Σκύλος εξαφανίστηκε σε εθνική οδό. Ένα χρόνο μετά τον βρήκαν – αλλά ο ιδιοκτήτης δεν αποφάσισε αμέσως να πλησιάσει.

«– Δημήτρη, θα πιεις τσάι;» φώναξε από την κουζίνα η κυρία Φωτεινή, η γειτόνισσα. Ερχόταν συχνά – άλλοτε της έφερνε μια φασολάδα, άλλοτε κανένα τυροπιτάκι. «Ενας είσαι σαν το δάχτυλο, πρέπει να τρως», έλεγε πάντα.

– Οχι, κυρία Φωτεινή, δεν θέλω, – κούνησε το χέρι του χωρίς να γυρίσει.

Ενας χρόνος είχε περάσει. Ολόκληρος χρόνος.

Κι αυτός ακόμα δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του. Να τον πάρει ο διάολος εκείνη τη μέρα.

Βιαζόταν τότε. Επρεπε να πάει στην Αθήνα, σε συμβολαιογράφο. Κάτι χαρτιά για τη μακαρίτισσα την Αργυρώ να υπογράψει. Τα νεύρα του στα άκρα, το κεφάλι βουίζει, κι εκεί η Ξανθούλα, το σκυλί του.

Μια συνηθισμένη αδέσποτη με έξυπνα μάτια και ουρά που κουνούσε συνέχεια. Από τότε που έφυγε η Αργυρώ, μόνο αυτή του είχε μείνει. Το μόνο ζωντανό πλάσμα στο σπίτι που τον υποδεχόταν από τη δουλειά, χαιρόταν κάθε του έλευση.

Κι εκείνη τη μέρα, στη βόλτα το πρωί, στριφογύριζε στα πόδια του. Αλλοτε μύριζε κάτι στην άκρη του δρόμου, άλλοτε γυρνούσε πίσω. Το λουρί τεντωνόταν, χαλάρωνε.

– Ξανθούλα, στάσου επιτέλους! – της φώναξε. Τράβηξε το λουρί. Δυνατά το τράβηξε.

Εκείνη έβγαλε μια στριγκλιά.

Κι αυτός δεν σταμάτησε. Συνέχισε να περπατά, θυμωμένος με όλο τον κόσμο. Με τον εαυτό του.

Σταμάτησαν στην εθνική. Φορτηγά βροντούσαν δίπλα, αυτοκίνητα πετούσαν. Βγάζει το κινητό – να τηλεφωνήσει, να δει την ώρα. Και τότε…

Ενα τράβηγμα. Το καραμπίνερ άνοιξε και το λουρί έμεινε άδειο στο χέρι του.

Η Ξανθούλα όρμησε απέναντι.

Φώναζε. Ετρεχε πίσω της, κουνώντας τα χέρια, σταματώντας αυτοκίνητα. Μα εκείνη χάθηκε στα θάμνα δίπλα στο δρόμο. Απλά εξαφανίστηκε.

Την έψαξε. Τρεις μέρες πήγαινε κατά μήκος της εθνικής, τη φώναζε, σφύριζε.

Μετά τα παράτησε.

Σκέφτηκε – χάθηκε. Την πάτησε κανένα αυτοκίνητο ή ξεψύχησε κάπου στο δάσος. Φταίει αυτός. Της φώναξε, την τράβηξε. Να η τιμωρία του.

Και χθες τηλεφώνησαν.

– Γεια σας, είστε ο κύριος Δημήτρης; Είχατε ένα σκυλί;

Γυναικεία φωνή. Νεαρή. Λίγο αγχωμένη.

– Είχα.

– Είμαστε από το καταφύγιο «Ελπίδα». Εδώ, βασικά, φέραμε ένα σκυλί. Από το τσιπ βρήκαμε το νούμερό σας. Μπορείτε να έρθετε;

Η καρδιά του βούλιαξε.

– Τι σκυλί;

– Μια κόκκινη αδέσποτη. Γερασμένη πια. Κουτσαίνει στο πίσω πόδι.

