Η Αγγελική άκουσε το ουρλιαχτό πρώτη φορά το Σάββατο, γυρίζοντας από τη νυχτερινή βάρδια. Μακρόσυρτο, θλιμμένο – της έφερε ρίγη στην πλάτη. Σταμάτησε το αμάξι έξω από το σπίτι, αφουγκράστηκε. Το ουρλιαχτό ερχόταν από κάπου στην αυλή τους.
Βγήκε από το αυτοκίνητο – και το είδε. Δίπλα στον φράχτη, εκεί που φύτρωνε μια γέρικη ελιά, καθόταν ένας σκύλος. Μικρόσωμος, κοκκινωπός, τόσο αδύνατος που του πετούσαν τα κόκαλα. Το ρύγχος υψωμένο προς τον ουρανό, και ούρλιαζε, ούρλιαζε.
– Έι, εσύ! – φώναξε η Αγγελική. – Φύγε από δω! Θα ξυπνήσεις όλη τη γειτονιά!
Ο σκύλος σταμάτησε, χαμήλωσε το κεφάλι. Την κοίταξε – και σ’ εκείνο το βλέμμα υπήρχε κάτι που έκανε την Αγγελική να κάνει πίσω άθελά της.
– Άντε, φύγε, – κούνησε το χέρι της κουρασμένα. – Δεν έχω ώρα για σένα.
Ξάπλωσε να κοιμηθεί τα ξημερώματα, αλλά το ουρλιαχτό της έτριζε ακόμα στο μυαλό.
– Τον άκουσες το σκύλο απόψε; – ρώτησε το πρωί η πεθερά της, η Πηνελόπη, όταν βγήκε η Αγγελική στην κουζίνα. – Ούρλιαζε όλη νύχτα, το κατάρα! Νόμιζα ήταν ο Μπάμπης του γείτονα, έτσι ουρλιάζουν πριν από κακό.
– Δεν ήταν ο Μπάμπης, – απάντησε η Αγγελική. – Κάποιος αδέσποτος. Καθόταν στον φράχτη μας.
– Δηλαδή τώρα! – ανησύχησε η πεθερά. – Πρέπει να τον διώξουμε! Φέρνει γρουσουζιά όταν ένα ξένο σκυλί ουρλιάζει έξω από το σπίτι. Θα ρίξω αλάτι στην αυλή, θα το αποτρέψει.
Η Αγγελική έμεινε σιωπηλή. Δεν πίστευε σ’ αυτές τις προλήψεις. Αν και η μάνα της, ειρήνη στην ψυχή της, έλεγε πάντα: το σκυλί ποτέ δεν ουρλιάζει έτσι απλά. Είτε μυρίζει θάνατο είτε συμφορά.
Το βράδυ ο άντρας της, ο Γιώργος, γύρισε από τη δουλειά αργά, έξαλλος.
– Πάλι απολύσεις, – πέταξε την τσάντα στη γωνία. – Τρίτη φορά σε έξι μήνες! Σε λίγο θα βγάλουν όλο το εργοστάσιο στον δρόμο.
– Μην ανησυχείς, – προσπάθησε να τον ηρεμήσει η Αγγελική. – Εσύ είσαι ο καλύτερος τεχνίτης εκεί.
– Ναι, βέβαια, – γέλασε πικρά ο Γιώργος. – Όλοι καλύτεροι. Στη διεύθυνση τίποτα δεν τους νοιάζει. Μόνο να κάνουν ωραία χαρτιά και να τσεπώνουν μπόνους.
Κάθισαν να φάνε σιωπηλοί, ο καθένας με τις σκέψεις του. Ο εξάχρονος Κώστας κοιμόταν πάνω από το πιάτο – είχε τρέξει όλη μέρα στο σχολείο. Η Πηνελόπη έπλεκε, τα χείλη της σφιγμένα – σημάδι πως δεν ήθελε κουβέντα.
