ΗσυχούληςΟ Ησυχούλης, όμως, κρυφά από όλους, είχε αρχίσει να γράφει ένα μυθιστόρημα που θα συγκλόνιζε ολόκληρη την Αθήνα.

Η Ελένη ζούσε στα περίχωρα της Θήβας, σ’ ένα παλιό σπίτι με αυλή, όπου είχε τον αγαπημένο της κήπο, λουλούδια κι ένα θερμοκήπιο. Η γυναίκα είχε βγει εδώ και χρόνια στη σύνταξη, είχε κλείσει τα εβδομήντα κι αν δεν είχε χάσει τον άντρα της πριν τρία χρόνια, όλα θα ήταν καλά.

Μα δεν ήταν μόνο η νοσταλγία για τον σύζυγο που βασάνιζε την Ελένη. Κάθε χρόνο δυσκόλευε η δουλειά στο οικόπεδο, βάραινε η φροντίδα του σπιτιού μόνη της, κι η υγεία άρχισε να λυγίζει.

Η κόρη της, που ζούσε με τον άντρα της και την εγγονή Δήμητρα στην Αθήνα, την παρακαλούσε να πουλήσει το σπίτι και να μετακομίσει κοντά της, μα η Ελένη δίσταζε.

— Τι θα κάνω δίπλα σας; έλεγε στην κόρη. — Όσο πατάω στα πόδια μου, θα μένω στην πατρίδα μου. Εσείς θα έρχεστε να με βλέπετε, κι εγώ θα χαίρομαι.

Η κόρη με τον γαμπρό έρχονταν, αλλά όχι συχνά. Η Δήμητρα όμως, που λάτρευε τη γιαγιά, πάντα περνούσε τα καλοκαίρια της στο σπίτι της, από τα σχολικά χρόνια. Κι όταν έγινε φοιτήτρια, ερχόταν για ένα μήνα στον παππού και στη γιαγιά.

Μα ο παππούς έφυγε… Η Δήμητρα ήταν στα τελευταία έτη της σχολής και το καλοκαίρι πήγαινε σε φοιτητικές ομάδες εργασίας. Η Ελένη βυθίστηκε στη θλίψη, κι αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι αφού νοσηλεύτηκε δύο φορές στην καρδιολογική κλινική του τοπικού νοσοκομείου.

Πούλησε το σπίτι, αγόρασε ένα μικρό δυάρι σε ισόγεια πολυκατοικία κοντά και μετακόμισε, παίρνοντας μαζί της γλάστρες με λουλούδια που γέμισαν όλα τα περβάζια και το μπαλκόνι του ζεστού διαμερίσματος.

Από τα χρήματα που περίσσεψαν, η Ελένη άφησε μέρος για τον γάμο της αγαπημένης εγγονής, έδωσε λίγα στην κόρη της και κράτησε λίγα για τα φάρμακα.

Οι δουλειές στο διαμέρισμα λιγόστεψαν πολύ, κι εκείνη χαιρόταν που θα ξεκουραζόταν περισσότερο και θα πρόσεχε την υγεία της.

Με τους γείτονες η Ελένη είχε ζεστές σχέσεις. Ήταν αθόρυβη, λιγόλογη και ήσυχη, κι έτσι τη φώναξαν «Ησυχούλα».

Πάντα χαιρετούσε με χαμόγελο και ελαφριά υπόκλιση, κι άρχισε να μοιράζεται με τις γειτόνισσες μοσχεύματα από τα γεράνια, τους φίκους και τις βιολέτες της, που τραβούσαν τα βλέμματα των περαστικών από τα παράθυρα.

Την άνοιξη, η Ησυχούλα φύτευε μερικά γεράνια στην παλιά γλάστρα κάτω από το παράθυρο της εισόδου, κάνοντάς τη λαμπερή και γιορτινή όλο το καλοκαίρι.

