Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν ένα γιο. Είχα σκεφτεί και το όνομα – Τιμόθεο. Όμως, η τύχη τα έφερε έτσι που στο σπίτι μεγάλωναν τρεις κόρες…
Η γυναίκα μου, η Ελένη, δεν έχανε το κέφι της:
— Κοίτα όμως τι ωραίες που μας βγήκαν! – έλεγε συνέχεια.
Εγώ χαμογελούσα και κουνούσα το κεφάλι. Φυσικά, αγαπούσα τρελά τα πανέξυπνα κοριτσάκια μου. Αλλά κάποιες φορές, όταν έβλεπα τον γείτονα να παίζει μπάλα με τους γιους του, ένα μικρό τσίμπημα ζήλειας με άγγιζε.
— Άσε τα λόγια, Δημήτρη! Η Μελίνα σου πηγαίνει καράτε. Τσακώνεται καλύτερα από κάθε αγόρι, – μου έλεγε ο φίλος μου.
Γελούσα. Η Μελίνα, στα δέκα της, ήταν πράγματι ένα παλικάρι. Οι δίδυμες αδελφές της, η Σοφία και η Ειρήνη, επτά χρονών, είχαν κι αυτές σπιρτόζικο χαρακτήρα.
Μα το όνειρο για γιο δεν με εγκατέλειπε…
Οι κόρες μου είχαν κι εκείνες ένα όνειρο: να αποκτήσουν κατοικίδιο.
— Με τίποτα. Δεν αντέχω ένα διαρκώς γαβγίζον πλάσμα στο σπίτι, – απέκρουα τα παρακάλια τους για σκύλο.
— Η γάτα θα καταστρέψει όλες τις ταπετσαρίες. Τα χάμστερ βρωμάνε. Ο παπαγάλος είναι υπερβολικά θορυβώδης, – απέρριπτα κάθε επόμενη πρόταση.
Τα κορίτσια συνοφρυώνονταν και θύμωναν.
— Η Νίκη και η Άννα έχουν δύο σκύλους στο σπίτι! Και δεν τρέχει τίποτα! – διαμαρτυρόταν ψιθυριστά η Μελίνα, αλλά εγώ ήμουν αμετάπειστος.
— Κάτι θα σκεφτούμε, – τις παρηγορούσε η Σοφία, που δεν το ‘βαζε κάτω.
Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου. Τα κορίτσια κάθονταν στο δωμάτιο της Μελίνας και μάλωναν για το δώρο.
— Θερμός; Σετ ξυρίσματος;
— Όχι βρε! Πολύ μπανάλ!
— Τότε σκέψου εσύ, αφού είσαι τόσο έξυπνη! Εμείς θα ζωγραφίσουμε μια κάρτα! Δύο μέρες έμειναν!
— Ντροπή, νηπιαγωγείο! Το δώρο πρέπει να είναι απρόβλεπτο και αξέχαστο! Έτσι λέει η μαμά.
Η συζήτηση κρατούσε μισή ώρα και κόντευε να εξελιχθεί σε καβγά, όταν χτύπησε το τηλέφωνο:
— Μελίνα, βγάλατε τα σκουπίδια; – ρώτησε η μαμά.
— Φυσικά… τα βγάλαμε. Όλα. Έρχεσαι σπίτι; – είπε ψέματα χωρίς να κοκκινίσει η Μελίνα. Κι όταν βεβαιώθηκε ότι η μαμά αργεί, ετοιμάστηκε γρήγορα να βγει.
— Ερχόμαστε μαζί! – την ακολούθησαν οι δίδυμες.
— Τι, θα βγούμε και οι τρεις μ’ ένα σακί σκουπίδια; – αναστέναξε η Μελίνα.
Ωστόσο, σε λίγα λεπτά όλη η παρέα είχε βγει από την πολυκατοικία.
— Ακούτε; Κάτι κλαίει εκεί, στους κάδους, – είπε σιγά η Ειρήνη.
Τα κορίτσια σταμάτησαν και κούνησαν το κεφάλι. Πλησιάζοντας, κατάλαβαν πως από τους κάδους ακουγόταν ένα αξιολύπητο νιαούρισμα.
— Δεν μπορεί, κάποιος πέταξε γάτα εκεί; – είπε αβέβαια η Μελίνα.
Η Σοφία ανασήκωσε τους ώμους κι άρχισε να πετάει έξω τις σακούλες με τα σκουπίδια.
Οι αδερφές, ζαρώνοντας τη μύτη, άρχισαν να τη βοηθάνε. Σαν να κατάλαβε ότι η σωτηρία είναι κοντά, η γάτα έβγαλε μια απεγνωσμένη κραυγή.
