«Η σύνταξή σου φτάνει», είπε η νύφη. Την ίδια μέρα αρνήθηκα να προσέχω τα εγγόνια.

Η Αργυρώ γλείφει τη λευκή κρέμα από το κουταλάκι του τσαγιού.

— Κυρία Ελένη, τώρα πια είστε συνταξιούχα. Δεν έχετε και τι να ξοδέψετε. Εμείς με τον Διονύση αποφασίσαμε να κόψουμε τη βοήθεια.

Στο τραπέζι στέκεται η τούρτα που κόστισε είκοσι ευρώ. Αγορασμένη με τη σύνταξη της Ελένης.

Η Ελένη κοιτάζει το άδειο φλιτζάνι. Το τσάι έχει κρυώσει προ πολλού. Μέσα της κάτι σκάει ξερά.

— Τι σημαίνει «κόψουμε»; ρωτάει η Ελένη.

Η Αργυρώ αφήνει το κουτάλι. Σκουπίζει τα χείλη της με μια χαρτοπετσέτα. Οι κινήσεις της είναι αργές, σαν να έχει τον πρώτο λόγο.

— Στην κυριολεξία. Χθες σας έδωσαν την πρώτη σύνταξη. 680 ευρώ. Τα κοινόχρηστα είναι 90. Για το φαγητό σας περισσεύουν. Τι τα θέλετε τα παραπάνω;

Ο Διονύσης κάθεται δίπλα. Κοιτάζει το πιάτο του. Σκαλίζει με το πιρούνι τα υπολείμματα του παντεσπάνι.

— Διονύση, κι εσύ αυτό πιστεύεις; ρωτάει η Ελένη.

Ο γιος της σηκώνει τους ώμους.

— Μαμά, έχουμε δάνειο για το σπίτι, δόσεις για το αυτοκίνητο, και η Αργυρώ πρέπει να φτιάξει τα δόντια της. Εσύ κάθεσαι στο σπίτι. Δε χρειάζεσαι ούτε εισιτήριο για τα μέσα, ούτε καινούργια ρούχα.

Η Ελένη τραβάει προς το μέρος της μια χαρτοπετσέτα. Παίρνει ένα στυλό.

— Κάθομαι στο σπίτι. Με τα δικά σας τα παιδιά.

— Είστε γιαγιά! Αυτή είναι η χαρά σας! αντιλέγει η Αργυρώ.

— Τα 300 ευρώ που μου δίνατε», γράφει το ποσό στη χαρτοπετσέτα η Ελένη. «Δεν ήταν βοήθεια. Ήταν πληρωμή για τη δουλειά μου.

Η Αργυρώ βγάζει ένα σύντομο γέλιο. Όχι από χαρά. Από θυμό.

— Αμ, βάλατε και ταξίμετρο; Τι δουλειά; Κάθεστε με τα ίδια σας τα εγγόνια!

— Σαράντα ώρες την εβδομάδα. Και τους παίρνω από τον παιδικό σταθμό. Και τους μαγειρεύω με δικά μου έξοδα.

— Σας γεννήσαμε εγγόνια! Η φωνή της νύφης ανεβαίνει.

— Εσείς τα γεννήσατε για τον εαυτό σας, Αργυρώ μου.

Ο Διονύσης χτυπάει το πιρούνι στο τραπέζι.

— Μαμά, μην αρχίζεις. Η Αργυρώ έχει δίκιο. Να πληρώνεις τη μάνα σου για να βλέπει τα εγγόνια είναι βαρβαρότητα. Δε θα ξαναστείλουμε λεφτά. Τέλος.

Η Ελένη σηκώνεται χωρίς λέξη. Πηγαίνει στη συρταριέρα. Ανοίγει το πάνω συρτάρι. Βγάζει ένα μάτσο κλειδιά.

Πλησιάζει στο τραπέζι. Πετάει τα κλειδιά μπροστά στον γιο της. Το μέταλλο χτυπάει στο πιάτο.

— Τι είναι αυτά; Ο Διονύσης συνοφρυώνεται.

— Τα κλειδιά του διαμερίσματός σας. Αφού τώρα είμαι απλώς μια στοργική γιαγιά κι όχι δωρεάν νταντά, το πρόγραμμά μου αλλάζει.

