— Αυτή η γάτα δεν ήρθε κατά λάθος, — δήλωσε με βεβαιότητα ο θυρωρός. Οι γείτονες τον περιγελούσαν — αλλά άδικα.

Οι γείτονες γελούσαν όταν ο Γιάννης, ο επιστάτης, άρχισε να ταΐζει μια αδέσποτη γάτα στην είσοδο. Κι αυτή κάθε μέρα ξάπλωνε μπροστά στην ίδια πόρτα. Κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί.

Ο Γιάννης σκούπιζε την αυλή από τις έξι το πρωί, όπως πάντα. Η σκούπα έξυνε την υγρή άσφαλτο κι αυτός ο ήχος είχε γίνει εδώ και καιρό το ξυπνητήρι για τα πρώτα τρία πατώματα. Τα φύλλα μύριζαν ξινή υγρασία, αν και το ημερολόγιο έδειχνε Απρίλης.

Η γάτα καθόταν στο κατώτερο σκαλί της εισόδου. Τρίχρωμη, αδύνατη. Το τρίχωμα είχε μπερδέψει στα πλευρά, κι η ακμή της προεξείχε ακόμα κι από απόσταση. Κοίταζε τον Γιάννη με πράσινα μάτια κι άνοιγε το στόμα αθόρυβα, σαν να νιαούριζε, μα κάποιος είχε γυρίσει την ένταση στο μηδέν.

Εκείνος πάγωσε κι ακούμπησε τη σκούπα στον τοίχο. Κάθισε στις φτέρνες του, νιώθοντας τα γόνατα να τρίζουν από το πρωινό κρύο.

– Και από πού εμφανίστηκες;

Τα πράσινα μάτια ανοιγόκλεισαν. Το στόμα άνοιξε κι έκλεισε ξανά δίχως ήχο.

Το επόμενο πρωί καθόταν στο ίδιο σημείο. Κι άλλη μέρα, το ίδιο. Ο Γιάννης έφερε από το σπίτι ένα αλουμινένιο πιατάκι κι αποφάγια από χτεσινό κοτόπουλο. Η γάτα έτρωγε αργά, με τ’ αυτιά πίσω, σαν να περίμενε κάποια παγίδα. Κι αφού τελείωσε, δεν έφυγε.

Ανέβηκε τα σκαλιά και ξάπλωσε μπροστά στην πόρτα του δωδεκάτου διαμερίσματος. Ακριβώς δωδεκάτου, ούτε δέκατου τρίτου, ούτε δέκατου.

Την τρίτη μέρα ο Γιάννης πρόσεξε αυτή τη συνήθεια. Την πέμπτη, σταμάτησε να το θεωρεί σύμπτωση.

Η Σοφία από το τέταρτο βγήκε τη Δευτέρα με μια σακούλα σκουπίδια και σταμάτησε, κοιτάζοντας το πιατάκι στα σκαλιά.

– Κύριε Γιάννη, της ανοίξατε ολόκληρο εστιατόριο;

– Την ταΐζω, – ανασήκωσε τους ώμους και συνέχισε το σκούπισμα.

Η Σοφία δεν σταμάτησε.

– Ορίστε, αρχίσανε. Ψύλλοι, βρομιά, τρίχες παντού. Οι Μιχαηλίδηδες στο τρίτο έχουν μικρό παιδί, το σκεφτήκατε;

Μιλούσε δυνατά, σίγουρη, και τα γλυκά αρώματα σκέπαζαν ακόμα και τη μυρωδιά της βρεγμένης ασφάλτου. Κόκκινα νύχια άστραψαν όταν άλλαξε χέρι τη σακούλα.

Ο Δημήτρης από το δεύτερο κάπνιζε κάτω από το κουβούκλιο με φαρδιές φόρμες. Χαμογέλασε μέσα από τον καπνό.

– Γιάννη, έγινες κι ο γατόψιθυρος. Μήπως θα σου πει και λαχειοφόρους αριθμούς;

Ο Γιάννης σώπασε. Μετά είπε σιγά, χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον:

– Αυτή η γάτα δεν ήρθε τυχαία.

Η Σοφία φύσηξε. Ο Δημήτρης τράβηξε μια ρουφηξιά κι εξέπνευσε αργά, κοιτάζοντας κάπου αλλού.

– Φιλόσοφος, – είπε κι ανέβηκε πάνω.

Η σκούπα συνέχισε να σέρνεται. Η γάτα κείτονταν μπροστά στην πόρτα του δωδεκάτου, με τα λεπτά πόδια διπλωμένα, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από το κατώφλι. Σιωπηλή.

