Η Κλεοπάτρα δεν έβλεπε καμία δική της ευθύνη. Μια φορά δεν κρατήθηκε, όρμησε πίσω από μια γάτα, τράβηξε το λουρί πιο δυνατά απ’ ό,τι έπρεπε, κι η κυρία έπεσε. Μα η Κλέπα δεν το ’κανε από κακία – ένστικτα…
Η ζωή χτυπούσε συνέχεια τον Σάκη στη μύτη: «Μην ανακατεύεσαι, δεν είναι για σένα, τράβα πιο πέρα»…
Κι ο Σάκης τραβιόταν. Δίκιο είχε η ζωή, καλύτερα να μην προβάλλεις – για να ’σαι γερός. Τον είχε φτιάξει η μητέρα φύση με το ζόρι: κοντός, λεπτός, αδύναμος.
Στο σχολείο τον φώναζαν «τον αδύναμο» και καμιά φορά τον ξυλοκοπούσαν για προληπτικούς λόγους. Ούτε φίλους είχε πολλούς ο Σάκης, μόνο έναν – τον Πάνο.
«Δεν πειράζει, θα μεγαλώσω, σκεφτόταν τότε, και θα σταματήσουν όλα. Οι μεγάλοι είναι λογικοί. Δεν δίνουν χαζά παρατσούκλια ούτε μοιράζουν σφαλιάρες έτσι απλά».
Αχ, πόσο λάθος είχε…
*****
Με τις σφαλιάρες στην ενήλικη ζωή τα πράγματα ήταν όντως καλύτερα. Δεν συνηθίζεται στον κόσμο των μεγάλων να μοιράζουν αριστερά-δεξιά. Αλλά με τα παρατσούκλια…
Πώς τον είπαν τον Σάκη. Και σκελετωμένο, και κοριό, και γόνο, και ποντικάκι. Φυσικά στενοχωριόταν, αλλά το κακό ήταν ότι δεν ήξερε να απαντήσει. Γιατί στο μικρό του ανάστημα προστίθετο και μια τεράστια ντροπαλότητα.
Αχ, πόσο τον εμπόδιζε αυτή. Ακόμα περισσότερο από την ασήμαντη εμφάνισή του. Οι νέες σχέσεις δεν προχωρούσαν. Έτσι, συναντιόταν μόνο με τον παλιό σχολικό φίλο Πάνο και με τη μητέρα του όσο ζούσε.
Πέρασαν χρόνια, ο Σάκης δούλευε ως αποθηκάριος σε ένα σουπερμάρκετ και για προσωπική ζωή ούτε που το σκεφτόταν, αν και το προσωπικό ήταν κατά ενενήντα τοις εκατό γυναίκες.
Μόνο που οι κυρίες τον κοίταζαν σαν «γιο του συντάγματος». Τον φρόντιζαν, τον προστάτευαν, τον κερνούσαν σπιτικά φαγητά. Μα πώς αλλιώς; Ήταν «ο καημένος, ο μικρούλης».
Εξάλλου, στα σαράντα του ο Σάκης είχε μείνει ορφανός. Τον λυπόντουσαν λοιπόν οι καλόκαρδες γυναίκες…
Αυτό κράτησε ως εκείνη τη μέρα που γνώρισε τη Βάσω. Η Βάσω ήταν γυναίκα με κεφαλαίο Γ. Αδύνατον να μην την προσέξεις!
Σ’ αυτήν ενώνονταν το ψηλό ανάστημα, τα εξέχοντα προσόντα και η δυνατή φωνή. Ήταν υπέροχη!
Ο Σάκης ερωτεύτηκε χωρίς ανταπόκριση. Φοβόταν να την πλησιάσει. Ποιος ήταν αυτός για εκείνη; Ψύλλος, άσπρος σκόρος, μόριο! Μα η ζωή έχει περίεργο χιούμορ. Και με αυτό το χιούμορ, αποφάσισε να φέρει κοντά τον μικρό, ντροπαλό αδύναμο και τη μεγάλη, δυνατή Βάσω.