Η Αργυρώ κοκκινίζει σε κηλίδες.

— Τι πάει να πει αυτό, κυρία Ελένη;

— Πολύ απλό. Από αύριο εσείς θα πηγαίνετε τον Αρτέμη και την Πολυξένη στον παιδικό σταθμό. Εσείς θα παίρνετε άδεια όταν αρρωσταίνουν. Τα σαββατοκύριακα τα παιδιά θα είναι μαζί σας.

— Εγώ δουλεύω! φωνάζει η νύφη.

— Κι εγώ δούλευα. Σαράντα χρόνια σε εργοστάσιο. Τώρα ξεκουράζομαι.

Η Ελένη πηγαίνει στην εξώπορτα. Την ανοίγει.

— Τελειώσατε το τσάι; Τελειώσατε την τούρτα; Η έξοδος είναι εκεί.

Ο Διονύσης σηκώνεται πρώτος. Το πρόσωπό του κόκκινο. Αρπάζει το μπουφάν του από την κρεμάστρα.

— Θα το μετανιώσεις, μαμά. Θα μου τηλεφωνήσεις όταν νιώσεις μοναξιά.

Η Ελένη δεν απαντά. Κλείνει την πόρτα και γυρίζει το κλειδί.

Τη Δευτέρα η Ελένη ξυπνάει στις οκτώ. Η κουζίνα είναι ήσυχη. Κανείς δεν παρακαλάει να ανοίξει κινούμενα σχέδια. Κανείς δεν χύνει κομπόστα στο καθαρό τραπεζομάντιλο.

Φτιάχνει για τον εαυτό της έναν σωστό ελληνικό καφέ. Βγάζει μια ωραία κούπα.

Το κουδούνι χτυπάει οκτώ και τέταρτο. Μακριά. Θρασύτατα. Ασταμάτητα.

Η Ελένη πηγαίνει στην πόρτα. Κοιτάζει από το ματάκι.

Στο κεφαλόσκαλο στέκεται η Αργυρώ. Στα δόντια της σφίγγει το κινητό. Στο ένα χέρι κρατάει μια κίτρινη σακούλα από το σούπερ μάρκετ. Με το άλλο κρατάει την τετράχρονη Πολυξένη από την κουκούλα του μπουφάν. Δίπλα, ο εξάχρονος Αρτέμης μετακινείται από το ένα πόδι στο άλλο.

— Ανοίξτε! φωνάζει η Αργυρώ στην κλειστή πόρτα και τραβάει το χερούλι.

Η Ελένη πατάει το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας.

— Κοιμάμαι, Αργυρώ.

— Κυρία Ελένη, μη χαζεύετε! Πρέπει να είμαι στη δουλειά στις εννέα! Ο παιδικός σταθμός έχει καραντίνα, δεν τους πάω.

Τα παιδιά κλαψουρίζουν. Η Πολυξένη αρχίζει να τρίβει τα μάτια της με το βρόμικο γάντι.

— Κι εγώ έχω βγει στη σύνταξη. Έχω πρόγραμμα.

Η Αργυρώ κλωτσάει την πόρτα με τη μπότα της.

— Θα τα αφήσω εδώ, στο χαλάκι! Εσείς θα τα πείτε μετά στην κοινωνική υπηρεσία!

Η Ελένη ακουμπάει το μέτωπό της στο κρύο μέταλλο της πόρτας.

— Άσ’ τα. Η γειτόνισσα, η κυρία Νίκη, είναι σπίτι. Θα πάρει αμέσως την αστυνομία. Θα πω ότι μια μάνα παράτησε τα παιδιά της στην είσοδο και έφυγε.

Πίσω από την πόρτα πέφτει σιωπή. Ακούγεται μόνο η βαριά ανάσα της νύφης.

— Είστε τρελή. Πρόστυχη γριά, σφυρίζει η Αργυρώ.

Τα βήματα σταματάνε. Το ασανσέρ χτυπάει. Έφυγαν.

