυα στα μάτια της.

– Ο γάτος είναι μια χαρά. Αλλά ο ιδιοκτήτης του όχι.

– Δεν καταλαβαίνω.

– Καταλαβαίνετε, Ανδρέα Παυλίδη. – Η φωνή έτρεμε. – Δεν πέρασε πολύς καιρός που έχασα το σκυλί μου. Γέρικο, άρρωστο. Δεκαπέντε χρόνια μαζί μου. Και ξέρετε τι ήταν το χειρότερο πριν φύγει; Όχι η αρρώστια. Όχι ο πόνος. Αλλά που με κοιτούσε και λες και ζητούσε συγγνώμη. Για τις στενοχώριες που μου προκαλούσε.

Ο Ανδρέας κατάπιε. Ο Μάκης πλησίασε, τρίφτηκε στο πόδι του.

– Και τώρα σας βλέπω εσάς με τον Μάκη – και βλέπω το ίδιο. Εκείνος σας αναζητά, κι εσείς ντρέπεστε που δεν μπορείτε να τον θρέψετε. Νομίζετε ότι κάνετε το σωστό, δίνοντάς τον σε καλά χέρια.

– Και δεν είναι σωστό; – φούντωσε ο γέρος. – Καλύτερα να πεινάσει μαζί μου;

– Και ποιος είπε ότι θα πεινάσει;

Ακολούθησε σιωπή. Ο Μάκης νιαούρισε – απαλά, παρατεταμένα.

– Σας προτείνω κάτι άλλο, – συνέχισε η Ελένη. – Θα φέρνω εγώ τροφή. Κάθε βδομάδα. Και λεφτά για τον κτηνίατρο – αν χρειαστεί.

– Τι; – Ο Ανδρέας την κοίταξε σαν τρελή. – Γιατί να το κάνετε αυτό;

– Γιατί θέλω να βοηθήσω τον γάτο. Αλλά δεν θέλω να σας χωρίσω. – Χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυα. – Μπορείτε να το πείτε ενοικίαση ευτυχίας.

– Ενοικίαση;

– Ναι. Πληρώνω για να έρχομαι και να χαϊδεύω τον Μάκη. Και ταυτόχρονα έχω λόγο να επισκέπτομαι έναν μοναχικό άνθρωπο. Να πιούμε τσάι. Να μιλήσουμε.

Ο γέρος έμεινε σιωπηλός. Τα μάτια του ορθάνοιχτα, τα χείλη τρεμάμενα.

– Είναι ταπεινωτικό, – μουρμούρισε.

– Γιατί ταπεινωτικό; – απόρησε ειλικρινά η Ελένη. – Είναι μια συμφωνία. Μια τίμια συμφωνία. Εγώ παίρνω τον γάτο για συντροφιά – εσείς παίρνετε βοήθεια για την τροφή. Αμοιβαίο όφελος.

– Όχι! Δεν είμαι ζητιάνος! Δεν είμαι επαίτης! – Ο Ανδρέας σηκώθηκε απότομα.

– Ποιος το είπε αυτό;

– Εσείς! Μου προσφέρετε λεφτά σε έναν άγνωστο γέρο!

Η Ελένη κούνησε το κεφάλι:

– Προτείνω συμφωνία. Πληρώνω για την επαφή με τον γάτο. Και με έναν έξυπνο, ενδιαφέροντα άνθρωπο που τον μεγάλωσε.

– Μη! – Η φωνή έσπασε. – Μη με λυπάστε!

Κι εκεί σώπασε. Κάθισε πίσω στην πολυθρόνα. Έσκυψε το κεφάλι.

Ο Μάκης πήδηξε πάλι στα γόνατά του.

– Ξέρετε ποιο είναι το χειρότερο, Ανδρέα Παυλίδη; – ρώτησε χαμηλόφωνα η Ελένη. – Όχι η φτώχεια. Ούτε τα γεράματα. Αλλά η περηφάνια. Που σε εμποδίζει να δεχτείς βοήθεια.

– Δεν είναι περηφάνια, – ψιθύρισε. – Είναι ντροπή.

– Ντροπή για τι;

– Που δεν τα κατάφερα. Που πέθανε η γυναίκα μου κι εγώ έμεινα. Που δεν μάζεψα λεφτά. Που η κόρη μου είναι μακριά. Που ούτε τον γάτο δεν μπορώ να θρέψω.

Δάκρυα κύλησαν στα ρυτιδιασμένα μάγουλά του.

– Και τώρα ήρθατε κι εσείς. Και μου προσφέρετε βοήθεια. Κι εγώ σαν τον τελευταίο…

– Χαζό; – τον διέκοψε απαλά η Ελένη.

– Ναι. Χαζό.

Εκείνη πλησίασε, κάθισε στα γόνατα δίπλα στην πολυθρόνα:

– Ανδρέα Παυλίδη. Εγώ έχω ένα άδειο σπίτι. Ένα χαμένο σκυλί. Μια δουλειά που δεν έχω όρεξη να πάω. Κανέναν δίπλα μου να του πω πώς πέρασε η μέρα μου. Εσείς έχετε τον Μάκη. Κι έχεις καλή καρδιά.