Εμεινε σιωπηλός. Σφίγγοντας το τηλέφωνο ώσπου άσπρισαν οι αρθρώσεις του.

– Θα έρθετε; ξαναρώτησε η κοπέλα.

– Θα έρθω.

Και τώρα στεκόταν στο παράθυρο και δεν μπορούσε να κουνηθεί.

Τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο τραπέζι. Το μπουφάν στην είσοδο. Μόνο μία ώρα δρόμος.

Μα φοβόταν.

Φοβόταν μήπως δεν είναι αυτή.

Και φοβόταν μήπως είναι.

Το καταφύγιο τον υποδέχτηκε με γαβγίσματα.

Δεκάδες φωνές – λεπτές, βραχνές, απελπισμένες – ενώθηκαν σε ένα ουρλιαχτό. Ο Δημήτρης έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου και έμεινε ακίνητος. Τα χέρια του έτρεμαν.

«Βλάκα γέρο, σκέφτηκε. Τι τρέμεις σαν το φύλλο;»

Μα τα πόδια του είχαν κολλήσει στην άσφαλτο.

– Κύριε Δημήτρη; βγήκε από την πόρτα μια κοπέλα. Νεαρή, με φθαρμένο μπουφάν, μαλλιά κρυμμένα σε πλεκτό σκουφί. – Είμαι η Σταυρούλα. Μιλήσαμε χθες.

Εγνεψε. Το λαρύγγι του είχε κλείσει – οι λέξεις δεν βγαίναν.

– Ελάτε. Είναι στο πίσω κλουβί.

Περπάτησαν μπροστά από τα κλουβιά. Τα σκυλιά ορμούσαν στα κάγκελα, κλαψούριζαν, ξύναν τα σίδερα με τα πόδια. Ο Δημήτρης κοιτούσε κάτω. Το χιόνι τρίζε κάτω από τα παπούτσια του.

– Ξέρετε, είπε η Σταυρούλα, την έφεραν μόλις προχθές. Συγγενείς μιας γριάς κυρίας. Εκείνη πέθανε, κι αυτοί δεν μπορούν να κρατήσουν το σκυλί.

– Γριάς;

– Ναι. Κυρία Ελευθερία. Ζούσε δίπλα στην εθνική, σ’ ένα σπιτάκι. Λένε ότι μάζεψε το σκυλί πριν ένα χρόνο. Το περιέθαλψε. Το πόδι του ήταν σπασμένο, μάλλον το χτύπησε αυτοκίνητο. Η κυρία το φρόντισε, αλλά δεν το άφηνε έξω – φοβόταν μήπως ξαναβγεί στο δρόμο.

Ο Δημήτρης σταμάτησε.

– Είχε κολάρο με αριθμό;

– Είχε. Αλλά τα νούμερα είχαν σβηστεί σχεδόν. Η κυρία προσπάθησε να τηλεφωνήσει, αλλά δεν τα κατάφερνε – άλλοτε έπαιρνε λάθος νούμερο, άλλοτε… Τέλος πάντων, δεν ήταν γραφτό. Και μετά σκέφτηκε ότι ο ιδιοκτήτης το παράτησε. Δεν το έψαξε.

Ο Δημήτρης έσφιξε τις γροθιές στις τσέπες του. Ηταν ζωντανή. Ολον αυτόν τον καιρό ζωντανή. Κι αυτός δεν είχε συνεχίσει να ψάχνει μετά από εκείνες τις τρεις μέρες.

– Εδώ, η Σταυρούλα σταμάτησε στο τελευταίο κλουβί. – Εδώ είναι.

Ο Δημήτρης σήκωσε το βλέμμα.

Και είδε την Ξανθούλα του.

Καθόταν σε μια γωνιά πάνω σε μια παλιά κουβέρτα. Η κόκκινη γούνα είχε ξεθωριάσει, η μουσούδα της γκρίζα. Το ένα πίσω πόδι μαζεμένο από κάτω – ακόμα κουτσαίνοντας.

Το σκυλί σήκωσε το κεφάλι. Τον κοίταξε. Και πάγωσε.