Η Ελένη πάει στην κουζίνα. Ο καφές έχει κρυώσει. Τον αδειάζει στον νεροχύτη και βάζει άλλον. Τα χέρια της τρέμουν λίγο. Μέσα της, όμως, επικρατεί ηρεμία.

Το μεσημέρι τηλεφωνεί ο Διονύσης. Η Ελένη δεν το σηκώνει αμέσως. Περιμένει να χτυπήσει για τρίτη φορά.

— Ορίστε.

— Μαμά, τα έχασες τελείως; ουρλιάζει ο Διονύσης στο ακουστικό. Στο βάθος βουίζουν αυτοκίνητα. Έγραψαν επίπληξη στην Αργυρώ! Άργησε δύο ώρες γιατί μετέφερε τα παιδιά στην πεθερά μου, στην άλλη άκρη της πόλης!

— Και πώς είναι η κυρία Βασιλική; ρωτάει με ήρεμο τόνο η Ελένη. Χάρηκε με τα εγγόνια;

— Μη με τρελαίνεις. Γιατί έστησες αυτό το τσίρκο;

— Διονύση μου, σε προειδοποίησα. Οι υπηρεσίες μου κοστίζουν. Εσείς δεν θέλατε να πληρώσετε.

— Τι λεφτά δηλαδή; Είναι το αίμα σου!

Η Ελένη παίρνει από το τραπέζι τη χαρτοπετσέτα με τους χθεσινούς λογαριασμούς.

— Αίμα; Εντάξει. Πριν τρεις μήνες μου δανείστηκες δύο χιλιάδες ευρώ. Για να φτιάξεις το κιβώτιο ταχυτήτων. Τα επέστρεψες;

— Θα τα δώσω. Θα πάρω τον μισθό και θα στα δώσω.

— Δεν θα τα δώσεις. Εγώ όμως πήρα δάνειο για αυτό το ποσό. Και πληρώνω δόσεις από τη σύνταξή μου. 680 ευρώ, Διονύση. Μείον 90 τα κοινόχρηστα. Μείον 70 η δόση για το δικό σου το αμάξι. Πόσα μένουν;

— Σου φέρνω εγώ ψώνια!

— Μία φορά τον μήνα. Δύο σακούλες ζυμαρικά κι ένα κοτόπουλο. Αξίας τριάντα ευρώ. Τα παιδιά όμως έτρωγαν σ’ εμένα εξήντα ευρώ την εβδομάδα.

— Μαμά, εσύ πάντα τα μετράς όλα!

— Έπρεπε να μάθω. Όταν ο γιος μου μετράει τη σύνταξή μου.

Η Ελένη κλείνει το τηλέφωνο. Πατάει τη σίγαση.

Το βράδυ χτυπάει ειδοποίηση στην τραπεζική εφαρμογή. Μεταφορά από τον Διονύση. Πενήντα ευρώ. Μήνυμα: «Πάρε. Πνίξου».

Η Ελένη στέλνει τα χρήματα πίσω. Δεν γράφει κανένα μήνυμα.

Περνούν δύο εβδομάδες.

Ζουν σαν ξένοι. Κανένα τηλεφώνημα. Η Ελένη κάνει βόλτες στο πάρκο. Διαβάζει βιβλία. Έχει αφήσει το παλιό της παλτό στο καθαριστήριο.

Την Παρασκευή το βράδυ φτιάχνει μηλόπιτα. Μόνο για τον εαυτό της. Η μυρωδιά της κανέλας γεμίζει τη μικρή κουζίνα.

Χτυπάει το κουδούνι.

Η Ελένη ανοίγει. Στο κατώφλι στέκεται ο Διονύσης. Τσαλακωμένος. Τα μάτια του αδέσποτα. Δίπλα του στέκεται ο Αρτέμης με βρόμικο μπλε μπουφάν.

— Μαμά, βοήθησέ με.

Ο Διονύσης σπρώχνει τον γιο του μέσα στον διάδρομο.

— Τι έγινε;

— Η Αργυρώ στο νοσοκομείο. Υποψία σκωληκοειδίτιδας. Πάω να βρω χειρουργούς. Η πεθερά μου πήρε την Πολυξένη, τον Αρτέμη όμως δεν έχω πού να τον αφήσω. Κράτησέ τον μέχρι αύριο. Σε παρακαλώ.

