Παραμονή Πρωτοχρονιάς. 31 Δεκεμβρίου. Ρεπό. Μεσημέρι. Έξω είχε πραγματικό χειμώνα – τα πάντα σκεπασμένα στο χιόνι. Μεγάλες νιφάδες χτυπούσαν τα τζάμια, παγωνιά στη φύση, κι εγώ ένιωθα παγωνιά στην καρδιά. Ξέρεις τι σημαίνει παραμονή Πρωτοχρονιάς σε μια τέτοια λευκή μέρα; Αυτό ακριβώς συνέβαινε. Είχα χωρίσει με τη γυναίκα μου και δεν είχα κανέναν να γιορτάσω.
Δεν ήθελα να πάω σε συγγενείς. Να ακούω τις ερωτήσεις τους για τη ζωή μου, να δίνω απαντήσεις, και μετά να βλέπω τα συμπονετικά βλέμματά τους. Έξω κι η καρδιά μου είχαν παγωνιά. Έτσι είναι, βλέπεις.
Θυμήθηκα τη θεία μου, την Ελένη. Ψυχή καλοσυνάτη, ο Θεός να την αναπαύσει. Ως την τελευταία μέρα της ζωής της βοηθούσε όποιον μπορούσε. Μου έλεγε: «Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πρέπει να μαζέψεις ό,τι μπορείς. Φαγητό, κουβέρτες, και να βγεις έξω. Να ταΐσεις κάθε γάτα και κάθε σκύλο που θα συναντήσεις, και να τους στρώσεις μια ζεστή κουβέρτα». Έτσι έκανε.
Εγώ όμως τεμπέλης. Μόνο δυο φορές πήγα βιαστικά στο πάρκο κι άφησα ξηρά τροφή σε διάφορα σημεία.
Ήρθε, φαίνεται, και η δική μου σειρά, σκέφτηκα. Να θυμηθώ τις συμβουλές της καλής μου θείας και να την τιμήσω. Ετοίμασα δύο μεγάλες σακούλες. Η μία είχε βραστό κοτόπουλο και άφθονη ξηρά τροφή, η άλλη πετσέτες και δυο παλιές κουβέρτες.
Φόρεσα ζεστό μπουφάν με κουκούλα και βγήκα. Ο αέρας με χιόνι με χτύπησε στο πρόσωπο. Ανατρίχιασα και προχώρησα. Έψαξα πολύ, μάταια. Είτε είχαν κρυφτεί οι γάτες από το κρύο, είτε απλά δεν μπορούσα να τις βρω. Εξαντλημένος και χωρίς να ξέρω τι να κάνω, βγήκα σε ένα μικρό δεντρόκηπο.
Κι εκεί η έκπληξη. Παντού χιόνιζε κι ο αέρας σφύριζε παγωμένος, αλλά ξαφνικά τα σύννεφα άνοιξαν κι ένας μοναδικός ήλιος έπεσε στη γη κι έμεινε. Στο φως του φαινόταν ένα παγκάκι στο κέντρο κι ένας άνθρωπος καθισμένος.
Πλησίασα και κάθισα δίπλα. Ήθελα πολύ να ξεκουραστώ, μα κι ήταν ευχάριστο να κάθομαι σ’ εκείνη τη γλυκιά ακτίνα.
Ήταν ένας παράξενος ηλικιωμένος με πλεκτό σκουφάκι. Στα χέρια του κρατούσε ένα μπουκέτο τουλίπες κι έβλεπε μπροστά του.
«Ωραία εδώ», είπα στο κενό. «Ευχάριστα και ζεστά», μου απάντησε.
«Κι εσείς γιατί δεν πάτε να γιορτάσετε;» ρώτησα. «Τώρα πάω», είπε ο γέρος. «Έχω ακόμα πολλές δουλειές, μόλις τελειώσω το τσιγάρο μου και μία απ’ αυτές». Και με κοίταξε. «Εσύ γιατί δεν πας;» χαμογέλασε. «Δεν έχω με ποιον», δίστασα. «Κι η θεία μου έλεγε…» και του έδειξα τις σακούλες.
