Όταν καθίσαμε στο τραπέζι για το βραδινό, ανακοίνωσα ήρεμα ότι παντρεύομαι. Η μαμά εκείνη τη στιγμή ξέσπασε σε κλάματα χαράς, τα μάτια της έλαμψαν με μια ζεστασιά που δεν είχα δει εδώ και πολύ καιρό. Άρχισε αμέσως να μιλάει για το τι πρέπει να ετοιμάσουμε, πώς να τα οργανώσουμε όλα καλύτερα. Ο μπαμπάς όμως δεν είπε ούτε λέξη. Απλώς άφησε το πιρούνι στο τραπέζι, σηκώθηκε από την καρέκλα και βγήκε βουβά από το σπίτι έξω στον δρόμο. Ούτε εκείνο το βράδυ δεν ξαναγύρισε στο δωμάτιο.

Θυμάμαι ακόμα το χωριάτικο μπακάλικό μας, που όλοι το λέγαμε απλά «το κυλικείο». Τα παιδιά της γειτονιάς πηγαίναμε συχνά για καραμέλες και μπισκότα. Εγώ όμως δεν είχα συχνά λεφτά για γλυκά. Η μάνα μου μου έδινε κρυφά από τον πατέρα δυο-τρία ψιλά, και το έκαναν πάντα να μοιάζει με μικρή συνωμοσία.

Πριν μπούμε μέσα στο μαγαζί, η φίλη μου από τη γειτονιά κοίταζε πρώτα απ’ το παράθυρο. Ήξερε ότι αν καθόταν ο πατέρας μου μέσα, εγώ θα γύριζα πίσω, γιατί η εμφάνισή μου δεν ήταν ποτέ ευχάριστη γι’ αυτόν. Αν όμως αντί γι’ αυτόν υπήρχε εκεί ο μπάρμπα-Νικόλας, ο γείτονας, τότε όλα άλλαζαν.

Ο μπάρμπα-Νικόλας με πρόσεχε από την πόρτα, μου χαμογελούσε και φώναζε στη Φρόσω, την πωλήτρια, να μου δώσει τη μεγαλύτερη σοκολάτα που είχε στο ράφι. Έλεγε πάντα ότι θα πληρώσει ο ίδιος, κι έβγαζε το πορτοφόλι του. Η Φρόσω, λοιπόν, μια μέρα τον ρώτησε γιατί αγοράζει τόσο συχνά γλυκά για την κόρη της Αργυρώς, ενώ στα άλλα παιδιά έκοβε εκατό γραμμάρια καραμέλες. Ο μπάρμπα-Νικόλας έριξε μια αδιάφορη ματιά και είπε ότι λυπάται το παιδί, γιατί βλέπει τέτοιες λιχουδιές πολύ σπάνια. Η Φρόσω δεν έκανε άλλη ερώτηση. Την ένοιαζε κυρίως το ταμείο, κι αυτό το ήξερε όλο το χωριό.

Στο σπίτι μας η ηρεμία δεν ήταν ποτέ στη μόδα. Ο πατέρας μου, ο Στέφανος, δεν με χώνευε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Χανόταν για χαζά πράγματα: για τα παπούτσια στην άκρη, για ένα πιάτο που δεν πλύθηκε καλά, για το βλέμμα μου. Όταν άρχιζε να φωνάζει, η μάνα μου έμπαινε στη μέση. Με έκρυβε πίσω της, τον παρακαλούσε να ηρεμήσει, να μην πειράξει το παιδί. Τότε εκείνος εξαγριωνόταν ακόμα περισσότερο κι έλεγε ότι η μάνα μου έφερε στο σπίτι ένα ξένο πλάσμα και μετά τολμούσε να του φέρνει αντιρρήσεις. Εγώ δεν έπιανα όλα τα λόγια, αλλά έπιανα τον φόβο της μάνας μου.

Η ομορφιά της είχε μείνει πια μόνο σε μερικές παλιές φωτογραφίες, που τις φύλαγε μέσα σε ένα ξύλινο κουτί, στον πάτο της ντουλάπας. Εκεί γελούσε, έδειχνε φρέσκια και ευτυχισμένη. Στην ηλικία της, άλλες γυναίκες του χωριού ήταν ακόμα ακμαίες, αλλά εκείνη είχε μαράνει νωρίς. Ο λόγος ήταν ο γάμος της.

