«Πού βρήκατε αυτή τη φωτογραφία;» Ο Νίκος χλωμιάζει μόλις βλέπει το πρόσωπο του χαμένου του πατέρα…
Όταν ο Νίκος γυρίζει από τη δουλειά, η μητέρα του ποτίζει τα λουλούδια στο μπαλκόνι. Σκυμμένη πάνω από τις κρεμαστές γλάστρες, χαϊδεύει απαλά τα φύλλα. Το πρόσωπό της ακτινοβολεί μια ξεχωριστή ηρεμία.
«Μαμά, είσαι σαν μέλισσα», λέει ο Νίκος, αφήνει το σακάκι του και τυλίγει τα χέρια του γύρω από τους ώμους της. «Όλη μέρα στα πόδια;»
«Α, δεν είναι δουλειά αυτή», κουνάει χαμογελώντας το χέρι της. «Ξεκουράζεται η ψυχή. Κοίτα πώς ανθίζουν όλα. Η μυρωδιά – λες και δεν είμαστε στο μπαλκόνι, αλλά στον Βοτανικό Κήπο.»
Γελάει σιγανά, εγκάρδια, όπως πάντα. Ο Νίκος παίρνει βαθιά ανάσα το λεπτό άρωμα των λουλουδιών και θυμάται αθέλητα τα παλιά χρόνια, τότε που έμεναν ακόμη σε ένα μικρό ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και είχαν μόνο μια γλάστρα με μια μαραμένη καλανχόη στο περβάζι.
Πολλά έχουν αλλάξει από τότε.
Η μητέρα του περνάει πια πολλές ώρες στο εξοχικό της, που της χάρισε εκείνος σε μια επέτειο. Ένα μικρό σπιτάκι, μα με τεράστια αυλή, όπου μπορεί να φυτεύει ό,τι θέλει. Την άνοιξη βγάζει σπορόφυτα, το καλοκαίρι δουλεύει στα θερμοκήπια, το φθινόπωρο ετοιμάζει τις κονσέρβες σε βάζα. Και τον χειμώνα περιμένει να ξανάρθει επιτέλους η άνοιξη.
Ο Νίκος όμως ξέρει: όσο κι αν χαμογελάει, στα μάτια της κρύβεται πάντα μια σιωπηλή θλίψη. Μια θλίψη που δεν θα φύγει, παρά μόνο αν πραγματοποιηθεί η πιο βαθιά της επιθυμία – να ξαναδεί τον άντρα που περίμενε όλη της τη ζωή.
Ο πατέρας του. Ένα πρωινό βγήκε για τη δουλειά και δεν γύρισε ποτέ. Ο Νίκος ήταν τότε πέντε χρονών. Η μητέρα του έλεγε πως εκείνο το πρωί τη φίλησε στον κρόταφο, όπως κάθε μέρα, χαιρέτησε τον γιο του και είπε: «Να είσαι καλός.» Μετά έφυγε, χωρίς να ξέρει ότι έφευγε για πάντα.
Ακολούθησαν καταγγελίες στην αστυνομία, μήνες έρευνας. Συγγενείς, γείτονες, γνωστοί – όλοι ψιθύριζαν: «Θα το έσκασε», «Θα έκανε άλλη οικογένεια», «Ή μήπως του συνέβη κάτι κακό.» Μόνο η μητέρα του έλεγε πάντα το ίδιο:
«Δεν θα έφευγε έτσι απλά. Δεν μπορεί να γυρίσει.»
Αυτή η σκέψη στοιχειώνει και τον Νίκο, ακόμη και τώρα, περισσότερα από τριάντα χρόνια μετά. Είναι σίγουρος: ο πατέρας του δεν θα τους άφηνε ποτέ. Ποτέ.