Η Ελένη κοιτάζει τον εγγονό της. Στέκεται με το κεφάλι κάτω. Κρατάει τάμπλετ.

— Εντάξει. Πέρασε, Αρτέμη. Βγάλε το μπουφάν.

Ο Διονύσης βγάζει έναν αναστεναγμό, λες και έριξε από πάνω του ένα σακί πατάτες.

— Ευχαριστώ, μαμά. Θα πάρω το πρωί.

Η πόρτα κλείνει πίσω του πιο γρήγορα από ό,τι προλαβαίνει η Ελένη να ρωτήσει το όνομα του νοσοκομείου.

Ο Αρτέμης βγάζει το μπουφάν. Το πετάει στο πάτωμα.

— Σήκωσέ το και κρέμασέ το στην κρεμάστρα, λέει ήρεμα η Ελένη.

Το αγόρι την κοιτάζει με μισό μάτι. Σηκώνει το μπουφάν.

— Πεινάς;

— Όχι. Φάγαμε στα ΜακΝτόναλτς.

Κάθονται στην κουζίνα. Η Ελένη κόβει την πίτα.

— Πώς είναι η μαμά; ρωτάει η Ελένη. Πονάει πολύ η κοιλιά της;

Ο Αρτέμης τρώει την πίτα με όρεξη.

— Η μαμά δεν πονάει στην κοιλιά.

Η Ελένη παγώνει. Το μαχαίρι σταματάει ένα χιλιοστό πριν το πιάτο.

— Τότε γιατί ο μπαμπάς είπε ότι είναι στο νοσοκομείο;

— Δεν ξέρω. Η μαμά δοκίμαζε μαγιό σπίτι. Πήγαν με τον μπαμπά σε σπα. Η θεία Βίκη έχει γενέθλια.

Μέσα της κάτι κλείνει με μια βαριά, αθόρυβη κλειδαριά.

Αφήνει το μαχαίρι. Σκουπίζει τα χέρια της. Παίρνει το κινητό.

Μπαίνει στο προφίλ της Βίκης, της μικρότερης αδερφής της Αργυρώς. Το πρώτο story φορτώνει με χαρούμενη μουσική. Ξύλινη προβλήτα. Πισίνα με ζεστό νερό. Η Αργυρώ, με ολοκαίνουργιο πράσινο μαγιό, κάνει πρόποση με ποτήρι σαμπάνια. Λεζάντα: «Οι γυναίκες είναι γυναίκες! Οι σύζυγοι πλήρωσαν το σαββατοκύριακο!». Η ανάρτηση έγινε πριν από σαράντα λεπτά.

Το εξοχικό κλαμπ «Πευκώνας». Είναι είκοσι χιλιόμετρα έξω από την πόλη.

Το κινητό χτυπάει με μήνυμα. Από τον Διονύση.

«Μαμά, ψευδής συναγερμός. Τελικά δεν είναι σκωληκοειδίτιδα. Οι γιατροί είπαν να μείνει ξαπλωμένη. Θα μείνουμε στη μάνα της μέχρι την Κυριακή. Κράτα τον Αρτέμη δυο μέρες. Φιλιά.»

Η Ελένη κοιτάζει την οθόνη για ώρα. Μετά κοιτάζει τον Αρτέμη. Εκείνος απλώνει τη γέμιση μήλου πάνω στο τραπέζι.

— Αρτέμη, ντύσου.

Το αγόρι σηκώνει το κεφάλι.

— Πού; Μόλις ήρθαμε.

— Πάμε στη μαμά σου. Να ευχηθούμε στη θεία Βίκη.

Το ταξί στοιχίζει τριάντα ευρώ. Στο ταξί μυρίζει φτηνό αποσμητικό χώρου και βρεγμένο χιόνι. Ο Αρτέμης έχει αποκοιμηθεί στο πίσω κάθισμα. Η Ελένη κοιτάζει από το παράθυρο. Μπροστά της περνούν γυμνά μαύρα δέντρα.

Καμία οργή δεν έχει απομείνει. Παρά μόνο ψυχρός υπολογισμός.