Μα όσο κι αν προσπαθούσε να αποφύγει τη σωματική δουλειά, η υγεία της δεν βελτιωνόταν. Η Ελένη παρακολουθούσε τακτικά καρδιολόγο, έκανε θεραπείες, κι η κόρη την καλούσε συνέχεια στην Αθήνα.

— Έλα, μαμά. Εδώ οι γιατροί είναι καλύτεροι, το νοσοκομείο δίπλα, κι εγώ κοντά. Θα σε φροντίζω. Έχουμε τρία δωμάτια, θα ζεις με όλα έτοιμα, και θα βγαίνεις για αέρα…

— Τι αέρα έχετε εσείς; γελούσε η Ελένη. — Εδώ είναι ωραία. Δύο ζωές δεν ζω, όσο κι αν προσέχω.

Μέρα τη μέρα η κόρη την έπειθε να κάνει μια βαθύτερη εξέταση, κι όταν η Ελένη ένιωσε άσχημα, αποφάσισε να πάει στο νοσοκομείο της Αθήνας.

— Θα πάω να γιατρευτώ, εξήγησε στις γειτόνισσες δίνοντάς τους τις γλάστρες. — Να η κληρονομιά μου. Μην αφήσετε να ξεραθούν. Σας τις χαρίζω, ας χαίρονται. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω. Τι θα πουν οι γιατροί; Αν χρειαστεί, θα μείνω στην κόρη…

Οι γειτόνισσες υποσχέθηκαν να φροντίσουν τα λουλούδια, να τα προσέχουν και να τα κανακεύουν.

— Μη σκέφτεσαι άσχημα, κυρία Ελένη. Μπορεί να σε φτιάξουν. Τώρα η ιατρική προχώρησε… Τα λουλούδια σου είναι υπέροχα. Δεν θα αφήσουμε να χαθεί η ομορφιά.

Η γυναίκα έφυγε, κλείνοντας το διαμέρισμα, και τα άδεια περβάζια φαίνονταν θλιμμένα από τον δρόμο, μαρτυρώντας την απουσία της καλής νοικοκυράς.

Ολόκληρο τον χειμώνα έμεινε η μητέρα στην κόρη. Οι γιατροί δεν βρήκαν κρίσιμη την κατάσταση, αλλά συνέστησαν μέτρο στη δουλειά και τις καταπονήσεις. Η κόρη την κράτησε τον χειμώνα για να επισκέπτεται συχνά τον γιατρό και να προσέχει την υγεία της.

Η μητέρα νοσταλγούσε το διαμέρισμά της, είχε συνηθίσει το καινούργιο σπίτι, κι όσο κι αν ήταν καλά στην κόρη, ήθελε να ζει μόνη της.

Ειδικά όταν ζέστανε η ανοιξιάτικη λιακάδα, η Ελένη ανυπομονούσε. Μάζεψε τα πράγματα και πήρε το τρένο για το σπίτι, χωρίς ν’ ακούσει τις παρακλήσεις της κόρης να μείνει.

Σπίτι ήταν ηλιόλουστο και σκονισμένο. Μα το Σαββατοκύριακο ήρθε κι η εγγονή Δήμητρα. Τελείωνε τη σχολή, κι ανυπομονούσε κι εκείνη να γίνει ανεξάρτητη.

— Σε καταλαβαίνω, γιαγιά, είπε η Δήμητρα. — Πώς να ζήσει κανείς ήσυχα με τη μαμά; Πέντε φορές την ώρα ρωτάει πώς είσαι, προσπαθεί να σε ταΐσει, να σε ποτίσει βότανα ή να σου μετρήσει την πίεση!