Η κυρία Βέρα από το δωδέκατο ζούσε μόνη. Ήταν γύρω στα εβδομήντα, κανείς δεν ήξερε ακριβώς, γιατί δεν γιόρταζε γενέθλια κι ούτε καλούσε κόσμο. Κοντή, ξερή, πάντα με μπλε μαντίλι και παλιό γκρι παλτό.

Παλιότερα κατέβαινε κάθε πρωί για ψωμί. Ο Γιάννης την έβλεπε να πιάνει την κουπαστή και με τα δύο χέρια, να πατάει προσεκτικά κάθε σκαλί σαν να έλεγχε τον πάγο. Γυρνούσε με ένα καρβέλι σε σακούλα και γάλα. Άλλοτε κουνούσε το κεφάλι, άλλοτε περνούσε σιωπηλή.

Προσπάθησε να θυμηθεί πότε την είδε τελευταία φορά. Δύο μέρες πριν. Ίσως και παραπάνω.

Από τότε που πέθανε η γυναίκα του, ο Γιάννης πιανόταν συχνά ν’ ακούει πίσω από ξένες πόρτες. Τέσσερα χρόνια αυτής της συνήθειας.

Στο δεύτερο πάτωμα στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Η μπογιά από κάτω είχε ξεφλουδίσει ως το ξύλο. Πίσω από την πόρτα, ησυχία.

Η γάτα κάθονταν στα πόδια του και κοίταζε την πόρτα αμύητα.

Την Τετάρτη συναντήθηκε με τη Σοφία στη σκάλα.

– Την κυρία Βέρα την είδατε πρόσφατα;

– Ποια; Α, του δωδεκάτου, – η Σοφία ίσιωσε τα μαλλιά της. – Όχι. Είναι μονίμως κλεισμένη, ασκητική. Μπορεί να έφυγε κάπου.

– Δεν έχει συγγενείς.

– Α, λοιπόν, – άπλωσε τα χέρια η Σοφία. – Τότε απλώς δε βγαίνει. Κάνει ακόμα κρύο.

Εξω ήταν δεκατέσσερις βαθμοί. Ο Γιάννης δεν διαφώνησε. Οι τακούνια της Σοφίας χτύπησαν προς τα κάτω, κι η μυρωδιά των αρωμάτων χάθηκε στην είσοδο σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Γύρισε στην πόρτα. Έσκυψε, ακούμπησε το αυτί του στη χαραμάδα. Τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα.

Η γάτα έβγαλε φωνή. Για πρώτη φορά. Σιγανά, βραχνά, σαν ο λαιμός να είχε ξεχάσει πώς γίνεται, αλλά το δοκίμασε. Ένα αδύναμο «νιάου», περισσότερο σαν εκπνοή.

Ο Γιάννης κάθισε κι έτριψε την πλάτη της με την παλάμη. Τα πλευρά κάτω από τη γούνα μετρήθηκαν ένα-ένα, σαν ακτίνες παλιού φράχτη.

Η γάτα δεν πήρε τα μάτια της από την κλειδαριά.

Χτύπησε το πρωί, το βράδυ, κι ενδιάμεσα. Κανείς δεν άνοιγε.

Ο Δημήτρης κάπνιζε στο πλατύσκαλο και παρατηρούσε.

– Γιάννη, σοβαρά, μην ταλαιπωρείσαι. Οι γέροι μερικές φορές δε θέλουν επαφή, τελεία. Η γιαγιά μου μια φορά κλείστηκε ένα μήνα· αποδείχτηκε ότι έβλεπε σειρά.

– Η κυρία Βέρα δεν έχει τηλεόραση.

Ο Δημήτρης σώπασε, μουρμούρισε κάτι ασάφειο και χάθηκε πίσω απ’ την πόρτα του.

Την επόμενη μέρα ο Γιάννης έπλενε τα πατώματα του πρώτου ορόφου, όταν από πάνω έπεσε ένας ήχος. Όχι νιαούρισμα.

Η βρεγμένη σφουγγαρίστρα γλίστρησε από τα δάχτυλά του κι έπεσε στο σκαλί.

Ανέβηκε τρέχοντας, δύο-δύο τα σκαλιά.

Η γάτα στεκόταν μπροστά στην πόρτα του δωδεκάτου.

Στο δέκατο τρίτο έκλεισε η κλειδαριά, ένα γειτονικό πρόσωπο πρόβαλε.

– Τι συμβαίνει;

– Καλέστε ασθενοφόρο, – είπε ο Γιάννης ίσια, χωρίς παύση. – Και την πυροσβεστική. Η πόρτα πρέπει να σπάσει.

– Τι, δεν μπορείτε έτσι απλά…

– Καλέστε. Τώρα.

