Μερικές φορές η ζωή φέρνει τέτοιες ιστορίες, που μετά σκέφτεσαι – δεν γίνεται να ήταν έτσι. Αλλά ήταν έτσι.
Στην αυλή της πολυκατοικίας στην οδό Αθηνάς εμφανίστηκε ένα σκυλί. Μεγάλο, κόκκινο με μαύρες βούλες. Το ένα αυτί σκισμένο, το πίσω πόδι το σερνόταν.
Οι άνθρωποι αμέσως τρόμαξαν. Ακόμα – ένα τεράστιο σκυλί, και μάλιστα ανάπηρο. Και τα ανάπηρα ζώα, όπως είναι γνωστό, είναι πιο επικίνδυνα. Έτσι νόμιζαν οι ένοικοι.
– Πρέπει να τηλεφωνήσουμε στην υπηρεσία, – έλεγε η θεία Ζωή από το ισόγειο, σκουντουφλώντας τα γυαλιά της. – Αλλιώς θα δαγκώσει κάποιον.
– Σωστά, – συμφωνούσε ο μπάρμπα Βασίλης από τον τέταρτο. – Εδώ έχει πολλά παιδιά στην αυλή.
Κι όλοι άρχισαν να αποφεύγουν το σκυλί. Σαν να μην ήταν ξαπλωμένο ήσυχα στην είσοδο, αλλά να γρύλιζε και να ορμούσε. Αυτό όμως απλά ήταν ξαπλωμένο. Και έτρεμε. Ακόμα και στον ήλιο του Οκτώβρη έτρεμε.
Η Αλίκη πρόσεξε το σκυλί από την πρώτη μέρα. Το κορίτσι γενικά πρόσεχε αυτό που οι μεγάλοι προσπερνούσαν χωρίς να κοιτάξουν. Ίσως γιατί κι η ίδια συχνά αισθανόταν αόρατη. Μετά τον θάνατο του μπαμπά, ο κόσμος είχε γίνει κάπως διαφορετικός. Γκρίζος, σκέφτηκε.
– Μαμά, τι έχει αυτό το σκυλί; – ρώτησε καθώς γύριζαν από το σουπερμάρκετ.
– Ποιο σκυλί; – Η Ειρήνη ούτε που κοίταξε προς την είσοδο.
– Εκείνο εκεί. Πονάει το ποδαράκι του;
Η μαμά το είδε επιτέλους. Κι έπιασε αμέσως το χέρι της κόρης πιο σφιχτά.
– Μην πλησιάζεις, Αλίκη μου. Μπορεί να είναι άρρωστο. Ή κακό.
– Μα δεν είναι κακό, – είπε σιγά το κορίτσι. – Είναι λυπημένο.
Οι μεγάλοι για κάποιο λόγο δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν τη λύπη από τον θυμό. Ειδικά στα ζώα. Η Αλίκη το είχε προσέξει από καιρό.
Οι μέρες περνούσαν. Το σκυλί δεν πείραζε κανέναν. Ξαπλωμένο στον τοίχο, μερικές φορές προσπαθούσε να σηκωθεί – κούτσαινε προς τους κάδους, κάτι έψαχνε. Δεν έβρισκε τίποτα, γύριζε. Κι άπλωνε πάλι.
Κι οι ένοικοι όλο μιλούσαν και μιλούσαν.
– Σύντομα θα κρυώσει, κι αυτό εδώ.
– Χθες τα παιδιά περνούσαν τρέχοντας, και σήκωσε το κεφάλι. Τρόμαξαν, βέβαια.
– Τι κεφάλι – είναι τεράστιο!
Η Αλίκη κάθε μέρα κοιτούσε από το παράθυρο. Ο τρίτος όροφος – φαινόταν ακριβώς όλο.
– Μαμά, γιατί κανείς δεν το βοηθάει;
– Γιατί δεν είναι δική μας δουλειά, παιδί μου.
Μα η Αλίκη νόμιζε ότι προβλήματα είναι όταν δεν έχεις λεφτά για καινούριες μπότες ή όταν πονάει το δόντι. Εδώ όμως κάποιος πεθαίνει μπροστά σε όλους. Κι όλοι κάνουν πως δεν βλέπουν.