Τη νύχτα το ουρλιαχτό ξανάρχισε. Μακρόσυρτο, μονότονο. Η Αγγελική πετάχτηκε, πήγε στο παράθυρο. Ο σκύλος καθόταν στο ίδιο σημείο, κάτω από την ελιά. Ο Γιώργος ξύπνησε, βλαστήμησε μισοκοιμισμένος:
– Τι διάβολο είναι αυτό! Να τον διώξω το καθίκι!
Βγήκε στην αυλή με το σώβρακο και τις παντόφλες, φώναζε, κουνούσε τα χέρια. Ο σκύλος απομακρύνθηκε λίγα μέτρα, κάθισε. Ο Γιώργος του πέταξε μια ξύλα – δεν τον πέτυχε. Γύρισε μέσα, χτυπώντας την πόρτα τόσο δυνατά που κουδούνιζαν τα τζάμια.
– Αύριο θα βάλω δηλητήριο, – υποσχέθηκε. – Μου τη δίνει!
– Γιώργο, δεν μπορείς έτσι, – άρχισε η Αγγελική.
– Μπορώ! – φώναξε ο άντρας της. – Δηλαδή, για ένα σκυλί θα ξυπνάμε όλο το σπίτι;
Η Αγγελική ξάπλωσε, αλλά δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Έμενε ξαπλωμένη, κοιτάζοντας το ταβάνι. Και στο μυαλό της γύριζε μια σκέψη: κι αν η μητέρα είχε δίκιο; Κι αν στ’ αλήθεια φέρνει κακό;
Το πρωί πήγε στον φράχτη. Ο σκύλος ήταν ξαπλωμένος κάτω από την ελιά, κουλουριασμένος. Σήκωσε το κεφάλι, την κοίταξε. Δεν έφευγε, δεν γρύλιζε – απλά κοιτούσε.
– Τι γυρεύεις εδώ; – ρώτησε η Αγγελική σιγανά. – Έχεις σπίτι; Αφεντικό;
Ο σκύλος κλαψούρισε απαλά. Σηκώθηκε, πλησίασε τον φράχτη. Άρχισε να σκάβει με τα πόδια, να σκαλίζει το χώμα. Η Αγγελική έσκυψε, κοίταξε καλύτερα. Κάτω από τον φράχτη υπήρχε μια τρύπα – ο σκύλος προφανώς προσπαθούσε να περάσει.
– Γιατί θέλεις να έρθεις σε μας; – αναρωτήθηκε δυνατά η Αγγελική. – Τι γυρεύεις;
Ο σκύλος σταμάτησε να σκάβει, την κοίταξε.
– Εντάξει, – αναστέναξε η Αγγελική. – Περίμενε εδώ.
Γύρισε με ένα μπολ νερό και λίγη φασολάδα που είχε μείνει. Τα πέρασε κάτω από τον φράχτη.
– Φάε. Αλλά σταμάτα να ουρλιάζεις, αλλιώς ο άντρας μου θα σε δηλητηριάσει.
Έτσι πέρασε μια εβδομάδα. Κάθε βράδυ – ουρλιαχτό. Ο Γιώργος γινόταν όλο και πιο νευρικός, η πεθερά μουρμούραγε για κακούς οιωνούς. Η Αγγελική συνέχιζε να βγάζει φαγητό στον σκύλο. Αλλά εκείνος αδυνάτιζε μπροστά στα μάτια της.
– Άκου, Αγγελική, – είπε η γειτόνισσα η Ελένη από τον φράχτη, – ξέρεις ποιανού είναι αυτός ο σκύλος;
– Αδέσποτος, φαντάζομαι.
– Μπα, αδέσποτος; – γέλασε η Ελένη. – Μίλησα χθες με την κυρία Σοφία, που μένει δύο σπίτια παρακάτω. Λέει πως αυτό το σκυλί ζούσε κάποτε με την οικογένεια Καραγιάννη. Θυμάσαι τους Καραγιάννηδες;
Η Αγγελική θυμήθηκε. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ήσυχο, μορφωμένο. Είχαν φύγει εδώ και καιρό. Πούλησαν το σπίτι σε μια νέα οικογένεια.