Τα χέρια του ήταν βρεγμένα από τη σφουγγαρίστρα. Τα σκούπισε στο μπουφάν, ένα μπάλωμα στον αγκώνα βράχηκε.

Η κλειδαριά σπάστηκε σε είκοσι λεπτά. Η πόρτα άνοιξε με ξερό τρίξιμο, κι ένας βαρύς, στάσιμος αέρας χύθηκε στη σκάλα. Ο Γιάννης μπήκε πρώτος.

Η κυρία Βέρα ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα του διαδρόμου, ανάμεσα σε κουζίνα και δωμάτιο. Μια παντόφλα από το αριστερό πόδι στεκόταν ίσια στον τοίχο, σαν να την είχαν τοποθετήσει επίτηδες. Δίπλα, ξερά θραύσματα ενός ποτηριού, και στο λινόλεουμ ένα υπόλευκο σημάδι από νερό που είχε προλάβει να εξατμιστεί.

Το τηλέφωνο βρισκόταν στο κομοδίνο του δωματίου. Ενάμιση μέτρο από το απλωμένο χέρι. Ενάμιση μέτρο αποδείχτηκαν πολλά.

Οι γιατροί θα έλεγαν αργότερα: κάταγμα ισχίου, αφυδάτωση. Μία μέρα ακόμα, και δεν θα προλάβαιναν.

Όταν την κατέβαζαν στο φορείο, η κυρία Βέρα είχε τις αισθήσεις της. Χείλη σκασμένα, μάτια θαμπά, πρόσωπο γκρίζο. Αλλά κοίταζε όχι τους γιατρούς, ούτε τους γείτονες στα κάγκελα.

Κοίταζε τη γάτα, που και πάλι σιωπούσε στο κάτω σκαλοπάτι. Στόμα μισάνοιχτο. Κανένας ήχος.

Τα δάχτυλα πάνω στην κουβέρτα κουνήθηκαν, ελάχιστα.

– Γιάννη, – ψιθύρισε. – Ταΐστε την. Παρακαλώ.

Ο λαιμός σφίχτηκε τόσο που μόνο κούνησε το κεφάλι.

Οι πόρτες του ασθενοφόρου έκλεισαν, η φάλαινα φώτισε την αυλή κόκκινο-μπλε κι έφυγε. Η Σοφία στεκόταν στην άκρη, με το χέρι στο στόμα. Ο Δημήτρης καθόταν στον πάγκο, ακουμπώντας τους αγκώνες στα γόνατα.

Το πρωί ο Γιάννης βγήκε στην αυλή στις έξι, όπως πάντα.

Το πιατάκι στην είσοδο ήταν γεμάτο. Δίπλα ένα δεύτερο μπολ, πράσινο, πλαστικό, προφανώς από κάποια κουζίνα. Μέσα καθαρό νερό.

Σήκωσε τα μάτια στα σκοτεινά παράθυρα. Κανένα δεν ήταν αναμμένο. Μα στο πέμπτο πάτωμα, ένα παράθυρο τρίξισε.

Η σκούπα ξανάρχισε να σέρνεται στην άσφαλτο. Δέκα λεπτά μετά βγήκε η Σοφία. Αμακιγιάριστη, με μπουφάν πάνω από νυχτικό. Στάθηκε στα σκαλιά κι έμεινε, κοιτάζοντας τη γάτα που έτρωγε.

Στάθηκε. Έσκυψε κι έτριψε γρήγορα το μπερδεμένο τρίχωμα. Γρήγορα, σχεδόν κρυφά.

Κι έφυγε προς τους κάδους, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Ο Δημήτρης κατέβηκε αργότερα με μια καρό κουβέρτα τυλιγμένη σε ρολό.

– Γιάννη, – καθάρισε το λαιμό του. – Ορίστε. Μήπως τη νύχτα… ξέρεις, κρυώνει. Παλιά είναι, αλλά την έπλυνα.

Την άφησε στο σκαλί κι έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση. Ο Γιάννης άπλωσε την κουβέρτα στο σκαλοπάτι. Η γάτα μύρισε το ύφασμα, πάτησε με τα πόδια, τυλίχθηκε σε μπουκίτσα κι έκλεισε τα μάτια.

Στην αυλή μύριζε βρεγμένα φύλλα κι ακόμα κάτι.

Το πιατάκι στεκόταν στην είσοδο, με τροφή. Κι κανείς πια δεν γελούσε.

Rate article
News 24 Justall
— Αυτή η γάτα δεν ήρθε κατά λάθος, — δήλωσε με βεβαιότητα ο θυρωρός. Οι γείτονες τον περιγελούσαν — αλλά άδικα.