Ο πατέρας έβρισκε πάντα κάτι να ψέξει, ακόμα κι όταν όλα ήταν στην εντέλεια. Οι συγχωριανοί αναρωτιόντουσαν τι διάολο έλειπε από τον άνθρωπο. Είχε μεγάλο περιποιημένο κτήμα, στερέο σπίτι, καθαριότητα στην αυλή. Εγώ έφερνα από το σχολείο άριστα, ήμουν φρόνιμη και μετά μπήκα στο πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη. Η μάνα μου ποτέ δεν αντέλεγε τον πατέρα. Έκανε ό,τι της έλεγε, σιωπηλή, μόνο και μόνο για να μην ανάψει άλλη φωτιά στο σπίτι.

Όταν έφυγα επιτέλους για σπουδές, πήρα μεγάλη ανάσα. Αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τη μάνα μου, που έμεινε πίσω ολομόναχη. Στα τηλέφωνα και στις επισκέψεις μου τη ρωτούσα συχνά γιατί ο πατέρας φέρεται έτσι. Της έλεγα ότι δεν βλέπω μέσα του ούτε ίχνος αγάπης, ούτε για μένα ούτε για κείνη. Εκείνη χαμήλωνε τα μάτια, άλλαζε κουβέντα και μου έλεγε να μην ασχολούμαι, γιατί ο χαρακτήρας του είναι δύσκολος, θα αλλάξει με τα χρόνια, κι εγώ ας προσέχω το διάβασμά μου.

Μετά το πτυχίο, δεν γύρισα στο χωριό. Βρήκα δουλειά ως οικονομολόγος σε ένα μεγάλο εργοστάσιο στην πόλη και μου έδωσαν ένα μικρό δωμάτιο στην εστία. Ήταν δικό μου, κανείς δεν μου έλεγε τι να κάνω. Εκεί γνώρισα τον Αντρέα, που δούλευε στο ίδιο μέρος ως νέος μηχανικός. Τα λέγαμε πολύ, αρχίσαμε να τρώμε μαζί, μετά κάναμε βόλτες και σε κάποιο σημείο δεν μπορούσαμε ο ένας χωρίς τον άλλο.

Όταν, μετά από έναν χρόνο, ο Αντρέας μου ζήτησε να γίνω γυναίκα του, ένιωσα ότι έπιασα το τζακπότ. Ονειρεύτηκα τον γάμο, το λευκό νυφικό, τον χορό, τη μάνα μου να χαμογελάει. Ήλπιζα ότι τουλάχιστον αυτή η είδηση θα μαλάκωνε τον πατέρα μου.

Το επόμενο σαββατοκύριακο πήγα στο χωριό να τους το πω. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, ανακοίνωσα ήρεμα ότι παντρεύομαι. Η μάνα μου έβαλε τα κλάματα από τη χαρά της. Τα μάτια της έλαμψαν με μια ζεστασιά που είχα χρόνια να δω. Άρχισε αμέσως να λέει τι θα ετοιμάσουμε, πώς θα τα οργανώσουμε. Ο πατέρας μου όμως δεν είπε λέξη. Άφησε το πιρούνι, σηκώθηκε και βγήκε έξω χωρίς να γυρίσει. Εκείνο το βράδυ δεν ξαναμπήκε μέσα.

Αργότερα, στο σπίτι, η μάνα μου μού είπε με βαριά καρδιά ότι ο Στέφανος αρνήθηκε να δώσει λεφτά για τον γάμο και ότι δεν ήθελε καμία συμμετοχή.

Όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη και τα είπα στον Αντρέα, εκείνος με αγκάλιασε και μου είπε να μην ανησυχώ· δεν χρειαζόμαστε κανενός τα λεφτά, θα τα καταφέρουμε μόνοι. Εγώ, όμως, ντρεπόμουν πολύ μπροστά στους δικούς του. Σκεφτόμουν τι θα καταλάβουν για την οικογένειά μου. Τελικά κάναμε ένα λιτό γεύμα στην καντίνα του εργοστασίου, με τους φίλους και τους συγγενείς του Αντρέα. Ο πατέρας μου δεν ήρθε. Η μάνα μου έλεγε σε όσους ρωτούσαν ότι άρρωσε ξαφνικά και δεν άντεχε το μακρινό ταξίδι.