– Και λοιπόν;
– Λοιπόν, είχαν έναν γιο. Τον λέγανε Αλέξανδρο, νομίζω. Ή Γιώργο. Δεν θυμάμαι καλά. Πέθανε πριν έναν χρόνο. Στον δρόμο. Τον χτύπησε ένας μεθυσμένος οδηγός.
Ανατρίχιασε η Αγγελική.
– Και;
– Λένε πως ο σκύλος ήταν του γιου τους. Μετά την κηδεία, έφυγε από το σπίτι, τον έψαχναν ένα μήνα – δεν τον βρήκαν. Και τώρα, βλέπεις, γύρισε. Μόνο που το σπίτι πια δεν είναι δικό τους. Ξένοι μένουν. Γι’ αυτό ουρλιάζει. Για το αφεντικό του θρηνεί.
– Παραμύθια της γιαγιάς, – κούνησε το χέρι της η Αγγελική, αλλά η καρδιά της σφίχτηκε.
Το βράδυ διηγήθηκε την ιστορία στο τραπέζι. Ο Γιώργος φύσηξε:
– Βλακείες. Τα σκυλιά δεν θυμούνται τόσο καιρό.
– Θυμούνται, – μίλησε ξαφνικά η Πηνελόπη. – Καλά θυμούνται. Στο χωριό μου, η γειτόνισσα είχε ένα σκυλί που περίμενε τον γιο της τέσσερα χρόνια από τον πόλεμο. Κάθε μέρα έβγαινε στον δρόμο. Και όταν σκοτώθηκε εκείνος, ούρλιαζε μια εβδομάδα, και μετά ψόφησε στο κατώφλι.
Έπεσε σιωπή. Ο Κώστας κοίταξε τρομαγμένος τη γιαγιά.
– Μαμά, ο σκύλος μας θα πεθάνει κι αυτός; – ρώτησε ψιθυριστά.
– Δεν είναι δικός μας, – γκρίνιαξε ο Γιώργος. – Και τέλος πάντων, σταματήστε!
Τη νύχτα η Αγγελική δεν άντεξε. Μόλις άρχισε πάλι το ουρλιαχτό, φόρεσε μια ρόμπα και βγήκε στην αυλή. Πλησίασε τον φράχτη. Ο σκύλος καθόταν, με το ρύγχος ψηλά. Ούρλιαζε λες κι έβγαζε την ψυχή του.
– Τι θέλεις; – ψιθύρισε η Αγγελική. – Τι γυρεύεις από εμάς;
Ο σκύλος σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι προς το σπίτι των Καραγιάννηδων. Μάλλον, προς εκείνο που κάποτε τους ανήκε. Κλαψούρισε, σαν να φώναζε κάποιον.
– Το αφεντικό σου δεν υπάρχει, – είπε η Αγγελική. – Κατάλαβες; Δεν υπάρχει. Έχει καιρό που έφυγε.
Άπλωσε το χέρι, χάιδεψε τον σκύλο στο κεφάλι. Εκείνος δεν τραβήχτηκε. Έκλεισε τα μάτια.
Έτσι κάθισαν. Η γυναίκα και το σκυλί. Κάτω από τον έναστρο ουρανό, στη σιγαλιά της νύχτας.
– Έλα, – είπε η Αγγελική. – Έλα μαζί μου. Δεν θα γυρίσει. Αλλά μπορείς να μείνεις μαζί μας. Θέλεις;
Ο σκύλος άνοιξε τα μάτια. Την κοίταξε πολλή ώρα, μελετηρά. Σαν να αποφάσιζε αν θα την εμπιστευτεί.
– Έλα, – ξαναείπε η Αγγελική. – Σου υπόσχομαι – δεν θα σε πειράξουμε.