Ο Δημήτρης έκανε ένα βήμα μπροστά. Δεύτερο. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν τα κρύα κάγκελα.

– Ξανθούλα; ψέλλισε. Η φωνή του έτρεμε.

Το σκυλί τινάχτηκε. Τ’ αυτιά του σηκώθηκαν.

– Εγώ είμαι. Το κορίτσι μου, εγώ είμαι.

Σηκώθηκε. Κουτσαίνοντας, έκανε μερικά βήματα προς το κλουβί. Στάθηκε ένα μέτρο από αυτόν.

Απλά στεκόταν και τον κοιτούσε.

Ο Δημήτρης γονάτισε πάνω στο χιόνι. Απλωσε το χέρι του ανάμεσα στα κάγκελα.

– Συγχώρεσέ με, ψιθύρισε. – Συγχώρεσέ με, κόκκινη βλάκα. Φώναξα τότε. Σε τράβηξα. Και μετά σταμάτησα να ψάχνω. Σκέφτηκα ότι πέθανες. Φοβήθηκα, καταλαβαίνεις;

Τα δάκρυα κυλούσαν μόνα τους.

Το σκυλί έκανε ένα βήμα μπροστά. Αλλο ένα. Προσεκτικά, σαν να έλεγχε μην εξαφανιστεί.

Ο Δημήτρης έμεινε ακίνητος. Σταμάτησε ακόμα και να αναπνέει.

Και τότε η Ξανθούλα ήρθε τελείως κοντά. Ακούμπησε την κρύα μύτη της στην παλάμη του. Εγλυψε τα δάχτυλά του.

– Να το ανοίξω; ρώτησε σιγά η Σταυρούλα, που στεκόταν δίπλα κι έσβηνε κρυφά ένα δάκρυ.

Ο Δημήτρης έγνεψε.

Κλικ έκανε η κλειδαριά. Η πόρτα του κλουβιού άνοιξε.

Κι η Ξανθούλα, κουτσαίνοντας, αδέξια, όρμησε πάνω του. Κόλλησε στο πόδι του και κουνούσε με χαρά την ουρά.

Ο Δημήτρης την αγκάλιασε. Εθαψε το πρόσωπό του στη κόκκινη γούνα.

– Σπίτι θα πάμε, ψιθύρισε. – Ακούς; Σπίτι. Και πουθενά δεν θα σ’ αφήσω ξανά. Πουθενά.

Η Ξανθούλα κλαψούρισε απαλά.

Και κούνησε ακόμα πιο δυνατά την ουρά της.

– Τρώει λίγο, είπε ήσυχα η Σταυρούλα, σκύβοντας δίπλα του. – Τις πρώτες μέρες αρνιόταν τελείως. Νομίσαμε, ξέρεις, έτσι γίνεται – το σκυλί μπαίνει στο καταφύγιο και απλά σβήνει. Ειδικά τα γερασμένα. Δένονται με τους ανθρώπους πιο πολύ απ’ όσο φανταζόμαστε.

– Το ξέρω, είπε βραχνά ο Δημήτρης. – Πάντα το ήξερα.

Χάιδεψε το κεφάλι της Ξανθούλας. Εκείνη άνοιξε τα μάτια – θολά, κουρασμένα – και τον κοίταξε. Κι εκεί στο βλέμμα της ήταν όλα.

– Σταυρούλα, σήκωσε ο Δημήτρης το βλέμμα, – θα ζήσει; Θα… αντέξει;

Η κοπέλα αναστέναξε.

– Ο κτηνίατρος λέει καρδιά αδύναμη. Το πόδι έγιανε στραβά, γι’ αυτό κουτσαίνει. Δόντια σχεδόν κανένα. Ξέρετε όμως, κύριε Δημήτρη, είμαι εδώ τρία χρόνια. Εχω δει πολλά. Τα σκυλιά δεν πεθαίνουν από αρρώστιες. Πεθαίνουν από τη μοναξιά. Κι αν έχουν για ποιον να ζήσουν…

Δεν το τελείωσε. Ούτε χρειαζόταν.

Ο Δημήτρης κατάλαβε.

Σηκώθηκε προσεκτικά.