Το αυτοκίνητο σταματάει μπροστά στα σιδερένια, σφυρήλατα κάγκελα του κλαμπ «Πευκώνας».

Η Ελένη πληρώνει. Βγαίνει στον παγωμένο αέρα. Βγάζει τον νυσταγμένο Αρτέμη από το αυτοκίνητο.

Το αγόρι χασμουριέται και τρίβει τα μάτια του. Το μπουφάν είναι κουμπωμένο στραβά. Το σκουφάκι έχει γλιστρήσει στο πλάι.

Στη ρεσεψιόν στέκεται μια ψηλή κοπέλα με αυστηρή στολή.

— Καλησπέρα. Μπορείτε να μου πείτε πού γίνεται το πάρτι της Βίκης;

Η κοπέλα χαμογελάει τυπικά.

— Αίθουσα «Μαργαριτάρι», στον διάδρομο δεξιά. Να σας πάω;

— Θα βρούμε μόνοι μας.

Η Ελένη κρατάει σφιχτά το χέρι του Αρτέμη. Προχωρούν σε διάδρομο με μαλακό χαλί. Παίζει χαμηλή μουσική lounge. Μυρίζει ακριβά αρώματα και ψητό κρέας.

Σπρώχνει τη βαριά δρύινη πόρτα της αίθουσας «Μαργαριτάρι».

Μέσα υπάρχουν καμιά εικοσαριά άτομα. Ένα μακρύ τραπέζι στρωμένο με ορεκτικά. Χαμηλός φωτισμός. Κάποιος παχουλός άντρας κάνει πρόποση.

Η Αργυρώ κάθεται δίπλα στη Βίκυ. Φοράει βραδινό φόρεμα με ακάλυπτους ώμους. Τα μαλλιά της είναι προσεγμένα.

Ο Διονύσης κάθεται απέναντι. Γελάει ακουμπισμένος στην πλάτη της καρέκλας. Κρατάει ένα ποτήρι ουίσκι.

Η Ελένη μπαίνει στην αίθουσα.

Τα βήματά της στο παρκέ ακούγονται δυνατά. Ο Αρτέμης σκοντάφτει στο πόδι μιας καρέκλας και κλαψουρίζει.

Μερικοί γυρίζουν να δουν. Η πρόποση σταματάει.

Ο Διονύσης γυρίζει το κεφάλι. Το χαμόγελό του εξαφανίζεται τόσο γρήγορα, λες και το έσβησαν με πανί. Το πρόσωπό του ασπρίζει.

— Μαμά; βγάζει με κόπο. Το ποτήρι χτυπάει στο πιάτο.

Η Αργυρώ σκύβει μπροστά. Τα μάτια της γίνονται ολόκληρα πιατάκια.

Η Ελένη πλησιάζει κατευθείαν στο τραπέζι τους.

Δεν φωνάζει. Δεν βρίζει. Μιλάει σταθερά, αλλά αρκετά δυνατά για να τη φτάσει όλη η αίθουσα.

— Διονύση. Ξεχάσατε την αποσκευή σας.

Η Ελένη σπρώχνει απαλά τον Αρτέμη μπροστά. Αυτός τρέχει στη μητέρα του και χώνει το πρόσωπό του στο βραδινό της φόρεμα, αφήνοντας πάνω στο μετάξι έναν υγρό λεκέ από το βρόμικο μανίκι του μπουφάν.

— Μαμά, πεινάω! κλαψουρίζει ο Αρτέμης.

Η Αργυρώ σφίγγει το σαγόνι της τόσο, που φαίνονται οι τένοντες στον λαιμό.

— Κυρία Ελένη, τι κάνετε; σφυρίζει η νύφη. Μας γελοιοποιείτε μπροστά στους φίλους μας! Φύγετε αμέσως και πάρτε τον!

Η Βίκυ, η εορτάζουσα, μισοσηκώνεται.

— Διονύση, τι τσίρκο είναι αυτό; Εσείς είπατε ότι βολέψατε τα παιδιά.

Ο Διονύσης πετάγεται πάνω. Αρπάζει την Ελένη από τον αγκώνα. Τα δάχτυλά του σφίγγουν μέχρι που πονάει.