Το Σάββατο το πρωί το κορίτσι ξύπνησε νωρίς. Κοίταξε έξω – το σκυλί ήταν ξαπλωμένο, αλλά κάπως παράξενο. Στο πλάι. Και δεν κουνιόταν καθόλου.
– Μαμά! – Η Αλίκη έτρεξε στην κουζίνα. – Εκείνο το σκυλί, είναι…
– Τι έγινε;
– Νομίζω πως είναι πολύ άσχημα.
Η Ειρήνη στάθηκε στο παράθυρο. Κοίταξε. Πράγματι – κάτι δεν πήγαινε καλά.
– Μάλλον αρρώστησε, – αναστέναξε η μαμά. – Καϋμένο ζώο.
– Τότε ας το βοηθήσουμε!
– Αλίκη, δεν μπορούμε.
– Γιατί δεν μπορούμε;
Ναι, γιατί; Η Ειρήνη ούτε η ίδια ήξερε. Απλά δεν γίνεται – και τέλος. Έχουν κι αυτές τα βάσανά τους.
Αλλά το μεσημέρι το σκυλί προσπάθησε να σηκωθεί. Κι έπεσε. Έπεσε στο πλάι. Κι έτσι έμεινε. Μόνο ανάσαινε βαριά – φαινόταν πώς τα πλευρά ανεβοκατεβαίνουν.
Η Αλίκη το είδε.
Φόρεσε το μπουφάν. Πήρε από το ψυγείο λουκάνικο. Η μαμά ήταν στο μπάνιο.
Στην αυλή το σκυλί ήταν ξαπλωμένο με κλειστά μάτια. Από κοντά φαινόταν ακόμα πιο μεγάλο. Αλλά καθόλου τρομακτικό. Απλά κατακουρασμένο μέχρι θανάτου.
– Γεια σου, – είπε σιγά η Αλίκη. – Τι κάνεις;
Το σκυλί άνοιξε τα μάτια. Κοίταξε το κορίτσι. Κι είχε τόση έκπληξη σ’ αυτό το βλέμμα – σαν να νόμιζε πως οι άνθρωποι δεν ξέρουν πια να μιλάνε στα ζώα.
– Σου έφερα λίγο λουκάνικο. Θέλεις;
Η Αλίκη άπλωσε το χέρι με την τροφή. Το σκυλί μύρισε, αλλά δεν έφαγε. Μόνο έγλειψε τα δάχτυλα του κοριτσιού. Η γλώσσα του ήταν καυτή.
– Είσαι άρρωστο, έτσι; – Η Αλίκη χάιδεψε προσεκτικά το κόκκινο κεφάλι. – Κι όλοι σε φοβούνται. Νομίζουν πως είσαι κακό. Αλλά δεν είσαι.
Και τότε το σκυλί έκανε κάτι εκπληκτικό. Ακούμπησε το κεφάλι του – βαρύ, μεγάλο – πάνω στα γόνατα της Αλίκης. Και έκλεισε τα μάτια.
– Αλίκη! Αλίκη, φύγε αμέσως!
Η μαμά έτρεχε στην αυλή, κουνώντας τα χέρια. Τα μαλλιά βρεγμένα, η ρόμπα ανοιχτή – προφανώς είχε πεταχτεί κατευθείαν από το μπάνιο.
– Τρελάθηκες; Μπορεί να σε δαγκώσει!
– Μαμά, δεν δαγκώνει. Κοίτα – είναι άρρωστο.
Η Ειρήνη σταμάτησε τρία βήματα μακριά. Κοίταζε την κόρη της που καθόταν δίπλα σ’ ένα τεράστιο σκυλί και το χάιδευε στο κεφάλι. Κι εκείνο ήταν εντελώς ήρεμο.
– Μαμά, θυμάσαι που μου έλεγες για τον μπαμπά; Ότι όταν ήταν μικρός κουβαλούσε όλες τις αδέσποτες γάτες σπίτι;
Η Ειρήνη θυμόταν. Ο πεθερός το είχε πει – ο Σέργιος ήταν έτσι. Σπλαχνικός παρά λογικό.