Σηκώθηκε, γύρισε πίσω. Ο σκύλος σηκώθηκε και την ακολούθησε. Περπατούσε αργά, κουρασμένα. Η Αγγελική γύρισε – την ακολουθούσε.
Άνοιξε την πόρτα.
– Μέσα.
Ο σκύλος σταμάτησε στο κατώφλι. Μετά έκανε ένα βήμα. Κι άλλο. Πέρασε το κατώφλι.
Εκείνη τη νύχτα δεν ακούστηκε ουρλιαχτό.
Το πρωί ο Γιώργος κατέβηκε στην κουζίνα και έμεινε κόκκαλο. Στο παλιό χαλάκι δίπλα στη σόμπα κοιμόταν ο κοκκινωπός σκύλος. Η Αγγελική μαγείρευε χυλό.
– Τον κουβάλησες μέσα; – έβαλε τις φωνές ο άντρας της.
– Σσσς! – τον σταμάτησε η Αγγελική. – Θα ξυπνήσεις τον Κώστα.
– Είπα – κανένας σκύλος μέσα!
– Κι εγώ είπα – τον κρατάμε, – απάντησε ήρεμα η Αγγελική. – Τέλος.
Ο Γιώργος την κοίταξε αποσβολωμένος. Ποτέ δεν του είχε αντιμιλήσει.
– Αγγελική, εσύ…
– Το αποφάσισα, Γιώργο. Ο σκύλος μένει. Αν δεν σου αρέσει – η πόρτα είναι εκεί.
Έπεσε σιωπή. Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι, τους κοίταξε. Ήρεμος, χωρίς φόβο.
– Διάολε, – κούνησε το χέρι του ο Γιώργος. – Κάνε ό,τι θες!
Χτύπησε την πόρτα κι έφυγε για δουλειά. Η Πηνελόπη, που παρακολουθούσε από τον διάδρομο, κούνησε το κεφάλι:
– Αχ, Αγγελική μου, τον κατέβασες τον άντρα σου. Για ένα σκυλί.
– Δεν είναι σκυλί, μάνα, – απάντησε σιγανά η Αγγελική. – Δεν είναι σκυλί.
Τον ονόμασαν Κοκκινούλη από το χρώμα του. Ο Κώστας πρώτος τον έκανε φίλο. Αποδείχτηκε πως ήξερε εντολές, έφερνε μπαλάκι, δεν γάβγιζε άσκοπα. Ευγενικός.
Ο Κοκκινούλης ρίζωσε γρήγορα. Κοιμόταν στο χολ, έτρωγε λίγο, ζητούσε να βγει. Ιδανικός σκύλος. Αλλά κάτι είχε. Λες και περίμενε κάτι. Συχνά σηκωνόταν τη νύχτα, πήγαινε στην πόρτα, μύριζε.
Δύο εβδομάδες μετά, έγινε.
Ο Γιώργος γύρισε από τη δουλειά μαύρο σύννεφο.
– Τέλος, – είπε, καθίζοντας στο τραπέζι. – Με απέλυσαν. Από αύριο είμαι ελεύθερος.
Η Αγγελική πάγωσε.
– Πώς σε απέλυσαν;
– Έτσι! Μείωση προσωπικού. Χάραξαν μισούς τεχνίτες. Εγώ στη λίστα.
– Μα εσύ…
– Εγώ τι; – ξέσπασε ο Γιώργος. – Ο καλύτερος τεχνίτης; Ο έμπειρος ειδικός; Γι’ αυτούς είμαι τίποτα! Θέλουν νέους που να πληρώνουν ψίχουλα!
Χτύπησε με τη γροθιά του το τραπέζι. Ο Κώστας τινάχτηκε, κολλώντας στην Αγγελική. Ο Κοκκινούλης, που κοιμόταν στη γωνία, σήκωσε το κεφάλι.