Λίγο πριν ξεκινήσει το τραπέζι, η μάνα μου με βοηθούσε να φτιάξω το νυφικό πέπλο. Τα χέρια της έτρεμαν, δάκρυα έτρεχαν στα μάτια της και με κοίταζε με τέτοια θλίψη, που ένιωσα άβολα. Ψιθύρισε ότι μου χρωστάει μια μεγάλη συγγνώμη. Εγώ νόμισα ότι συγγνώμη γι’ αυτό έλεγε ήταν για την απουσία του πατέρα και το φτωχικό τραπέζι. Την αγκάλιασα, της είπα να μη στενοχωριέται, η απουσία του Στέφανου είχε να κάνει με τη δική του συνείδηση, κι εγώ με τον Αντρέα θα είμαστε ευτυχισμένοι. Εκείνη έγνεψε, αλλά το πρόσωπό της έμεινε χλωμό και βαρύ όλο το βράδυ.

Μετά τον γάμο μου, η μάνα μου άρχισε να χάνεται. Έπεσε πολύ, κουνιόταν αργά, παραπονιόταν για κούραση. Ήρθε δυο-τρεις φορές στην πόλη, καθόταν στην κουζίνα μου, ξεκινούσε κάτι σημαντικό, αλλά σταματούσε στη μέση. Δεν πρόλαβε να το πει ποτέ.

Στην κηδεία της, ο πατέρας έδειχνε σαν αγαλματάκι στο μουσείο. Ούτε δάκρυ, ούτε λέξη. Ούτε με τους συγχωριανούς μίλησε. Εγώ ένιωθα παγωμένο το αίμα μου. Μετά την ταφή, γυρίσαμε στο άδειο σπίτι για να μαζέψω τα πράγματά μου. Εκείνος με σταμάτησε στην πόρτα και μου είπε με σκληρή φωνή ότι τώρα που πέθανε η μάνα μου, κανείς δεν με περιμένει σε εκείνο το σπίτι και δεν έχω δουλειά εκεί. Αυτό ήταν το τέλος. Έκλεισε μια για πάντα.

Πέρασαν τα χρόνια. Εγώ κι ο Αντρέας κάναμε μια γερή οικογένεια. Αποκτήσαμε δύο υπέροχα παιδιά, πήραμε καινούργιο διαμέρισμα, η ζωή κυλούσε ήρεμα. Εγώ όμως δεν ξέχασα τη μάνα μου. Πήγαινα συχνά στο χωριό, στο μνήμα της, με λουλούδια, να καθίσω λίγο μαζί της. Περνούσα από το παλιό μας σπίτι, έβλεπα τον Στέφανο να σκαλίζει την αυλή, αλλά ποτέ δεν σταμάτησα. Εκείνο το σπίτι μου ήταν ξένο. Σκεφτόμουν πως οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του θα καμάρωνε για το παιδί του, θα χαιρόταν με τα εγγόνια του, θα μας περίμενε. Αυτός όμως όχι.

Πέρσι το φθινόπωρο πήγα πάλι στο νεκροταφείο. Η μέρα ήταν κρύα, ο ουρανός σκέπασε με γκρίζα σύννεφα. Από μακριά είδα κάποιον να στέκεται δίπλα στο μνήμα της μάνας μου και να ασχολείται κάτι. Η καρδιά μου σφίχτηκε λέγοντας μήπως είναι ο πατέρας μου. Κοντεύοντας, όμως, αναγνώρισα τον μπάρμπα-Νικόλα. Φορούσε μια παλιά ζακέτα και τραβούσε τα ξερά λουλούδια που τα είχε πάρει ο παγετός.

