Η Ελένη Παπαδοπούλου στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε τον παγετό να ζωγραφίζει στο τζάμι. Είχαν προβλέψει δέκα βαθμούς κάτω από το μηδέν. Ίσως και παραπάνω.
Έστησε αυτί.
Από κάτω – φωνές. Μετά, ένας θυμός:
– Μέχρι το βράδυ! Ακούτε;! Μέχρι το βράδυ να μην υπάρχει η γάτα!
Ο Πέτρος Ιωάννου. Ο διαχειριστής.
Η Ελένη απομακρύνθηκε από το παράθυρο, φόρεσε το σάλι της και βγήκε στην είσοδο. Κατέβηκε στο ισόγειο. Εκεί είχαν ήδη μαζευτεί οι γείτονες – άλλοι με παντόφλες, άλλοι με ανοιχτό μπουφάν. Όλοι κοίταζαν σιωπηλοί τον Πέτρο, που στεκόταν στη μέση της πολυκατοικίας, κόκκινος, αναψοκοκκινισμένος, και έδειχνε με το δάχτυλο μια γωνιά.
Εκεί, πάνω στο καλοριφέρ, ήταν κουλουριασμένη μια κόκκινη γάτα.
Αδύνατη. Με ένα αυτί σκισμένο. Έτρεμε.
– Ορίστε! – βρόντηξε ο διαχειριστής. – Να το δικό σας το αδέσποτο! Τρίχες παντού! Μυρωδιά! Εγώ είμαι υπεύθυνος για την τάξη, κι εσείς εδώ κάνατε άσυλο!
– Πέτρο Ιωάννου, – είπε σιγανά η θεία Μαρίνα από τον τρίτο όροφο, – μα δεν ενοχλεί κανέναν…
– Δεν ενοχλεί;! – Ο Πέτρος γύρισε απότομα προς το μέρος της, και η γυναίκα έκανε ένα βήμα πίσω. – Ποιος παραπονιόταν ότι έχει τρίχες παντού;! Ποιος έλεγε ότι έχει ψύλλους;! Νομίζετε ότι κάθομαι και χαζεύω;
Η θεία Μαρίνα χαμήλωσε το βλέμμα.
Η Ελένη έσφιξε τις γροθιές της.
Ήθελε να πει κάτι. Το ήθελε. Αλλά ο λαιμός της σφίχτηκε, και τα λόγια κόλλησαν μέσα της.
– Εν ολίγοις, – έκοψε ο διαχειριστής, – μέχρι τις έξι το απόγευμα – να μην υπάρχει ούτε ίχνος της. Αν δεν τη βγάλετε εσείς, θα την πετάξω έξω. Καταλάβατε;
Κοίταξε όλους. Κανείς δεν απάντησε.
– Σας ρώτησα, καταλάβατε;!
– Καταλάβαμε, – μουρμούρισε ένας άντρας.
Ο Πέτρος έγνεψε, χτύπησε την πόρτα και έφυγε.
Οι γείτονες διαλύθηκαν σιγά, αναστενάζοντας.
Και η γάτα έμεινε στο καλοριφέρ – ένας κόκκινος όγκος που δεν καταλάβαινε καν ότι ήθελαν να την πετάξουν στο κρύο.
Η Ελένη ανέβηκε στο τέταρτο. Έκλεισε την πόρτα. Κάθισε στην κουζίνα και κάρφωσε το βλέμμα στον τοίχο.
Το βράδυ θα είχε δέκα βαθμούς κάτω από το μηδέν.
Θα πάγωνε.
Το ήξερε σίγουρα.
Γιατί έναν χειμώνα είχε βρει κάτω από την είσοδο ένα σπουργίτι – μικρό, παγωμένο, με τα φτερά κολλημένα στο σώμα. Το πήρε σπίτι, το ζέστανε, αλλά ήταν αργά. Πολύ αργά.
Η Ελένη σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο.
– Θεέ μου, – ψιθύρισε, – τι να κάνω.
Κάθισε πάλι. Τα χέρια της έτρεμαν.
Φοβόταν. Φοβόταν τον καβγά. Φοβόταν μην αρχίσει ο Πέτρος να φωνάζει. Μην την αποφεύγουν οι γείτονες. Μην την πουν τρελή.
Μα πιο πολύ φοβόταν να φανταστεί τον κόκκινο όγκο στο χιόνι – παγωμένο, με τα μάτια ανοιχτά.