Μετά το σχολείο, ο Νίκος σπούδασε στο Πολυτεχνείο, αν και κρυφά ονειρευόταν τη δημοσιογραφία. Ήξερε όμως ότι έπρεπε να σταθεί γρήγορα στα πόδια του. Η μητέρα του δούλευε ως νοσηλεύτρια στο νοσοκομείο, έκανε νυχτερινές βάρδιες, δεν παραπονιόταν ποτέ. Ακόμη κι όταν τα πόδια της πονούσαν από το πολύ περπάτημα και τα μάτια της ήταν κόκκινα, έλεγε μόνο:
«Όλα καλά, παιδί μου. Θα στρώσουν. Εσύ κοίτα να διαβάζεις.»
Και το έκανε. Όμως τα βράδια χτενίζει διαδικτυακές βάσεις αγνοουμένων, ελέγχει παλιά αρχεία, γράφει σε φόρουμ. Η ελπίδα δεν πεθαίνει – το αντίθετο, δυναμώνει, γίνεται κομμάτι του. Γίνεται όλο και πιο πεισματάρης. Μεγάλωσε με τη βεβαιότητα ότι πρέπει να σταθεί δίπλα στη μητέρα του, στη θέση που άφησε κενή ο πατέρας του.
Όταν βρίσκει την πρώτη του καλοπληρωμένη δουλειά, εξοφλεί όλα τα χρέη, ανοίγει έναν λογαριασμό ταμιευτηρίου και αγοράζει τελικά το εξοχικό. Και λέει:
«Ορίστε, μαμά, τώρα μπορείς να ξεκουραστείς.»
Εκείνη κλαίει χωρίς να κρύβει τα δάκρυά της. Ο Νίκος απλώς την αγκαλιάζει και ψιθυρίζει:
«Το έχεις χιλιοπάρει. Ευχαριστώ για όλα.»
Ο Νίκος ονειρεύεται πια κι αυτός μια οικογένεια. Ένα σπίτι που να μυρίζει φρέσκο ψωμί και φαγητό που σιγοβράζει. Κυριακές με αγαπημένα πρόσωπα και παιδικά γέλια να αντηχούν στους τοίχους. Όμως μέχρι τότε, συνεχίζει να δουλεύει. Μαζεύει, αποταμιεύει κεφάλαιο για να κάνει κάποτε δική του επιχείρηση. Έχει χρυσά χέρια, του άρεσε πάντα να κατασκευάζει.
Και βαθιά μέσα του καίει μία μόνο επιθυμία: να βρει τον πατέρα του. Θέλει αυτός ο άντρας κάποια μέρα να μπει στη ζωή τους και να πει:
«Συγγνώμη. Δεν μπορούσα να γυρίσω νωρίτερα.»
Και θα τον καταλάβουν, θα τον συγχωρέσουν, θα πέσουν και οι τρεις στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Τότε επιτέλους όλα θα γίνουν όπως έπρεπε να είναι.
Κάποιες φορές, όταν σκέφτεται τον πατέρα του, ο Νίκος ακούει ακόμη τη φωνή του. Τον νιώθει να τον σηκώνει ψηλά και να λέει: «Έλα, μικρέ μου ήρωα, θα πετάξουμε;» – πριν τον ξαναπιάσει γελώντας.
Εκείνη τη νύχτα τον βλέπει πάλι στον ύπνο του. Αυτή τη φορά ο πατέρας του στέκεται στην όχθη ενός ποταμού, φορώντας ένα παλιό παλτό, και τον φωνάζει. Το πρόσωπό του είναι θολό, σαν να τον κοιτάζει μέσα από ομίχλη – μα τα μάτια, γκρι, βαθιά, οικεία, είναι τα ίδια.
Ο Νίκος έχει σταθερή δουλειά, αλλά «με τον μισθό μόνο δεν πλουτίζεις», ειδικά όταν κάνεις δικά σου σχέδια. Έτσι, τα βράδια συχνά βγάζει έξτρα μεροκάματα – επισκευάζει υπολογιστές, στήνει συστήματα έξυπνου σπιτιού. Σε ένα βράδυ προλαβαίνει δύο, καμιά φορά και τρεις δουλειές: προβλήματα με εκτυπωτές εδώ, διακοπή ίντερνετ εκεί, ενημερώσεις λογισμικού – την ξέρει καλά τη δουλειά. Οι ηλικιωμένοι κυρίως τον συμπαθούν: ευγενικός, υπομονετικός, ποτέ πιεστικός. Εξηγεί με απλά λόγια και ποτέ δεν επιβάλλει περιττές υπηρεσίες.