«Η θεία σου σού έλεγε ότι την παραμονή Πρωτοχρονιάς πρέπει να μαζέψεις ό,τι μπορείς, φαγητό, κουβέρτες, και να βγεις να τα μοιράσεις σε αδέσποτες γάτες και σκύλους», είπε ο γέρος και με κοίταξε κατάματα.
Το σαγόνι μου έπεσε κι έριξα το τσιγάρο. «Από πού το ξέρετε;» απόρησα. Στα μάτια του γέρου ξαφνικά άστραψαν αστέρια. «Εσύ πήγαινε», είπε. «Πρέπει να βιαστείς, γιατί σε περιμένουν. Τη θεία σου να τη θυμάσαι συχνά. Ήταν ψυχή καλοσυνάτη». Σηκώθηκε, άφησε στο παγκάκι το μπουκέτο τουλίπες, προχώρησε, βγήκε από την ακτίνα του ήλιου, και διασχίζοντας τον δρόμο χάθηκε ξαφνικά πίσω από ένα λεωφορείο. Λες και διαλύθηκε στον αέρα.
Σηκώθηκα κι είδα τέσσερις γάτες να κοιτάζουν με λαίμαργα μάτια τις σακούλες μου. Η μυρωδιά του κοτόπουλου τις είχε προσελκύσει.
Πρώτα ήρθαν δύο αφράτοι όμορφοι με χνουδωτές ουρές. Μετά, από τους θάμνους, πηδώντας αστεία μέσα στα χιόνια, εμφανίστηκαν άλλες δύο.
«Εσάς ήθελα», τους είπα κι άπλωσα όλες τις λιχουδιές και τις κουβέρτες κάτω από ένα μικρό υπόστεγο που τις προστάτευε από το βαρύ χιόνι.
Με ανάλαφρη καρδιά γύρισα σπίτι, πετώντας τις άδειες σακούλες. Μόνο που μάλωνα τον εαυτό μου που δεν ρώτησα τον γέρο με τα αστέρια στα μάτια τι εννοούσε λέγοντας ότι με περιμένουν. Κι ούτε για τη θεία ρώτησα. Πάντα έτσι είμαι. Ξεχνάω τα πιο σημαντικά και μπερδεύομαι. Όλη μου τη ζωή έτσι, μάλωνα τον εαυτό μου.
Χωρίς να το καταλάβω, τα πόδια μου με έφεραν στο σπίτι. Είχα φτάσει στην είσοδο, όταν κοίταξα κάτω.
Εκεί, στους θάμνους, στο χιόνι, καθόταν ένα μικρούλικο γκρίζο γατάκι κι έκλαιγε, κρατώντας σφιχτά το αριστερό του ποδαράκι.
Έσκυψα και το ρώτησα: «Τι έπαθες, μικρό μου;»
Το γατάκι λυγμούσε και μου άπλωσε ένα μικρό, βρεγμένο και παγωμένο σαν πάγο ποδαράκι. Έβγαλα και τα δύο μου χέρια από τις τσέπες και το πήρα. Και ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά, μου ξέφυγε:
«Τα χέρια του μπαμπά είναι πολύ γιατρευτικά. Τώρα θα γίνεις καλύτερα, ήλιε μου».
Πήρα προσεκτικά το τρεμάμενο κοριτσάκι στις δύο μου παλάμες, το έσφιξα επάνω μου και μπήκα στην είσοδο.
Τώρα είχα κάποιον να ασχοληθώ και με ποιον να γιορτάσω την Πρωτοχρονιά.
Τελικά, ο γέρος με τα αστέρια στα μάτια δεν είχε πει ψέματα. Με περίμεναν. Πολύ. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. Όταν σε περιμένουν.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣΚι έτσι, καθώς το μικρό γατάκι κουλουριάστηκε στην αγκαλιά μου, κατάλαβα πως η αγάπη που δίνεις γυρίζει πίσω σαν ζεστό φως μέσα στην παγωνιά.