Η Ελένη κατέβηκε αργά το απόγευμα.
Η γάτα ήταν ακόμα πάνω στο καλοριφέρ. Σήκωσε κεφάλι όταν πλησίασε. Την κοίταξε – με κίτρινα, επιφυλακτικά μάτια.
– Τι κάνεις εδώ; – μουρμούρισε. – Δεν έχεις πού να πας;
Η γάτα δεν απάντησε.
Η Ελένη άπλωσε το χέρι – χάιδεψε την ξεφτισμένη πλάτη. Η γάτα ανατρίχιασε, αλλά δεν έφυγε. Άρχισε να γουργουρίζει σιγανά.
Γύρισε πάνω.
Στις πεντέμισι ακούστηκαν πάλι φωνές στην είσοδο. Η Ελένη κοίταξε από τον διάδρομο – άνοιξε λίγο την πόρτα.
Ο Πέτρος στεκόταν κάτω. Δίπλα του, δύο άντρες από τη διπλανή πολυκατοικία. Ο ένας κρατούσε έναν σάκο.
– Να το, το παράσιτο, – είπε ο διαχειριστής δείχνοντας τη γάτα. – Πάρτε τον.
Ο άντρας με τον σάκο προχώρησε.
Και τότε, από το διαμέρισμά της, βγήκε η γειτόνισσα Μαρίνα. Είδε, σταμάτησε.
– Τι κάνετε;
– Δεν βλέπεις; – γάβγισε ο Πέτρος. – Καθαρίζουμε, όπως συμφωνήσαμε.
– Πέτρο Ιωάννου, μήπως δεν χρειάζεται; – είπε σιγανά η θεία Μαρίνα. – Μήπως κάποιος την πάρει;
– Ποιος θα την πάρει;! – ούρλιαξε. – Εσύ;! Ή όλοι αυτοί που μένουν εδώ και σωπαίνουν;! Όχι! Πάλι εγώ θα τα μαζεύω!
Η θεία Μαρίνα έστρεψε αλλού το βλέμμα.
– Ακριβώς, – μουρμούρισε ο Πέτρος.
Η Ελένη στεκόταν από πάνω και άκουγε. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε θα πεταχτεί έξω.
Κάτω, ο άντρας άρπαξε τη γάτα. Εκείνη ούρλιαξε – άγρια, απελπισμένα. Γρατζουνούσε. Μα την έβαλαν στον σάκο και τον έδεσαν.
– Αυτό ήταν, – είπε ο Πέτρος. – Πηγαίνετε τον στους κάδους. Αν είναι έξυπνος, θα βγει μόνος.
Οι άντρες κουβάλησαν τον σάκο προς την έξοδο.
Η πόρτα χτύπησε.
Η Ελένη άφησε το χερούλι της πόρτας. Τα χέρια της έτρεμαν. Τα πόδια της λύγιζαν.
Γύρισε στην κουζίνα. Κάθισε. Κάρφωσε το βλέμμα στον τοίχο.
Μα σε ένα λεπτό – πετάχτηκε.
Άρπαξε το παλτό της. Φόρεσε τις μπότες. Φόρεσε το σάλι.
Βγήκε τρέχοντας στη σκάλα.
Κατέβηκε τόσο γρήγορα που παραλίγο να πέσει στη στροφή.
Άνοιξε την πόρτα της εισόδου.
Η Ελένη έτρεξε προς τους κάδους.
Ο σάκος ήταν στο χιόνι, δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ.
Τον έλυσε. Τα χέρια της έτρεμαν – ο κόμπος δεν λυνόταν.
Ο σάκος άνοιξε.
– Ζει, – ξεπνοημένα η Ελένη. – Ζει, δόξα τω Θεώ.
Σήκωσε τη γάτα – ήταν ελαφριά, σχεδόν αβαρής. Την έσφιξε στο στήθος, την κάλυψε με το παλτό της.
Γύρισε τρέχοντας πίσω.
Στην είσοδο, πάλι φωνές.
Ο Πέτρος στεκόταν στα γραμματοκιβώτια. Κάπνιζε. Την είδε – με τη γάτα στην αγκαλιά – και το πρόσωπό του συσπάστηκε.
– Τι κάνεις;! – φώναξε.
Η Ελένη σταμάτησε. Πήρε ανάσα.