Εκείνη τη μέρα έρχεται μια παραγγελία από μια γνωστή: μια πλούσια οικογένεια – σε κλειστό οικισμό έξω από την πόλη, με σεκιούριτι, είσοδος μόνο με ταυτότητα. Ψάχνουν κάποιον να τους στήσει το οικιακό δίκτυο.
«Ελάτε μετά τις έξι. Θα είναι η κυρία του σπιτιού εκεί και θα σας αναλάβει», του λένε.
Ο Νίκος φτάνει στην ώρα του. Μετά τον έλεγχο στην πύλη, σταματάει μπροστά σε ένα μεγάλο σπίτι με λευκούς κίονες και πανοραμικά παράθυρα. Την πόρτα του ανοίγει η Δάφνη, μια νέα γυναίκα γύρω στα είκοσι πέντε, λεπτή, σικάτη, μ’ ένα κομψό φόρεμα.
«Εσείς είστε ο τεχνικός; Περάστε, παρακαλώ. Ο εξοπλισμός είναι στο γραφείο του πατέρα μου. Είναι σε επαγγελματικό ταξίδι, αλλά ήθελε να είναι όλα έτοιμα σήμερα», λέει με ένα απαλό χαμόγελο.
Ο Νίκος την ακολουθεί σε έναν μακρύ διάδρομο. Ο αέρας μυρίζει ακριβό άρωμα, τα πάντα μοιάζουν αποστειρωμένα, σχεδόν κλινικά καθαρά. Στο σαλόνι στέκει ένα πιάνο, στους τοίχους κρέμονται πίνακες, βιβλιοθήκες, κορνιζαρισμένες φωτογραφίες. Το γραφείο είναι λιτά επιπλωμένο: σκούρο ξύλο, μια πράσινη λάμπα γραφείου, μια μεγάλη οθόνη και μια δερμάτινη καρέκλα.
Ο Νίκος γνέφει, βγάζει τα εργαλεία του και πιάνει δουλειά. Όλα κυλούν ομαλά – μέχρι που το βλέμμα του πέφτει σε μια φωτογραφία στον τοίχο. Ένα νεαρό ζευγάρι. Μια γυναίκα με λευκό φόρεμα, άνθη στα μαλλιά. Δίπλα της – ένας άντρας με γκρι κοστούμι, να χαμογελά. Ο χρόνος έχει χαράξει τα χαρακτηριστικά του, μα μέσα του ο Νίκος ακούει μια φωνή, δυνατή και ξεκάθαρη: *Αυτός είναι. Ο πατέρας.*
Σηκώνεται, πλησιάζει, κοιτάζει. Γκρι μάτια, ίδια ζυγωματικά, ίδιο λακκάκι στο χαμόγελο. Αναγνωρίσιμος.
«Συγγνώμη… ποιος είναι στη φωτογραφία;», ρωτάει διστακτικά.
Η Δάφνη τον κοιτάζει έκπληκτη.
«Ο πατέρας μου. Τον γνωρίζετε;»
Ο Νίκος δεν ξέρει τι να πει. Κοιτάζει τη φωτογραφία λες και βλέπει φάντασμα. Η καρδιά του χτυπάει τόσο δυνατά, που σίγουρα εκείνη το ακούει. Τελικά, με κόπο καταφέρνει να πει:
«Νομίζω… ίσως. Μπορείτε…»
Γνέφει μόνο, γυρίζει και φεύγει από το σπίτι για πάντα, ξέροντας ότι μερικά παρελθόντα είναι καλύτερα να αφήνονται στην ησυχία τους.