— Ελπίζω να μη μας επιτεθεί από κει μέσα. Γιατί δεν βγαίνει; Κόλλησε; – φυσούσε η Μελίνα, σκυμμένη πάνω από τον κάδο.
Από την άλλη πλευρά, η Σοφία κι η Ειρήνη δούλευαν με όρεξη.
Σε λίγα λεπτά βρήκαν την απάντηση:
— Τρελάθηκαν τελείως οι μεγάλοι. Σκέψου να τυλίξουν μια γάτα σε σακούλα σκουπιδιών και να την πετάξουν! – αγανάκτησε η Μελίνα λύνοντας το πλαστικό, απ’ όπου κοιτούσε μια τρομαγμένη κόκκινη γάτα.
— Τι όμορφη και χαδιάρα! Πώς μπόρεσαν να πετάξουν το καημένο; – αναστέναξε η Ειρήνη.
Η γάτα αμέσως σκαρφάλωσε στην αγκαλιά της και κόλλησε, τρέμοντας.
— Τι κάνατε εδώ, μικρές λησταρχίνες; Σκορπίσατε όλα τα σκουπίδια! Θα το πω στους γονείς σας. Βρήκαν διασκέδαση που λείπει ο πατέρας κι η μητέρα! – φώναζε σε όλη τη γειτονιά η κυρία Φωτεινή.
Να τα βάλεις με την αυστηρή γυναίκα ήταν άσκοπο. Πλησίαζε γοργά, παρά την ηλικία της.
— Φύγαμε, – πρόσταξε η Μελίνα.
Κι οι αδερφές όρμησαν προς την είσοδο. Πίσω τους ακούγονταν θυμωμένες φωνές.
— Ουφ, γλιτώσαμε, – ξέπνοα είπε η Σοφία κλείνοντας την πόρτα.
— Θα παραπονεθεί, θα δείτε. Θυμάστε που σπάσαμε το τζάμι στην είσοδο; Εκείνη ήταν μπροστά και το ίδιο βράδυ το ‘πε στον μπαμπά, – μόρφασε η Μελίνα θυμίζοντας τα παλιά.
Εκείνη την ώρα, εγώ γύριζα από τη δουλειά. Με διάθεση υπέροχη. Μπροστά μου είχα Σαββατοκύριακο και γενέθλια. Από μικρός λάτρευα αυτή τη γιορτή και χαιρόμουν να τη γιορτάζω με την οικογένεια.
Ξαφνικά εμφανίστηκε μια τσιγγάνα δίπλα μου:
— Ένα απρόσμενο δώρο σε περιμένει, καλέ μου! Θα χαρείς, θα γελάσεις! – είπε γρήγορα, ακουμπώντας το χέρι μου, κι έφυγε.
«Παράξενη, αυτή η τσιγγάνα. Παλιά ζητούσαν να τους βάλεις χρήματα στο χέρι», σκέφτηκα χαμογελώντας κι αδιαφόρησα…
Στο σπίτι, η συζήτηση είχε ανάψει:
— Η μαμά τι θα δώσει; Το μάθατε; – ρώτησε η Μελίνα τις αδερφές, αλλά εκείνες ανασήκωσαν τους ώμους.
— Το ρώτησα, αλλά είπε ότι είναι έκπληξη. Όλοι θα το μάθουμε όταν έρθει η ώρα, – αποκρίθηκε η Σοφία.
Κι αυτό ήταν παράξενο. Η μαμά πάντα ετοίμαζε τη γιορτή του μπαμπά μαζί τους.
— Την είδα να βάζει κάτι σε έναν φάκελο. Μήπως εισιτήρια για ταξίδι σε κάποιο νησί; Θυμάστε που ονειρεύονταν να πάνε διακοπές μαζί; – αναρωτήθηκε η Ειρήνη.
— Μπορεί. Αλλά η δική μας έκπληξη δεν θα είναι λιγότερη. Θα μείνει αξέχαστη και εντελώς απροσδόκητη για τον μπαμπά, – γέλασε η Μελίνα.
— Το κυριότερο, να μην την ανακαλύψει πριν την ώρα του, – έβαλε το δάχτυλο στα χείλη η Σοφία.
Χτύπησε το κουδούνι. Τα κορίτσια άνοιξαν. Στην πόρτα στεκόμασταν εγώ κι η Ελένη.
— Κάτι είστε σήμερα υπερβολικά ήσυχες. Ομολογήστε αμέσως τι σκαρώσατε πάλι, – είπε η Ελένη κοιτώντας τις.