– Την παίρνω εγώ στο σπίτι μου, – είπε. Η φωνή έτρεμε, αλλά τα λόγια βγήκαν καθαρά.
– Πού τη παίρνεις;! – Ο Πέτρος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. – Είπα – να μην υπάρχει!
– Είπατε – να μην υπάρχει στην είσοδο, – σήκωσε το πιγούνι της η Ελένη. – Γι’ αυτό την παίρνω εγώ. Στο σπίτι μου. Μέσα.
– Τρελάθηκες τελείως;! – έβαλε το δάχτυλο στο στήθος της.
Η Ελένη ανέβηκε στον τέταρτο όροφο.
Μπήκε στο σπίτι. Έκλεισε την πόρτα.
Κάθισε στο πάτωμα – με το παλτό, με τις μπότες.
Η γάτα ήταν στα γόνατά της. Άνοιξε το ένα μάτι – την κοίταξε.
– Τέλος, – ψιθύρισε η Ελένη. – Τέλος. Τώρα είσαι σπίτι.
Τα χέρια της έτρεμαν. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της.
Μα μέσα της – για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια – ένιωσε ζεστασιά και γαλήνη.
Μια εβδομάδα αργότερα, ο Πέτρος Ιωάννου χτύπησε την πόρτα της Ελένης.
Χτύπησε σιγανά, σχεδόν διστακτικά.
Εκείνη άνοιξε. Απόρησε.
– Εσείς; Τι συμβαίνει;
Αυτός στεκόταν στο κατώφλι – χωρίς μπουφάν, με ένα παλιό πουλόβερ.
– Μπορώ; – ρώτησε.
Η Ελένη έγνεψε. Τον άφησε να περάσει.
Ο Πέτρος μπήκε στην κουζίνα. Κάθισε. Η γάτα πήδηξε από το περβάζι, μύρισε τα παπούτσια του και χάθηκε στο δωμάτιο.
– Τσάι; – πρότεινε η Ελένη.
– Όχι.
Σώπασε. Ύστερα αναστέναξε.
– Δεν ήρθα να ζητήσω συγγνώμη, – είπε ο Πέτρος. – Απλώς ήθελα να το πω. Ότι κάνατε το σωστό.
Σηκώθηκε. Πήγε προς την πόρτα.
– Πέτρο Ιωάννου, – τον φώναξε η Ελένη.
Γύρισε.
– Θα πιείτε τελικά ένα τσάι;
Στάθηκε. Ύστερα έγνεψε.
– Θα πιω.
Κάθισαν στην κουζίνα – ήπιαν τσάι, σώπαιναν. Η γάτα πήδηξε στην αγκαλιά της Ελένης. Άρχισε να γουργουρίζει.
– Πώς το ονομάσατε; – ρώτησε ο διαχειριστής.
– Πύρρο, – χαμογέλασε η Ελένη. – Απλά Πύρρο.
Ο Πέτρος έγνεψε. Απόπιε το τσάι. Σηκώθηκε.
– Λοιπόν, φεύγω.
– Πέτρο Ιωάννου, – τον ξαναφώναξε. – Αν θέλετε, ελάτε. Για τσάι.
Την κοίταξε. Χαμογέλασε.
– Θα ’ρθω.
Πέρασε ένας μήνας. Ύστερα δύο.
Ο Πύρρος πάχυνε. Το τρίχωμά του γυάλιζε. Το αυτί γιατρεύτηκε. Κοιμόταν στο περβάζι – εκεί που έπεφτε ο ήλιος τα πρωινά.
Οι γείτονες συνήθισαν. Η θεία Μαρίνα έφερνε καμιά φορά υπολείμματα ψαριού. Η Νίνα τον κερνούσε γιαούρτι. Ακόμα κι ο άντρας από τον πέμπτο όροφο έφερε μια ξύστρα για νύχια.
– Να, τη βρήκα στα σκουπίδια, – είπε. – Μοιάζει καινούργια.
Η Ελένη δεχόταν τα δώρα – και πάντα απορούσε.
Απέξω έπεφτε χιόνι. Ο παγετός ζωγράφιζε στο τζάμι.
Μα μέσα στο σπίτι είχε ζέστη.
Και στην ψυχή της, το ίδιο. Γιατί συχνά το θάρρος δεν είναι μια μεγάλη πράξη, αλλά ένα μικρό βήμα μπροστά στον φόβο – κι αυτό το βήμα αλλάζει τα πάντα.