– Τι θα κάνουμε τώρα; – ψιθύρισε η Αγγελική. – Με έναν μισθό δεν βγαίνουμε.
– Ακριβώς! – Ο Γιώργος σηκώθηκε, άρχισε να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα. – Δάνειο για το σπίτι, το αμάξι χάλια, να ταΐσουμε το παιδί. Κι εγώ χωρίς δουλειά, χωρίς ελπίδα!
– Θα βρεις κάτι, – είπε η Αγγελική, αν και ήξερε – στην περιοχή δουλειά δεν υπήρχε.
– Ναι, θα βρω! Σαράντα πέντε χρονών, ποιος με θέλει;
Οι επόμενες μέρες ήταν εφιάλτης. Ο Γιώργος έπινε. Λίγο, αλλά συχνά. Τσακωνόταν με τη μάνα του, φώναζε στον Κώστα. Η Αγγελική πήγαινε στη δουλειά σαν σε βάσανο – γύριζε σπίτι και την περίμενε καβγάς.
Ο Κοκκινούλης άρχισε να φέρεται παράξενα. Ακολουθούσε τον Γιώργο παντού. Τον κοιτούσε αδιάλειπτα. Όταν εκείνος έπινε, ξάπλωνε στα πόδια του και κλαψούριζε.
– Πάρε αυτό το σκυλί από δω! – φώναζε ο Γιώργος. – Δεν μπορώ να το βλέπω!
Αλλά ο Κοκκινούλης δεν άφηνε.
Την Πέμπτη το βράδυ η Αγγελική έμεινε αργά στη δουλειά. Επιθεώρηση, την ανάγκασε το αφεντικό. Γύρισε στις έντεκα. Το σπίτι σκοτεινό, η αυλή σιωπηλή. Παράξενο – συνήθως ο άντρας της έβλεπε τηλεόραση μέχρι τα μεσάνυχτα.
Άνοιξε την πόρτα – και το είδε.
Ο Γιώργος ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα του χολ. Λιπόθυμος. Δίπλα ένα άδειο μπουκάλι. Και από πάνω του ο Κοκκινούλης, γάβγιζε, ξύνει με το πόδι, τραβούσε το μανίκι.
– Γιώργο! – όρμησε η Αγγελική.
Έπιασε τον σφυγμό – αδύναμος, αλλά υπήρχε. Η αναπνοή ρηχή. Μύριζε αλκοόλ τόσο δυνατά που ζαλίστηκε.
– Μάνα! – φώναξε. – Μάνα, φώναξε ασθενοφόρο!
Η Πηνελόπη πετάχτηκε από το δωμάτιο, βόγκηξε.
– Παναγία μου, τι έπαθε;
– Δεν ξέρω! Τηλεφώνησε γρήγορα!
Ο Κοκκινούλης δεν απομακρυνόταν από τον Γιώργο. Κλαψούριζε, του έγλειφε το πρόσωπο. Η Αγγελική κατάλαβε ξαφνικά – αν δεν ήταν το σκυλί, θα τον είχε βρει πολύ αργά. Δηλητηρίαση από αλκοόλ, είπαν αργότερα οι γιατροί. Λίγο ακόμα και δεν θα τον σώζανε.
Στο νοσοκομείο ο Γιώργος έμεινε τρεις μέρες. Γύρισε σπίτι χλωμός, γερασμένος.
– Συγνώμη, – της είπε όταν έμειναν μόνοι. – Δεν ξέρω τι μου συνέβη.
– Σσσς, – του έβαλε το χέρι στον ώμο η Αγγελική. – Το σημαντικό είναι ότι είσαι καλά.
– Το σκυλί με έσωσε, έτσι; – Ο Γιώργος κοίταξε τον Κοκκινούλη, που ήταν ξαπλωμένος στην πόρτα. – Θυμάμαι αμυδρά – γάβγιζε, δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Προσπάθησα να τον διώξω, αλλά εκείνος ξυνόταν, ούρλιαζε.