— Καλά, όταν είναι σπίτι. Όταν δουλεύει, το διαμέρισμα είναι ήσυχο όπως εδώ, χαμογέλασε η Ελένη. — Νιώθω καλύτερα! Θα μείνω εδώ, ό,τι κι αν γίνει. Δεν είμαι ανάπηρη, άλλωστε, κι ελπίζω να μη μ’ αφήσεις, Δήμητρα…

Η γιαγιά ήξερε τι έλεγε. Έβλεπε πόσο προσεκτικά καθάριζε η Δήμητρα, σκούπιζε τη σκόνη, μα κοίταζε συχνά το ρολόι χαμογελώντας. Η γιαγιά καταλάβαινε τη διάθεση της εγγονής. Από τα σχολικά χρόνια, όταν η Δήμητρα περνούσε όλο το καλοκαίρι μαζί της, είχε έναν φίλο εδώ, στη μικρή πόλη, τον Γιάννη, που ζούσε στην ίδια γειτονιά. Τα παιδιά ήταν φίλοι, έκαναν ποδήλατο, πήγαιναν στο κοντινό δάσος για μανιτάρια, βοηθούσαν στον κήπο και κολυμπούσαν στη λιμνούλα κοντά στο σπίτι…

Ο Γιάννης ήταν ερωτευμένος με τη Δήμητρα, κι από τότε που γύρισε από τον στρατό, δούλευε ήδη τρία χρόνια στο μεγάλο εργοστάσιο της πόλης. Κάθε φορά που συναντούσε τη Δήμητρα όταν ερχόταν στη γιαγιά, χαιρόταν όσο κι η Ελένη.

Στην ουσία, ο Γιάννης ήταν ήδη μέλος της οικογένειας. Έτσι το έβλεπε η γιαγιά. Κι όταν η Ελένη ρωτούσε την εγγονή για την προσωπική της ζωή, εκείνη απλώς χαμογελούσε.

— Θα τελειώσω τη σχολή, θα πάρω το πτυχίο, και βλέπουμε… έλεγε.

— Σε ποιον μοιάζεις εσύ τόσο σοβαρή; κουνούσε το κεφάλι η γιαγιά. — Άλλες παντρεύτηκαν κι έκαναν παιδιά, κι εσύ το πτυχίο… Ο Γιάννης σου είναι υπομονετικός. Περιμένει… Μην αφήσεις την ευτυχία σου.

Η γιαγιά δεν σκεφτόταν μόνο την ευτυχία της εγγονής. Ήθελε με πάθος τουλάχιστον η Δήμητρα να μείνει στη γενέτειρα πόλη, να μη ζήσει στη θορυβώδη Αθήνα.

Η Δήμητρα ήξερε ότι μόνο με τον Γιάννη θα ήταν ευτυχισμένη, και του είχε υποσχεθεί γάμο από παλιά, γι’ αυτό εκείνος θυμόταν τα λόγια της και περίμενε.

Τώρα, που η άνοιξη γέμιζε φως το διαμέρισμα της γιαγιάς, κι όλα άστραφταν από καθαριότητα, οι γειτόνισσες άρχισαν να φέρνουν πίσω τα λουλούδια της κυρίας Ελένης, της Ησυχούλας.

— Πάρ’ τα, πάρ’ τα. Κανείς δεν τα φροντίζει καλύτερα από σένα. Σε περίμεναν… είπαν οι γειτόνισσες και τοποθέτησαν τις γλάστρες στις θέσεις τους. — Τα παράθυρά σου ήταν άσχημα άδεια. Υγεία σου, Ελένη. Μην ξαναφύγεις.

Η Ελένη με δάκρυα στα μάτια πήρε τα λουλούδια της κι άρχισε να τα φροντίζει με τον δικό της τρόπο, τρυφερά, κόβοντας τα μακριά κλαδιά, αφαιρώντας τα ξερά φύλλα, αλλάζοντας χώμα και ταΐζοντάς τα με δικές της συνταγές.