— Εσύ γιατί ήρθες; Σε παρακάλεσα!

Η Ελένη κατεβάζει αργά το βλέμμα στο χέρι του. Μετά τον κοιτάζει στα μάτια. Σαν να κοιτάζει εμπόδιο. Σαν να κοιτάζει κενό.

— Τράβα το χέρι σου, Διονύση.

Αυτός τραβάει απότομα τα δάχτυλά του.

— Μου είπατε ψέματα, λέει η Ελένη καθαρά, για να ακούσουν και οι καλεσμένοι. Για τη σκωληκοειδίτιδα. Για το νοσοκομείο. Πετάξατε το παιδί σαν αποσκευή στην αποθήκη και φύγατε για να πιείτε.

— Είμαστε κουρασμένοι! Έχουμε δικαίωμα στην ξεκούραση! φωνάζει η Αργυρώ.

— Έχετε. Αλλά με δικά σας έξοδα. Με τα παιδιά σας θα ξεκουράζεστε. Εγώ είμαι συνταξιούχος. Το ωράριό μου τελείωσε.

Η Ελένη γυρίζει να φύγει.

— Γιαγιά! φωνάζει ο Αρτέμης.

Εκείνη δεν γυρίζει. Προχωράει προς την πόρτα, κοιτάζοντας ίσια μπροστά.

Στη ράχη της πέφτει η κραυγή του γιου της:

— Δεν είσαι πια μητέρα μου! Σβήσε τον αριθμό μας!

Η πόρτα κλείνει, κόβοντας τον θόρυβο της αίθουσας.

Στον διάδρομο ησυχία. Η Ελένη ισιώνει τον γιακά του παλτό της. Καλεί ταξί για την επιστροφή. Μέσα της υπάρχει ένα παράξενο κενό, που όμως την κάνει να αναπνέει απίστευτα ελαφρά.

Την Κυριακή το μεσημέρι, ένα κλειδί στριφογυρίζει με το ζόρι στην κλειδαριά του διαμερίσματος της Ελένης. Η πόρτα τραντάζεται από ένα χτύπημα. Ύστερα, το κουδούνι. Μακρύ, έξαλλο.

Η Ελένη φτιάχνει τσάι στην αγαπημένη της κούπα με τα γατάκια. Δεν βιάζεται. Κατεβάζει το βραστήρα από τη φωτιά. Σκουπίζει το τραπέζι με ένα σφουγγάρι.

Πηγαίνει στην πόρτα. Δεν ανοίγει.

— Ποιος είναι; ρωτάει δυνατά.

— Άνοιξε! Η φωνή του Διονύση κόβεται. Άλλαξες τις κλειδαριές;

— Τις άλλαξα. Ήρθε κλειδαράς το πρωί. Μου πήρε πενήντα ευρώ. Από τη σύνταξή μου.

Ο Διονύσης χτυπάει την πόρτα με τη γροθιά του.

— Μαμά, έχεις τα καλά σου; Η Αργυρώ δε μου μιλάει δεύτερη μέρα! Η Βίκυ μας έδιωξε από τη γιορτή! Ήταν κι ο διευθυντής μου εκεί, τα είδε όλα!

— Δικά σου προβλήματα, Διονύση.

— Βγάλε τα πράγματά μου! ουρλιάζει ο γιος της από το κεφαλόσκαλο. Τα εργαλεία, τα καλάμια, τα παγοπέδιλα. Ό,τι ήταν στο μπαλκόνι.

— Θα τα βγάλω. Την Παρασκευή. Θα τα βάλω σε κούτες και θα τα αφήσω στους κάδους.

— Είσαι τρελή! Έκανες το ίδιο σου το εγγόνι ρεζίλι! Θα του ραγίσεις την ψυχή του παιδιού!

— Την ψυχή του τη σπάνε οι γονείς του, που τους ενοχλεί όταν πίνουν σαμπάνια στο σπα.

Πίσω από την πόρτα πέφτει βαριά σιωπή. Ύστερα ο Διονύσης λέει μέσα από τα δόντια του:

— Θα ψοφήσεις στη μοναξιά. Κανείς δε θα σου φέρει ούτε ένα ποτήρι νερό.