– Από πού το ξέρετε για την καλή καρδιά;

– Γιατί ένας κακός άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπάει τόσο τον γάτο του.

Ο Μάκης γουργούρισε πιο δυνατά, σαν να συμφωνούσε.

– Λοιπόν, τι λέτε; Συμφωνούμε;

Ο Ανδρέας έμεινε για πολλή ώρα σιωπηλός. Χάιδευε την πορτοκαλί γούνα. Σκεφτόταν.

Ο γέρος αναστέναξε. Βαθιά, βαθιά.

– Τότε, ίσως να δοκιμάσουμε;

Πέρασαν δύο μήνες.

Ο Ανδρέας Παυλίδης καθόταν στο παράθυρο με τον Μάκη στα γόνατα και κοίταζε την αυλή. Σε λίγο θα ερχόταν η Ελένη – κάθε Τρίτη έφερνε τροφή και καμιά λιχουδιά.

– Ακούς, πορτοκαλή; – είπε σιγανά στον γάτο. – Νομίζω βήματα γνωστά.

Ο Μάκης σήκωσε το κεφάλι, τέντωσε τα αυτιά. Ναι, σίγουρα – αυτή ήταν.

Χτύπος στην πόρτα.

– Ανδρέα Παυλίδη; Εγώ είμαι!

– Περάστε, περάστε! – Ο γέρος σηκώθηκε, ίσιωσε το πουκάμισο. Σε δύο μήνες είχε ζωντανέψει, τα μάγουλά του είχαν ροδίσει.

Η Ελένη μπήκε με μεγάλες σακούλες, χαμογελαστή:

– Γεια σου, όμορφε! – Αυτό για τον Μάκη.

Ο γάτος αμέσως γουργούρισε και τρίφτηκε στα πόδια της.

– Και γεια σας, Ανδρέα Παυλίδη. Πώς είστε; Πώς η υγεία;

– Μια χαρά. Χθες πήγα στο γιατρό – η πίεση φυσιολογική. Τα χάπια σας βοηθάνε.

– Α, αύριο Σάββατο, μήπως να πάμε μια βόλτα στο πάρκο; Να βγάλουμε τον Μάκη με το λουρί;

Ο Ανδρέας ντράπηκε:

– Τι λέτε. Στο πάρκο. Ο κόσμος θα κοιτάει – γέρος με γάτο στο λουρί.

– Ας κοιτάνε! – γέλασε η Ελένη. – Θα ζηλεύουν που έχετε τέτοιον όμορφο. Έτσι, Μάκη;

Ο γάτος νιαούρισε – επιδοκιμαστικά.

Ήπιαν τσάι στην κουζίνα. Ο Ανδρέας έλεγε για τους γείτονες, για τα νέα στην αυλή. Κι η Ελένη άκουγε, κουνούσε το κεφάλι, γελούσε. Σε δύο μήνες είχε δημιουργηθεί μια ιδιαίτερη σχέση – όχι συγγενική, αλλά πολύ ζεστή.

– Ξέρετε, – είπε εκείνη τελειώνοντας το τσάι, – σας πήρε τηλέφωνο η κόρη σας αυτή την εβδομάδα;

– Με πήρε. Με ρώτησε πώς είμαι. Της είπα για εσάς.

– Και τι είπε;

– Απόρησε, – ομολόγησε ο γέρος. – Είπε: «Μπαμπά, χαίρομαι που έχεις μια φίλη». Φίλη, – Χαμογέλασε. – Παράξενο ακούγεται στην ηλικία μου, έτσι;

– Γιατί παράξενο; Η φιλία δεν έχει ηλικία.

Ο Μάκης ξαφνικά πήδηξε από το περβάζι και πήγε στο μπολάκι του. Γεμάτο με καλής ποιότητας τροφή, που δεν ήταν πια πρόβλημα.

– Και να σκεφτείς ότι ήθελα να τον πουλήσω, – είπε σιγανά ο Ανδρέας.

– Καλά που δεν τον πουλήσατε.

– Ναι… Τότε νόμιζα ότι ήταν το τέλος του κόσμου. Αποδείχτηκε η αρχή μιας νέας ζωής.

Η Ελένη έγνεψε:

– Μερικές φορές οι πιο φοβερές στιγμές φέρνουν τις πιο φωτεινές αλλαγές.

Έμειναν σιωπηλοί, παρακολουθώντας τον Μάκη να τρώει με εργατικότητα. Είχε πια τα πάντα – τροφή, χάδια, προσοχή από δύο ανθρώπους που τον αγαπούσαν.

Rate article
News 24 Justall
Ο συνταξιούχος Μιχάλης αποφάσισε να πουλήσει τη γάτα του, αλλά η απρόσμενη αντίδραση της αγοράστριας τον εξέπληξεΗ αγοράστρια, αντί να πάρει τη γάτα, του είπε ότι θα πλήρωνε για να την κρατήσει εκείνος, με την προϋπόθεση να τον επισκέπτεται κάθε εβδομάδα.