«Καλησπέρα, μπάρμπα-Νικόλα», είπα καθώς έφτασα στην πόρτα του κοιμητηρίου. «Δεν σας περίμενα εδώ. Βοηθάτε στο καθάρισμα;»

Εκείνος σηκώθηκε αργά, έβαλε τα χέρια στη μέση, αναστέναξε βαριά. «Α καλώς τη Μυρτώ μου!» είπε με βραχνή φωνή, χρησιμοποιώντας το παλιό μου παρατσούκλι. «Ε, βλέπεις, ήρθα να δώσω μια, γιατί τα ξερά χαλάνε την εικόνα. Έπρεπε να τακτοποιηθεί το μνήμα πριν παγώσει το χώμα.»

«Δεν είμαι πια η «μικρή Μυρτώ» μου», χαμογέλασα. «Η κόρη μου ετοιμάζεται για γάμο. Πετάει ο καιρός.»

«Πετάει», συμφώνησε κι έτριψε τη μέση του. «Αχ, μ’ έχει βαρέσει η μέση μου τελευταία. Ειδικά τώρα που αλλάζει ο καιρός. Αυτά τα σύννεφα φέρνουν χιόνι.»

Έβηξε δυο φορές, έριξε το βλέμμα στο χώμα και μετά με κοίταξε πολύ σοβαρά. «Να σου πω, Μυρτώ», είπε, και το ότι με φώναξε με τ’ όνομά μου μου φάνηκε σαν προμήνυμα. «Πριν από πολλά χρόνια έδωσα σε μια ψυχή τον λόγο μου ότι θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Τον κράτησα. Αλλά τώρα που η Αργυρώ δεν είναι πια, και τα δικά μου τα χρόνια λιγοστεύουν, νιώθω ότι δεν μπορώ να το κουβαλάω άλλο. Πρέπει να σου πω την αλήθεια. Έχεις δικαίωμα να την ξέρεις. Ο Στέφανος δεν είναι ο πραγματικός σου πατέρας.»

Στην αρχή δεν κατάλαβα καν τι άκουγα. Στεκόμουν και τον κοίταζα, με όλο μου το είναι να παγώνει.

Ο μπάρμπα-Νικόλας συνέχισε, με φωνή ήρεμη, σαν να έλεγε μια συνηθισμένη ιστορία. Τα παλιά χρόνια, αυτός και η μάνα μου η Αργυρώ αγαπιούνταν πολύ. Εκείνη ζούσε στον «πλούσιο μαχαλά» του χωριού, με τους δικούς της να κοιτάζουν αφ’ υψηλού τους φτωχότερους. Ήταν περήφανη οικογένεια, ονειρευόταν γαμπρό με προίκα και κύρος. Η μάνα μου φοβόταν τους γονείς της, γι’ αυτό κρυβόταν. Κανείς δεν ήξερε ότι έβλεπε κρυφά τον Νικόλα. Το χωριό απορούσε γιατί η ωραία κοπέλα που δούλευε στο κοινοτικό γραφείο έκανε πέρα όλα τα παλικάρια. Νόμιζαν ότι περίμενε κανέναν γαμπρό από την πόλη.

Η αλήθεια μαθεύτηκε όταν η μάνα μου κατάλαβε ότι θα έκανε παιδί. Οι δικοί της έπεσαν σε απόγνωση. Η γιαγιά ήταν έτοιμη να κάνει τα πάντα, αρκεί να μη γινόταν ο γάμος με τον φτωχό γείτονα. Έψαχνε απεγνωσμένα κάποιον να παντρευτεί την Αργυρώ και να δεχτεί το ξένο παιδί. Ο παππούς συμφωνούσε· προίκα όση θέλει, αρκεί ο Νικόλας να μην πατήσει στο κατώφλι τους.

Η επιλογή τους έπεσε στον Στέφανο. Ήταν μεγαλύτερος, σκυθρωπός, αλλά πρακτικός και λάτρης των λεφτών. Όταν του πρόσφεραν καλά λεφτά και έτοιμο νοικοκυριό για τη σιωπή του και τον γάμο, συμφώνησε. Αλλά έβαλε όρο: δεν έμενε ο ίδιος με τα πεθερικά. Έτσι οι γονείς της Αργυρώς άφησαν το καινούργιο τους σπίτι στους νεόνυμφους και έμειναν αυτοί σε ένα παλιό σπίτι στην άλλη άκρη του χωριού.