Σύντομα η Δήμητρα τελείωσε τη σχολή, έφερε στη γιαγιά το πτυχίο της, και γιόρτασαν όλοι μαζί. Η κόρη με τον γαμπρό έφεραν μεγάλη τούρτα και σακούλες με φαγητά. Στρώθηκε τραπέζι, γέμισαν ποτήρια σαμπάνια, κι ο Γιάννης εκμεταλλεύτηκε τη συγκέντρωση: έκανε επίσημη πρόταση γάμου στη Δήμητρα, προσφέροντάς της δαχτυλίδι μπροστά σε όλους.

Η γιαγιά δάκρυσε, οι γονείς αναστέναξαν. Το περίμεναν, φυσικά, αλλά συγκινήθηκαν. Αγκαλιάστηκαν όλοι, η Δήμητρα κι ο Γιάννης φιλήθηκαν σε ένδειξη συμφωνίας κι αγάπης, κι όρισαν την ημέρα του γάμου.

Ο Γιάννης σκόπευε να ζήσει μετά τον γάμο με τη Δήμητρα στο παλιό σπιτάκι που του είχε αφήσει η γιαγιά του. Το σπίτι του ήταν κοντά στο παλιό σπίτι της Ελένης. Γι’ αυτό είχαν γίνει φίλοι από παιδιά, ως γείτονες.

Ο Γιάννης είχε ήδη ανακαινίσει το σπίτι, είχε φτιάξει μια κληματαριά κι ένα καλοκαιρινό δωμάτιο στον κήπο, κι αμέσως μετά τον γάμο οι νέοι μετακόμισαν στη φωλιά τους.

Η γιαγιά Ελένη αναστέναζε κρυφά βλέποντας το σπίτι της Δήμητρας και του Γιάννη. Πήγαινε για επίσκεψη, κοίταζε τα παρτέρια, το περιβόλι και την αυλή, θυμόμενη τον εαυτό της νέα στο δικό της σπίτι.

Μια μέρα, η Δήμητρα οδήγησε τη γιαγιά στο καλοκαιρινό δωμάτιο και της έδειξε το κρεβάτι.

— Μπορείς να μένεις εδώ όσο θέλεις το καλοκαίρι… Κοίτα πόσο ωραία είναι! Παρτέρι κάτω από το παράθυρο, μηλιές που κοιτάζουν μέσα, και το μπάνιο απέναντι ζεσταίνεται. Τι να κάθεσαι στο διαμέρισμα; Κάτσε εδώ. Κάτω από το παράθυρο ένα παγκάκι, πηγάδι, θερμοκήπιο δίπλα. Ανάπνεε τον αέρα, άκου τα πουλιά, κι αν κουραστείς, ξάπλωσε και κοιμήσου… Κι εγώ είμαι κοντά.

— Τόσο ωραία, εγγονή, σαν παράδεισος… αναστέναξε η γιαγιά.

— Μόνο ένα σε παρακαλώ. Μη δουλεύεις. Μη σκάβεις, μη σκύβεις, μη κάνεις τίποτα, είπε αυστηρά η Δήμητρα.

Η Ελένη υποσχέθηκε. Άρχισε να μένει όλη μέρα στον κήπο κι αυτό την ζέσταινε. Η Δήμητρα κι ο Γιάννης πήγαιναν στη δουλειά, κι η γιαγιά Ελένη έμενε φύλακας του κήπου και του σπιτιού. Ερχόταν νωρίς, άνοιγε το θερμοκήπιο, πότιζε με ζεστό νερό από το βαρέλι τα αγγούρια και τις ντομάτες, μάζευε τους καρπούς και τους έβαζε σε κουτιά στη βεράντα, τάιζε τα κοτόπουλα, μάζευε αυγά από τις φωλιές, κι όλο καθόταν με τις γάτες στο παγκάκι δίπλα στο καλοκαιρινό δωμάτιο. Μέχρι να γυρίσουν η εγγονή κι ο γαμπρός, η γιαγιά ετοίμαζε καμιά φορά και το βραδινό, κι αν τα παιδιά τη μάλωναν για την υπερβολική φροντίδα, την αγκάλιαζαν κι όλοι μαζί δειπνούσαν, και μετά τη συνόδευαν σπίτι, βοηθώντας να κουβαλήσει λαχανικά και φρούτα.