Ο τρόπος που διάλεξε η ζωή ήταν κλασικός αλλά σίγουρος. Πόσα παραδείγματα υπάρχουν που ο διασώστης ερωτεύεται τον διασωθέντα; Πολλά! Έτσι και η Βάσω έτυχε μια μέρα να σώσει τον Σάκη…
Να πώς έγινε. Ο Σάκης στεκόταν στην ουρά του ταμείου. Πίσω από το ταμείο καθόταν η υπέροχη Βασιλική. Ο Σάκης χλόμιαζε, κοκκίνιζε, αγχωνόταν, άλλαζε από το ένα χέρι στο άλλο ένα κεφίρ.
Τότε από πίσω εμφανίστηκαν δύο νεαροί αλήτες με μερικά μπουκάλια ποτό, σπρώχνοντας με τον ώμο τον λεπτό Σάκη:
— Θα είσαι πίσω μας, μπάρμπα. Βιαζόμαστε, είπε ο ένας.
Κάθε άλλη μέρα ο Σάκης θα τους άφηνε σιωπηλά, αλλά όχι σήμερα. Τον κοίταζε η ίδια η Βάσω!
— Ελάτε, παιδιά, στη σειρά. Κι εγώ δεν έχω άπειρο διάλειμμα, τσίριξε.
— Μη μας τα πρήζεις! Σου είπαμε: θα είσαι πίσω μας, άρα πίσω! — ο ένας είχε ήδη βάλει το μπουκάλι του στον ιμάντα.
Ο δεύτερος για παραπάνω πειθώ γύρισε και έσπρωξε ελαφρά τον Σάκη στο στήθος:
— Κράτα απόσταση, μπάρμπα!
Ο Σάκης κοκκίνισε κατακόκκινος, άνοιξε το στόμα, αλλά τον πρόλαβαν:
— Με τη σειρά! — βρόντηξε η Βάσω από το ταμείο. — Και γενικά, νεαροί, δώστε μου ταυτότητες! Μήπως δεν έχω δικαίωμα να σας πουλάω αλκοόλ!
Οι θύτες του Σάκη αγχώθηκαν:
— Έλα τώρα, έχουμε στο σπίτι επτά παιδιά κι εσύ ζητάς ταυτότητες! — προσπάθησε να αστειευτεί ο ένας.
— Ακούστε, «πολύτεκνοι πατεράδες», μη μου γυρίζετε το μυαλό. Ή θα αποδείξετε ότι είστε ενήλικοι, ή τράβα σπίτι στη μαμά και στον μπαμπά, διέταξε η Βάσω.
Πίσω από τη Βάσω είχε ήδη ξεμουδιάσει ο βαριεστημένος φύλακας του μαγαζιού, ο Παναγιώτης. Έτσι οι «πολύτεκνοι πατεράδες», βρίζοντας μέσα από τα δόντια, προτίμησαν να γίνουν καπνός.
— Αναίσχυντοι ανήλικοι! — είπε θυμωμένα η Βάσω.
Και μετά κοίταξε τον Σάκη και πρόσθεσε γλυκά:
— Έλα, Σακάκη, θα σε χρεώσω εγώ. Αλλιώς δεν θα προλάβεις να φας. Και πρέπει να τρως, είσαι πολύ αδύνατος. Ακόμα και τα μικρά τσογλάνια σε πειράζουν.
— Ευχαριστώ… μουρμούρισε ο Σάκης.
Ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.
«Τέλος, τώρα ούτε ελπίδα δεν έχω να με κοιτάξει η Βάσω. Έπρεπε να γίνω τέτοιος ρεζίλης. Φοβήθηκα παιδάκια! Αν και ποιος ήξερα ότι ήταν παιδιά, μεγάλοι σαν βουνά!» αγωνιούσε ο Σάκης.
Αλλά έγινε το εντελώς αντίθετο.
Από εκείνη τη μέρα, η Βάσω άρχισε να τον συμπεριφέρεται αλλιώς. Χαμογελούσε, φλέρταρε, του έφερνε φαγητά από το σπίτι. Οι άλλες γυναίκες του μαγαζιού αποσύρθηκαν. Ο Σάκης δεν ήξερε τι είχε κάνει η Βάσω για αυτό. Μόνο μια φορά άκουσε ψιθύρους:
— Το ποντικάκι μας έγινε τρόπαιο της Βάσως.
— Και καλά, ας είναι. Μπορεί να τον παντρευτεί, και βλέποντας να τον χορτάσει όπως πρέπει.