Το χωριό όλο είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Γιατί η όμορφη κοπέλα παντρεύτηκε αυτόν τον άνθρωπο, που δεν έβγαζε κουβέντα και ήταν τόσο άξεστος; Ο μπάρμπα-Νικόλας μού είπε ότι την ημέρα του γάμου της Αργυρώς έβρεχε από το πρωί κρύο, και ήταν η πιο δύσκολη μέρα της ζωής του. Ο Στέφανος, από την πρώτη κιόλας μέρα, έδειξε τι του γινόταν. Δεν αγάπησε την Αργυρώ, και όταν γεννήθηκα εγώ, ο εκνευρισμός του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Η μάνα μου δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει τον εαυτό της. Δεν αγάπησε τον άντρα της, μα έφταιγε που δεν κράτησε τον δικό της έρωτα. Δεν ήθελε άλλα παιδιά με τον Στέφανο, φοβόταν πως θα βγουν στον δικό του χαρακτήρα.

Ο μπάρμπα-Νικόλας αναγκάστηκε κι αυτός να φτιάξει τη ζωή του. Παντρεύτηκε μια γυναίκα με παιδί, μεγάλωσε το αγόρι της σαν δικό του, έκαναν μαζί κι άλλον γιο. Προσπαθούσε να ζει φυσιολογικά. Κι όμως, κάθε φορά που με έβλεπε στον δρόμο ή στο μπακάλικο, ένιωθε μεγάλο πόνο. Ήξερε ότι η κόρη του μεγάλωνε χωρίς αγάπη. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το μόνο που μπορούσε ήταν να μου αγοράζει κρυφά εκείνη τη σοκολάτα, για να δείξει λίγη τρυφερότητα. Γιατί οι γονείς της Αργυρώς τον είχαν προειδοποιήσει: αν πλησιάσει εμένα ή μιλήσει, θα του έπαιρναν το σπίτι.

«Να, λοιπόν, η ιστορία, Μυρτώ», έκλεισε ο μπάρμπα-Νικόλας με βαριά ανάσα. «Τώρα ξέρεις τα πάντα.»

Εγώ έμεινα να τον κοιτάζω, αδυνατώντας να χωνέψω όσα έμαθα. Όλα έβγαζαν ξαφνικά νόημα. Ήξερα γιατί ο Στέφανος με σιχαινόταν, γιατί η μάνα μου έτρεμε μπροστά του και γιατί μου ζητούσε συγγνώμη πριν από τον γάμο μου.

«Μη σκληραίνεις με τη μάνα σου», πρόσθεσε χαμηλόφωνα, φτιάχνοντας τον σκούφο του. «Εκείνη τραβούσε πολλά.»

Στράφηκε αργά και ακολούθησε το μονοπάτι. Έφτασε στην έξοδο, σήκωσε το βλέμμα στον σκοτεινό ουρανό, όπου πια άρχισαν να πέφτουν τα πρώτα ψιλά χιονάκια, έκανε τον σταυρό του και τράβηξε για το χωριό. Με άφησε μόνη εκεί, με τις σκέψεις μου και τη μνήμη της μάνας μου.

Rate article
News 24 Justall
Όταν καθίσαμε στο τραπέζι για το βραδινό, ανακοίνωσα ήρεμα ότι παντρεύομαι. Η μαμά εκείνη τη στιγμή ξέσπασε σε κλάματα χαράς, τα μάτια της έλαμψαν με μια ζεστασιά που δεν είχα δει εδώ και πολύ καιρό. Άρχισε αμέσως να μιλάει για το τι πρέπει να ετοιμάσουμε, πώς να τα οργανώσουμε όλα καλύτερα. Ο μπαμπάς όμως δεν είπε ούτε λέξη. Απλώς άφησε το πιρούνι στο τραπέζι, σηκώθηκε από την καρέκλα και βγήκε βουβά από το σπίτι έξω στον δρόμο. Ούτε εκείνο το βράδυ δεν ξαναγύρισε στο δωμάτιο.