Οι αδερφές διαβεβαίωσαν ότι όλα είναι εντάξει.
— Βγάλαμε και σκουπίδια! – ανάγγειλε η Μελίνα.
— Ωραία. Και γιατί το μπάνιο είναι τόσο μουσκεμένο; – ρώτησε η μητέρα πλησιάζοντας στο νεροχύτη.
Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν.
— Συγγνώμη, μαμά, ήθελα να πλύνω ένα μπλουζάκι. Λέρωσα λίγα, – κατέβασε τα μάτια η Ειρήνη.
— Μέρα χωρίς περιπέτεια δεν περνάει! – γέλασα εγώ. Είχα φανταστική διάθεση.
Τα κορίτσια σκόρπισαν στα δωμάτια και χωρίς πολλές κουβέντες πλάγιασαν.
— Μεγαλώνει η ομάδα… Κοίτα πόσο υπάκουες είναι σήμερα. Σίγουρα μου ετοιμάζουν έκπληξη, – είπα φιλώντας τη γυναίκα μου.
— Μάλλον είναι η ηρεμία πριν την καταιγίδα, – είπε η Ελένη με σκεπτικισμό. Ήξερε καλά τις κόρες της…
Είχαμε ήδη πλαγιάσει, όταν από το δωμάτιο της Μελίνας ακούστηκε ένας θόρυβος.
— Μου φάνηκε ότι νιάουρισε κάποιος, – ψιθύρισα μισοκοιμισμένος.
Μπήκαμε στο παιδικό. Η Μελίνα καθόταν με τη Σοφία:
— Είδα έναν εφιάλτη, αλλά τώρα είμαι καλά. Θα κοιμηθώ με τη Μελίνα, εντάξει; – είπε ήσυχα η μικρή.
— Φυσικά, γλυκιά μου. Σίγουρα δε χρειάζεστε βοήθεια; – ρώτησε η Ελένη.
Τα κορίτσια κούνησαν το κεφάλι, κι η υπόλοιπη νύχτα κύλησε ήσυχα…
Την παραμονή των γενεθλίων μου, κοιμήθηκα άσχημα. Ονειρευόμουν μια κοκκινομάλλα τσιγγάνα που νιαούριζε και με κοιτούσε με έντονα πράσινα μάτια.
Ξύπνησα και πάγωσα. Πάνω στο στήθος μου καθόταν ένα κόκκινο τέρας και με κάρφωνε με το βλέμμα του!
— Νιάου, – με χαιρέτησε το τέρας.
— Αααα! – ξέφυγε από μένα.
Η Ελένη πετάχτηκε, προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.
— Τι; Τι είναι αυτό; – είπε επιτέλους τραυλίζοντας ο εορτάζων, κοιτάζοντας την κόκκινη γάτα που ήδη προσπαθούσε να στριμωχτεί στα πόδια του.
Η Ελένη κοιτούσε απορημένη.
— Ωχ, μπαμπά! Είδες ήδη την έκπληξή μας! – μπήκε στο δωμάτιο η Μελίνα, προσπαθώντας να ακουστεί όσο πιο πρόσχαρα γινόταν.
Πίσω της μπήκαν οι δίδυμες:
— Χρόνια πολλά, μπαμπά! Αποφασίσαμε να σου κάνουμε ένα αξέχαστο δώρο. Γνώρισε τον Κοιλούλη. Είναι πολύ καλός, ήσυχος και ευγενικός.
Μάλιστα, ζει μαζί μας ήδη δύο μέρες, και δεν τον καταλάβατε. Όλοι οι καναπέδες είναι εντάξει και οι ταπετσαρίες επίσης, – μιλούσαν η μία πάνω στην άλλη η Σοφία κι η Ειρήνη.
Η Ελένη ξεκαρδίστηκε βλέποντας εμένα να μένω με ανοιχτό το στόμα.
— Μην ανησυχείς, μπαμπά. Η μαμά θα σου κάνει δώρο ένα ταξίδι στις Σπέτσες, και θα ξεκουραστείτε μακριά μας. Εμείς θα τα βγάλουμε πέρα μόνες μας, – ξεστόμισε η Μελίνα.
— Τι ταξίδι; Περιμένετε, κορίτσια, – κοίταξε απορημένη η Ελένη τις κόρες της.
— Μα το δώρο σου στον φάκελο δεν είναι εισιτήρια; Εγώ το είδα, – ήρθε βοήθεια η Ειρήνη.
Η Ελένη γέλασε νευρικά.
— Φαίνεται πως στο σπίτι αυτό τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί, – είπε τελικά.