Ο Σάκης δεν στενοχωρήθηκε με τον τίτλο του τροπαίου:
«Δηλαδή, της είμαι αγαπητός! αποφάσισε. Άρα με νοιάζεται. Κι από εκεί ως την αγάπη είναι ένα βήμα. Προς το παρόν, αρκεί η δική μου αγάπη. Φτάνει και για τους δυο».
Αυτή η σκέψη ώθησε τον Σάκη σε αποφασιστική δράση. Και, πατώντας στο λαιμό της ντροπαλότητάς του, την κάλεσε επιτέλους σε ραντεβού.
Εκείνη δέχτηκε. Λέξη με λέξη, συνάντηση με συνάντηση – ξεκίνησε ένα ειδύλλιο, και μετά έγινε γάμος…
Μόνο που η οικογενειακή ζωή απογοήτευσε τον Σάκη. Η Βασιλική αμέσως όρισε τον εαυτό της αρχηγό. Και όλα καλά, αλλά αυτή η αρχηγός είχε μια πολύ ιδιότυπη άποψη.
Κατά την κατανόησή της, ο αρχηγός όχι μόνο έπρεπε να αποφασίζει και να ελέγχει τα πάντα, αλλά είχε και πλήρες δικαίωμα να διαπαιδαγωγεί και να τιμωρεί.
Αχ, πόσες φορές την έβγαλε από τη Βάσω για το παραμικρό παράπτωμα. Είτε κρέμασε τον πολυέλαιο λάθος, είτε δεν έσκουπισε καλά το πάτωμα, είτε δεν έπλυνε το πιάτο του…
Ο Σάκης ανεχόταν. Παρά τα πάντα, αγαπούσε τη σώτειρά του Βασιλική. Και ήθελε πολύ να τον αγαπήσουν κι εκείνον. Ήλπιζε ότι όλα μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Θα συνηθίσουν ο ένας τον άλλο και θα ζήσουν αγαπημένοι.
Τις ψευδαισθήσεις, όπως και τα υπολείμματα αγάπης, τις γκρέμισε μια και μοναδική σφαλιάρα.
— Καταστροφέα, αδύναμε, σκελετωμένε! φώναζε η Βάσω εκείνο το βράδυ. — Μπορείς να κάνεις τίποτα σωστά; Σωπαίνεις; Άδικα! Πες μου καλύτερα πού θα βρω άλλο τόσο φλιτζάνι;
Αυτό της γιαγιάς ήταν, παλιό, αγαπημένο μου. Τα χέρια σου είναι στραβά, ούτε πιάτο δεν μπορείς να πλύνεις! Αχ, δε μου φτάνει ο θυμός…
Ο Σάκης δεν πρόλαβε να απαντήσει. Όταν τελείωσαν τα λόγια της Βάσως, πέρασε στη δράση! Το χέρι της ήταν βαρύ.
Αλλά μόλις ξεκαθάρισε το μυαλό του Σάκη, κατάλαβε: «Ώρα να χωρίσουμε! Αρκετά χτυπήματα είχα και στα παιδικά μου χρόνια!»
Με καυγάδες και βρισιές χώρισαν. Ο Σάκης απογοητεύτηκε για άλλη μια φορά από τους ανθρώπους και ορκίστηκε να μην ερωτευτεί ποτέ ξανά…
Και η Κλεοπάτρα την είχε βαρέσει η ζωή. Μάλιστα τελείως άδικα. Ήταν υπέροχη – μαύρη, μακριά, μεγάλη. Δώδεκα ολόκληρα κιλά ευτυχίας!
Μόνο που για κάποιο λόγο κανείς δεν ήθελε τόση ευτυχία. Γι’ αυτό η Κλέπα γύριζε από χέρι σε χέρι…
Ο πρώτος ιδιοκτήτης δεν του άρεσε η εμφάνισή της:
— Είναι κάτι σαν υπερ-ντάκσκελ, ή μήπως σούπερ-ντάκσκελ! Τέλος πάντων, δεν είναι στάνταρ. Δεν κάνει. Ποτέ δεν ονειρεύτηκα ένα μιξόμπαρο.
Γι’ αυτό την πέρασε γρήγορα σε έναν φίλο του.
— Τι ράτσα είναι αυτή; Ντάκσκελ-γίγαντας; αστειεύτηκε εκείνος. — Μεγάλη! Η μάνα της σίγουρα τα ’φτιαξε με ένα μπάσετ. Και τι γαβγίστρα! Τέλεια, θα φυλάει το εξοχικό.