Η Ελένη χαμογελάει. Στο είδωλό της στο ματάκι. Το χαμόγελό της βγαίνει σκληρό.

— Θα αγοράσω ψύκτη νερού. Με παράδοση στο σπίτι. Αντίο, Διονύση.

Φεύγει από την πόρτα. Τα βήματα στη σκάλα σβήνουν.

Στην κουζίνα μυρίζει φρέσκο τσάι και ηρεμία. Στο σπίτι δεν υπάρχουν ούτε ξένα βρόμικα παπούτσια, ούτε σπασμένα παιχνίδια, ούτε συγγενείς που φωνάζουν. Για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, ανήκει μόνο στον εαυτό της.

Η Ελένη κάθεται στο τραπέζι. Ρουφάει μια γουλιά ζεστό τσάι.

Κι εσείς τι θα κάνατε στη θέση της Ελένης: θα κρατούσατε το παιδί, καταπίνοντας το ψέμα, ή θα το πηγαίνατε κατευθείαν στο πάρτι στους γονείς του;Η γουλιά κατεβαίνει ζεστή και βαριά, σαν να σφραγίζει μια απόφαση. Δεν έχει πια νόημα να είναι θυμωμένη. Έχει νόημα να είναι ακέραιη.

Την επόμενη βδομάδα γράφεται σε εργαστήρι κεραμικής. Κάθε Τετάρτη, πλάθει με τα χέρια της πήλινα κύπελλα. Τα πρώτα βγαίνουν στραβά. Ο δάσκαλος λέει ότι το στραβό έχει χαρακτήρα. Η Ελένη το πιστεύει. Χρόνια ολόκληρα έφτιαχνε τη ζωή των άλλων ίσια· τώρα φτιάχνει για τον εαυτό της ό,τι λυγίζει και ό,τι όρθιο θέλει.

Στο μεταξύ, ο Διονύσης χτυπάει κουδούνι δυο φορές. Δεν ανοίγει. Αφήνει μηνύματα, υπαινιγμούς, απειλές. Η Ελένη τα ακούει το πρωί με τον καφέ της και τα σκουπίζει μαζί με τα ψίχουλα. Δεν χρειάζεται να γεμίσει το κενό με θόρυβο. Το γέμισε με δική της ζωή.

Ένα πρωί, κάτω από την πόρτα, βρίσκει μια ζωγραφιά. Μια μεγάλη φιγούρα με κόκκινο φόρεμα, μια μικρή με μπλε μπουφάν, και ένας ήλιος με πρόσωπο. Στο κάτω μέρος, με στρογγυλά και αβέβαια γράμματα: «Η γαγιά μου». Τίποτα άλλο. Ούτε όνομα, ούτε παρακάλια.

Η Ελένη παίρνει τη ζωγραφιά. Την κοιτάζει πολλή ώρα. Δεν την κρεμάει στο ψυγείο για να φαίνεται. Τη βάζει στο κομοδίνο της, εκεί που κοιτάζει κάθε βράδυ πριν κλείσει τα μάτια. Στο πίσω μέρος γράφει με το δικό της χέρι: «Αρτέμη, η γιαγιά δεν έφυγε. Η γιαγιά έμαθε επιτέλους πού είναι η πόρτα της. Η δική σου θα είναι πάντα ανοιχτή — αλλά με το δικό σου χέρι θα την ανοίξεις.»

Το βράδυ, βρέχει. Η Ελένη δεν σηκώνει το τηλέφωνο. Δεν κοιτάει ποιος χτύπησε. Βάζει ακόμα ένα φλιτζάνι τσάι, όχι από συνήθεια, αλλά από επιλογή. Και ξέρει, με μια σιγουριά που δεν είχε ποτέ της, ότι η ζωή δεν τελείωσε στην προηγούμενη σελίδα. Γυρίζει για να διαβάσει το επόμενο κεφάλαιο. Αυτό το κεφάλαιο ξεκινά με τσάι. Ζεστό, δικό της, γεμάτο.

Rate article
News 24 Justall
«Η σύνταξή σου φτάνει», είπε η νύφη. Την ίδια μέρα αρνήθηκα να προσέχω τα εγγόνια.