– Κι έλεγες ότι το χειρότερο είναι να προσπερνάς τον πόνο του άλλου.
Πότε τα είχε πει αυτά; Α, ναι. Μετά την κηδεία. Όταν η Αλίκη ρωτούσε γιατί ο μπαμπάς πήγαινε στο νοσοκομείο και διάβαζε βιβλία σε άγνωστους γέρους.
– Μαμά, ας μην τον προσπεράσουμε;
Η Ειρήνη κοίταζε την κόρη της. Κι είδε ξαφνικά τον Σέργιο. Εκείνον τον μικρό που κουβαλούσε γάτες. Που ποτέ δεν μπορούσε να προσπεράσει μια δυστυχία.
– Σήκω σιγά-σιγά, – είπε εκείνη. – Αλλά προσεκτικά.
Μα το σκυλί σαν να κατάλαβε. Μόνο του σήκωσε το κεφάλι, άφησε το κορίτσι. Κοίταξε την Ειρήνη μ’ ένα βλέμμα… Σαν να έλεγε: «Δεν θα της κάνω κακό. Μα τον λόγο μου.»
– Δεν τρώει, – είπε η Αλίκη. – Μάλλον είναι πολύ άρρωστο.
Η Ειρήνη πλησίασε. Κάθισε οκλαδόν δίπλα. Το σκυλί δεν γρύλισε, δεν έδειξε δόντια. Μόνο κοίταζε. Με έξυπνα, λυπημένα μάτια.
– Πονάει το πόδι; – ρώτησε η Ειρήνη, κι η ίδια ξαφνιάστηκε που μιλούσε στο σκυλί σαν να ήταν παιδί.
Το σκυλί σαν να κούνησε το κεφάλι.
– Εντάξει, – αναστέναξε η μαμά. – Πάμε να τηλεφωνήσουμε.
Ο γιατρός Παπαδόπουλος ήρθε σε μισή ώρα.
– Κάταγμα. Παλιό, που δεν έγιανε σωστά. Αλλά είναι διορθώσιμο, – είπε εξετάζοντας το πόδι. – Σκυλί ράτσας. Γερμανικός ποιμενικός. Μάλλον χάθηκε.
– Τι θα γίνει μ’ αυτό; – ρώτησε η Αλίκη.
– Αν δεν το πάρει κανείς…
– Θα το πάρουμε εμείς.
Η Ειρήνη κοίταξε την κόρη. Το σκυλί. Το κόκκινο φουλάρι στο πόδι.
Πότε το μικρό της κορίτσι έγινε τόσο μεγάλο;
Ένα μήνα μετά.
Η Λούλα (έτσι την είχε βαφτίσει η Αλίκη) κοιμόταν στο χαλάκι δίπλα στο κρεβάτι. Το πόδι είχε γιατρευτεί. Το τρίχωμα γυάλιζε.
– Μαμά, – είπε το κορίτσι πριν τον ύπνο. – Γιατί όλοι τη φοβόντουσαν; Είναι τόσο καλή.
Η Ειρήνη χάιδευε τα μαλλιά της κόρης.
– Ξέρεις. Μερικές φορές οι άνθρωποι φοβούνται να δείξουν καλοσύνη. Μην παρεξηγηθούν; Μην τους κρίνουν;
– Ανόητο.
– Ναι. Ανόητο.
Μετά το μεσημεριανό, η Ειρήνη στάθηκε και κοίταζε από το παράθυρο.
Στην αυλή, η Αλίκη έπαιζε με τη Λούλα. Το σκυλί τραβούσε απαλά, τρυφερά το κορίτσι. Κι εκείνο γελούσε.
Εκείνη τη μέρα, η κόρη της την έμαθε να μη φοβάται.
Να μη φοβάται την καλοσύνη.
Να μη φοβάται να απλώσει το χέρι σ’ αυτόν που το έχει ανάγκη.
Κι από την αυλή αντηχούσε το γέλιο.
Και το γαύγισμα ενός μεγάλου καλού σκυλιού που επιτέλους βρήκε σπίτι.