Αλλά η Κλέπα δεν τα κατάφερε στη φύλαξη. Ναι, είχε μπάσα, απειλητική φωνή. Μόνο που γάβγιζε όχι όταν έβλεπε εχθρούς, αλλά όποτε της ερχόταν.
— Άχρηστο σκυλί, τη μάλωναν. — Φαφλατά! Τρως πολύ, δεν ξέρεις να φυλάς. Αντίθετα, καταπατάς τα λουλούδια και σκάβεις το γκαζόν. Πρέπει να σου βρούμε άλλον αφέντη.
Με δυσκολία βρέθηκε καινούριος. Μάλλον, καινούρια. Μια ηλικιωμένη, συμπαθητική, μα πολύ αργή. Η Κλέπα ορκίστηκε ότι θα είναι καλό σκυλί. Αλλά πάλι δεν τα κατάφερε…
Η Κλεοπάτρα, βέβαια, δεν έβλεπε καμία δική της ευθύνη. Μια φορά δεν κρατήθηκε, όρμησε πίσω από μια γάτα, τράβηξε το λουρί πιο δυνατά απ’ ό,τι έπρεπε, κι η κυρία έπεσε.
Μα η Κλέπα δεν το ’κανε από κακία – ένστικτα. Κι η κυρία έπαθε μόνο μια μικρή τρομάρα, δόξα τω Θεώ. Αυτός είναι λόγος να χωρίσετε; Μα οι άνθρωποι είναι ακατανόητα πλάσματα.
— Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μαζί της! παραπονιόταν η πεσμένη κυρία στο τηλέφωνο. — Μου είναι πολύτιμη η ζωή. Βρες της κάποιον. Αλλιώς θα την αφήσω στον δρόμο.
Κι αυτός ο κάποιος, φαίνεται, προσπάθησε. Η Κλέπα βρήκε οικογένεια. Αληθινή οικογένεια από τρία άτομα: άντρας, γυναίκα και παιδί.
— Κλεοπάτρα, μην πειράζεις τον Αντρεάκη! πρόσταξε ο άντρας. — Αλλιώς θα σου βρέξω ένα καλό.
Η Κλέπα δεν σκόπευε να πειράξει το μικρό ανθρωπάκι. Αλλά εκείνος είχε άλλα σχέδια:
— Θα είσαι αλογάκι, δήλωνε ο τετράχρονος Αντρεάκης και προσπαθούσε να καβαλήσει την Κλέπα.
Εκείνη ξεγλιστρούσε και γρύλιζε. Μεγάλη ήταν, αλλά για αλογάκι δεν έκανε.
Ο Αντρεάκης θύμωνε και έκλαιγε. Η γυναίκα θύμωνε και μάλωνε. Ο άντρας άρπαζε τη ζώνη. Η Κλέπα κρυβόταν. Τότε ο άντρας κοκκίνιζε, φώναζε και απειλούσε να τη δώσει σε καταφύγιο…
Άγνωστο πώς θα τελείωνε, αλλά μια μέρα ήρθε ένας φίλος στον άντρα. Η Κλέπα βγήκε τότε κάτω από το κρεβάτι για να δει ποιος ήρθε.
Ο φίλος ήταν ένας μικρός, λεπτούλης άντρας που τον έλεγαν Σάκη.
«Κακομοίρης, σκέφτηκε η Κλέπα. Ο δικός μου είναι πολύ μεγαλύτερος. Μάλλον κι αυτός είναι εκτός προδιαγραφών, όπως εγώ».
— Γεια σου, χρόνια και ζαμάνια, Πάνο, αγκάλιασε ο Σάκης τον αφέντη της Κλέπας. — Βλέπω νέα προσθήκη. Πήρες σκύλο; Εγώ τελικά χώρισα από τη γυναίκα μου.
— Συγχαρητήρια, καιρός ήταν! Εγώ μ’ αυτό το σκυλί θέλω να χωρίσω. Το έχω μετανιώσει χίλιες φορές που το πήρα, αναστέναξε ο Πάνος. — Αδιαπαιδαγώγητο, κακό, γρύλιζε στον Αντρεάκη, κι όταν το μαλώνεις κρύβεται κάτω από το κρεβάτι. Σκέφτομαι να το δώσω.