— Και τι να κάνω τώρα μ’ αυτό το ζώο; – ρώτησα μπερδεμένος, κοιτάζοντας τη γάτα που γουργούριζε ήσυχα στα πόδια μου.
— Να, μπαμπά, έτυχε. Βγήκαμε έξω και βρήκαμε τη γάτα σε μια σακούλα… μέσα στον κάδο. Μετά ήρθε η κυρία Φωτεινή. Φώναζε. Ξέρεις πώς τα κάνει… – άρχισε η Μελίνα.
— Φοβηθήκαμε και το βάλαμε στα πόδια, – πρόσθεσε αυστηρά η Σοφία.
— Κάπως βγήκε, και η γάτα βρέθηκε στο σπίτι. Αλλά δεν μπορούσαμε να την ξαναπετάξουμε στα σκουπίδια; Την πλύναμε και την περιποιηθήκαμε. Είναι ήσυχη και υπομονετική, – είπε με δάκρυα στα μάτια η Ειρήνη.
Αναστέναξα. Στο μυαλό μου ήρθαν τα λόγια της τσιγγάνας για το απρόσμενο δώρο.
— Πω πω… Δώρο που λέγαμε…, – είπα σιγά, κοιτάζοντας την παρέα.
— Αγάπη μου, ίσως τα κορίτσια έχουν δίκιο. Η γάτα πραγματικά είναι κρίμα. Τόσα πέρασε. Κι από την όψη είναι ήσυχη και χαδιάρα, – συμπαραστάθηκε η μητέρα.
Αναστέναξα, σκεπτόμενος.
— Θα μας πιάνει και ποντίκια! Είμαι σίγουρη! – είπε η Σοφία, ρίχνοντας το τελευταίο χαρτί.
— Μα ποτέ δεν είχαμε ποντίκια, – είπα κοιτάζοντας γύρω.
— Μπορεί να γίνει, προχτές άκουσα ένα θρόισμα πίσω από τον τοίχο, – υποστήριξε η Ειρήνη.
— Εντάξει, λησταρχίνες. Θα δούμε πώς θα συμπεριφερθείτε από εδώ και πέρα. Και ο Κοιλούλης φυσικά, – γέλασα.
— Γιατί Κοιλούλης; – ρώτησε η Ελένη.
— Αν ακούγατε πώς γουργουρίζει όταν τον χαϊδεύεις στην κοιλιά, – χαμογέλασαν τα κορίτσια.
— Και τι ήταν τελικά το δώρο στον φάκελο; – ρώτησε η Ειρήνη.
Η Ελένη κοκκίνησε ελαφρά. Έφερε ένα μικρό κουτί με έναν φάκελο μέσα.
— Αποκλείεται! – είπα συγκινημένος, κοιτάζοντας το περιεχόμενο.
Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου…
*****
— Φυσικά, ένας αδερφός είναι υπέροχο. Αλλά νομίζω πως ο Κοιλούλης μας άφησε κι εκείνος ανεξίτηλη εντύπωση στον μπαμπά, – ψιθύριζε το βράδυ η Ειρήνη στην αδερφή της, ξαπλωμένες στο κρεβάτι.
— Ο Κοιλούλης είναι προδότης. Δύο μέρες κοιμόταν μαζί μας, κι απόψε πήγε στο δωμάτιο των γονιών, – συνοφρυώθηκε η Σοφία.
— Άσε, είναι τελικά η γάτα του μπαμπά, – γέλασε η Ειρήνη.
Εγώ ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ευτυχισμένος, ακούγοντας το γουργουρητό του Κοιλούλη.
— Τι ηρεμιστικός ήχος. Και γιατί δεν πήραμε γάτα νωρίτερα; Δεν καταλαβαίνω, – ψιθύρισα αγκαλιάζοντας τη γυναίκα μου.
— Απόλαυσε την ησυχία. Σύντομα στο σπίτι αυτό δε θα κοιμόμαστε καθόλου, – γέλασε η Ελένη.
— Δεν το πιστεύω ότι θα αποκτήσουμε γιο! Σ’ ευχαριστώ, αγάπη μου. Είναι το ωραιότερο δώρο! – χαμογέλασα και έκλεισα τα μάτια.
Το μάθημα που πήρα: Μερικές φορές, τα πιο απρόσμενα πράγματα – ένας αδέσποτος φίλος, μια τρελή πράξη των παιδιών σου – γίνονται τα πιο πολύτιμα δώρα. Η ζωή σου δείχνει πως όσα σχεδιάζεις μπορεί να μην είναι τόσο σπουδαία όσα σου χαρίζονται ξαφνικά. Αρκεί να ανοίξεις την καρδιά σου.