Η Αγγελική έγνεψε, χωρίς να μπορεί να μιλήσει.
– Παράξενο, – συνέχισε ο Γιώργος. – Σαν να ήξερε. Σαν να μην με άφησε να χάσω τις αισθήσεις μου.
– Ίσως πραγματικά ήξερε.
Ο Γιώργος σώπασε, μετά φώναξε:
– Κοκκινούλη, έλα εδώ.
Ο σκύλος πλησίασε διστακτικά. Ο Γιώργος άπλωσε το χέρι, τον χάιδεψε στο κεφάλι.
Ο Κοκκινούλης του έγλειψε το χέρι. Και στα μάτια του σκύλου κάτι άλλαξε.
Πέρασαν έξι μήνες.
Ο Γιώργος βρήκε δουλειά – όχι τόσο καλή όσο πριν, αλλά σταθερή. Έκοψε το ποτό. Με την οικογένεια έγινε πιο μαλακός. Ο Κοκκινούλης έγινε μέλος της οικογένειας – η Πηνελόπη τον τάιζε λιχουδιές, ακόμα κι ο Γιώργος τον έβγαζε βόλτα τα βράδια.
Η Αγγελική στεκόταν στο παράθυρο, βλέποντας τον άντρα της και τον σκύλο να γυρίζουν από τον περίπατο. Ο Γιώργος κάτι έλεγε στον Κοκκινούλη, κι εκείνος άκουγε προσεκτικά.
– Μαμά, από πού ήρθε ο Κοκκινούλης; – ρώτησε μια μέρα ο Κώστας.
– Δεν ξέρω, παιδί μου, – απάντησε η Αγγελική ειλικρινά. – Απλά ήρθε. Όταν είχαμε ανάγκη – ήρθε.
– Και βοήθησε;
– Και βοήθησε.
– Μάλλον είναι καλός μάγος, – αποφάσισε το αγόρι. – Με σκυλίσια γούνα.
Η Αγγελική χαμογέλασε. Ίσως ο Κώστας να είχε δίκιο. Ποιος ξέρει.
Και το βράδυ είδε ένα όνειρο. Ένας νέος στέκεται στον δρόμο, χαϊδεύει έναν κοκκινωπό σκύλο.
Το σκυλί κλαψουρίζει, τρίβεται στα πόδια του αφεντικού.
– Φύγε, – λέει ο νέος. – Μην ανησυχείς για μένα.
Και διαλύεται στην πρωινή ομίχλη.
Η Αγγελική ξύπνησε κλαίγοντας. Σηκώθηκε, πήγε στο χολ. Ο Κοκκινούλης κοιμόταν στο χαλάκι του. Ήρεμα, ρυθμικά ανάσαινε.
Ο σκύλος άνοιξε το ένα μάτι, την κοίταξε. Και ξανάπεσε για ύπνο.
Το πρωί, την ώρα που όλοι έτρωγαν πρωινό, ο Κώστας είπε ξαφνικά:
– Μαμά, ο Κοκκινούλης χαμογελάει. Κοίτα!
Πράγματι – η μούρη του σκύλου ήταν σχεδόν ευχαριστημένη. Σαν να είχε ολοκληρώσει τον σκοπό του.
Η Αγγελική πλησίασε, κάθισε δίπλα του, τον αγκάλιασε. Εκείνος ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατά της.
– Σ’ αγαπάμε, – ψιθύρισε η Αγγελική.
Ο Κοκκινούλης ανάσανε βαθιά. Και έκλεισε τα μάτια, εμπιστευτικά, ακουμπώντας.
Κάπου μακριά, πέρα από αυτόν τον κόσμο, ένας νέος άντρας στεκόταν δίπλα σε ένα φωτεινό ποτάμι και χαμογελούσε. Ο φίλος του είχε βρει νέο σπίτι. Και νέα αγάπη. Όλα ήταν σωστά. Όπως έπρεπε.