Προς έκπληξη ακόμα και του εαυτού της, η Ελένη ένιωθε πολύ καλύτερα. Δυνάμωσε, έχασε λίγο βάρος, το πρόσωπό της μαύρισε, κι η πίεση σταθεροποιήθηκε.

— Γιατί είμαι όλη μέρα στο ύπαιθρο, έλεγε στις γειτόνισσες. — Σαν να μην έφυγα ποτέ από τον κήπο μου… Στης Δήμητρας έχει λουλούδια, φρούτα, μόνο που κοιτάς την ομορφιά, γίνεσαι καλά!

Έτσι πέρασαν δύο χρόνια. Έπειτα η Δήμητρα κι ο Γιάννης απέκτησαν παιδιά – δίδυμα, την Αγγελική και τη Μαρίνα. Τότε η γιαγιά Ελένη άρχισε να βοηθάει, προσπαθώντας να ελαφρύνει την πρώτη δύσκολη περίοδο της μητρότητας για τη Δήμητρα.

Η γιαγιά καθόταν με το καρότσι στον κήπο όσο κοιμόταν τα μικρά, κι όσο η Δήμητρα ασχολούνταν με τα κορίτσια, η Ελένη μαγείρευε στην κουζίνα.

— Μικρή βοήθεια από μένα, αναστέναζε η γιαγιά Ελένη. — Μα ό,τι μπορώ, βοηθάω, και τέτοια χαρά να βλέπω τις δισέγγονές μου!

Ερχόταν κι η κόρη από την Αθήνα με τον άντρα της για να θαυμάσουν τις εγγονές, αλλά για λίγο, γιατί δούλευαν ακόμα. Κι η Δήμητρα χαιρόταν που η γιαγιά ήταν δίπλα, που ένιωθε καλά, και που βοηθούσε τόσο!

— Μεγάλη βοήθεια, γιαγιά, ευχαριστούσε η Δήμητρα. — Πότε θα στεκόμουν εγώ στη κουζίνα; Δεν φαντάζομαι πώς τα κατάφερναν οι γυναίκες παλιά με μεγάλη οικογένεια, με εφτά παιδιά;

Ο Γιάννης κι αυτός προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε τα βράδια στο σπίτι, μα είχε τις ανδρικές δουλειές και κουραζόταν στο εργοστάσιο, μα πάντα άπλωνε χέρια στις κόρες του, σήκωνε πότε τη μία, πότε την άλλη, και το βράδυ οι δυο τους λούζανε τα παιδιά, τα βάζανε για ύπνο, τα ταΐζανε…

Κι η Ελένη, βλέποντας ότι η νέα μαμά κι ο μπαμπάς τα κατάφερναν με τα δίδυμα, άρχισε να φεύγει νωρίτερα για να μην ενοχλεί. Κι αυτή χρειαζόταν ύπνο, γιατί αύριο έπρεπε να σηκωθεί νωρίς – να έρθει, να σκουπίσει τα μονοπάτια στην αυλή, να ταΐσει τα κοτόπουλα και τις γάτες, και να ετοιμάσει κάτι νόστιμο για την οικογένεια. Τι ωραία να βλέπεις τα μάτια των μικρών, και τη χαρά των νέων γονιών όταν στο τραπέζι εμφανίζονται ζεστές πίτες από τη γιαγιά Ελένη!

Rate article
News 24 Justall
ΗσυχούληςΟ Ησυχούλης, όμως, κρυφά από όλους, είχε αρχίσει να γράφει ένα μυθιστόρημα που θα συγκλόνιζε ολόκληρη την Αθήνα.