— Τι λες; Γιατί να το δώσεις; Ο Σάκης κοίταξε με συμπόνοια την Κλέπα. — Αδιαπαιδαγώγητο, λες. Κι εσύ το διαπαιδαγώγησες; Οι μπατσιές και οι τιμωρίες δεν είναι διαπαιδαγώγηση.
Θα το πας σε εκπαιδευτή. Δεν είμαι σκυλολόγος… Αλλά κι εμένα προσπάθησαν με φωνές και σφαλιάρες να με διορθώσουν – δεν τα κατάφεραν.
— Ποιος εκπαιδευτής, Σάκη; Δεν προλαβαίνω ούτε την οικογένεια, δουλεύω σαν το σκυλί! Ούτε η γυναίκα μου έχει χρόνο…
Άκου, αφού είσαι τόσο έξυπνος, μήπως πάρεις εσύ την Κλεοπάτρα μας; σκέφτηκε ο Πάνος. — Είσαι πια μόνος, ελεύθερος. Διδάξε την όσο θες. Τι λες; Ιδέα. Καλό για όλους: για μας, για την Κλέπα, για σένα!
— Θα την έπαιρνα, αλλά θα θέλει; Έχει συνηθίσει εσάς, υποθέτω; Ο Σάκης κοίταξε ερωτηματικά την Κλέπα.
«Αυτός μου αρέσει σίγουρα, σκέφτηκε εκείνη. Μιλάει λογικά, δεν έχει παιδιά, όπως κατάλαβα, κι είναι κι ο ίδιος ανορθόδοξος. Άρα θα με καταλάβει πιο γρήγορα! Πρέπει να δείξω ότι συμφωνώ!»
Και κούνησε δύο φορές την ουρά της.
— Κοίτα, δεν έχει αντίρρηση! χάρηκε ο Πάνος. — Ας ελπίσουμε ότι θα τα βγάλεις πέρα. Και βλέποντας, σε καμία σκυλοπαιδική χαρά θα βρεις την τύχη σου.
— Αυτό μην το λες. Χόρτασα, κούνησε το χέρι του ο Σάκης.
Το βράδυ έφυγαν μαζί με την Κλεοπάτρα…
Αποδείχθηκε ότι τα βγάζεις πέρα με την Κλέπα πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι με την πρώην γυναίκα. Δεν γκρίνιαζε, δεν φώναζε για ψύλλου πήδημα και, φυσικά, δεν σήκωνε χέρι.
Αν δεν καταλάβαινε με την πρώτη, καταλάβαινε με τη δεύτερη. Εξάλλου, αγαπούσε τον Σάκη! Ήταν για εκείνη τα πάντα: φίλος, αφέντης, όλος ο κόσμος.
Πήγαιναν μαζί σε σκυλοσχολή, έκαναν βόλτες στην παιδική χαρά, μάθαιναν, έπαιζαν, συναναστρέφονταν. Κι ο Σάκης ήταν ευτυχισμένος που η μοίρα εκείνο το βράδυ τον ώθησε να επισκεφτεί τον παλιό σχολικό φίλο.
«Τα σκυλιά είναι σίγουρα καλύτερα από τους ανθρώπους, σκεφτόταν ο Σάκης. Η Κλέπα είναι η απόδειξη. Έξυπνη, όμορφη, υπάκουη. Ίσως ακόμα όχι τελείως υπάκουη, αλλά αυτό διορθώνεται».
Βέβαια, αυτό το σκέφτηκε για λίγο. Αποδείχθηκε ότι ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν και υπέροχα δείγματα: καλοί, ευαίσθητοι, με ενσυναίσθηση.
Απλά παλιότερα ο Σάκης δεν ήξερε πού βρίσκονται. Τώρα ανακάλυψε – στις σκυλοπαιδικές χαρές είναι γεμάτες. Πολλούς γνώρισε ο Σάκης χάρη στην Κλέπα. Με μερικούς έγινε φίλος.
Και, ποιος ξέρει, μπορεί να ’ρθει η μέρα που θα ερωτευτεί ξανά κάποια ιδιοκτήτρια σπιτς ή ντάνας. Όχι αμέσως βέβαια. Αλλά ο Σάκης δεν το αποκλείει.