– Πάμε σπίτι, κορίτσι μου, ψιθύρισε. – Η κυρία Φωτεινή έφτιαξε κεφτέδες. Σου αρέσουν οι κεφτέδες, ε; Και θα κοιμάσαι στον καναπέ. Στον καναπέ που πάντα σου απαγόρευα, θυμάσαι; Δεν θα το κάνω πια. Κοιμήσου όπου θέλεις. Μόνο μη φύγεις, εντάξει;

Η Ξανθούλα τον έγλυψε στο μάγουλο.

Κι ο Δημήτρης ένιωσε – για πρώτη φορά μετά από έναν χρόνο – κάτι μέσα του να λιώνει.

– Ευχαριστώ, γύρισε στη Σταυρούλα.

– Προσέχετέ την, έγνεψε εκείνη. – Και τον εαυτό σας.

Ο Δημήτρης έβαλε την Ξανθούλα στο μπροστινό κάθισμα, την τύλιξε με μια παλιά ζακέτα. Κάθισε στο τιμόνι.

Μπήκε μπροστά κι έφυγε για το σπίτι.

Η κυρία Φωτεινή έμεινε με το στόμα ανοιχτό μόλις τους είδε στην πόρτα.

– Δημήτρη! Μα είναι, είναι η Ξανθούλα;

– Αυτή είναι, ο Δημήτρης μπήκε προσεκτικά το σκυλί στο χολ, το άφησε κάτω. – Βρέθηκε.

– Παναγία μου, χτύπησε τα χέρια της η γειτόνισσα, σκύβοντας. – Κορίτσι μου, πώς αδυνάτισες! Δημήτρη, φέρ’ την στην κουζίνα, να της δώσω να φάει!

Η Ξανθούλα γύρισε αργά, κουτσαίνοντας, το σπίτι. Μύρισε κάθε γωνιά, κάθε γνωστό αντικείμενο. Μετά γύρισε στον Δημήτρη και ξάπλωσε στα πόδια του.

– Ετσι μπράβο, έγνεψε εκείνος. – Μένεις μαζί μου.

Η κυρία Φωτεινή τάισε την Ξανθούλα – λίγο λίγο, προσεκτικά, μην την πειράξει. Το σκυλί έτρωγε λαίμαργα, σχεδόν πνιγόταν, σαν να φοβόταν ότι θα του το πάρουν.

– Ησυχα, ησυχα, την καθησύχαζε ο Δημήτρης, χαϊδεύοντάς την στην πλάτη. – Πουθενά δεν πάει. Φάε ήρεμα.

Το βράδυ η Ξανθούλα ανέβηκε στον καναπέ. Ο Δημήτρης δεν τη μάλωσε – όπως είχε υποσχεθεί. Απλά τη σκέπασε με μια ζεστή κουβέρτα, κάθισε δίπλα.

Ανοιξε την τηλεόραση, αλλά δεν την κοίταζε. Μόνο χάιδευε την κόκκινη γούνα κι έμενε σιωπηλός.

Κι η Ξανθούλα ακούμπησε το κεφάλι της στα γόνατά του κι έκλεισε τα μάτια.

Κι η ουρά της κουνιόταν ελαφρά – ελάχιστα, αλλά κουνιόταν.

Ο Δημήτρης κοιτούσε το παράθυρο. Αποξω το χιόνι έπεφτε – ίδιο με πέρυσι. Ιδιο μ’ εκείνη τη καταραμένη μέρα στην εθνική.

Μα τώρα όλα ήταν αλλιώς.

Για πρώτη φορά μετά από έναν χρόνο, δεν φοβόταν την επόμενη μέρα.

Γιατί ήξερε: αύριο η Ξανθούλα θα ξυπνήσει δίπλα του. Και μεθαύριο. Και όσες μέρες τους είχαν απομείνει.

Rate article
News 24 Justall
Σκύλος εξαφανίστηκε σε εθνική οδό. Ένα χρόνο μετά τον βρήκαν – αλλά ο ιδιοκτήτης δεν αποφάσισε αμέσως να πλησιάσει.