Σήμερα, όταν γύρισα σπίτι, συνάντησα τον γείτονα στον κάδο. Τον ρώτησα, λες και τυχαία: «Γειά σου, γείτονα, έχω καιρό να δω τον γάτο σας στην είσοδο. Πώς τα πάει; Ζωντανός είναι;»
Ο γείτονας ζωντάνεψε και χαμογέλασε πλατιά: «Εξαφανίστηκε πριν λίγες μέρες. Δόξα τω Θεώ!»
«Δόξα τω Θεώ;» ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Μέσα μου όμως έβραζα.
*****
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες είχα προσέξει ότι οι γείτονες πετούσαν συχνά τον γάτο τους στην είσοδο. Τον έπιαναν από τον σβέρκο και τον πετούσαν έξω. Άλλοτε το έκανε ο άντρας, άλλοτε η γυναίκα. Κι άλλοτε… εκείνος ο δύστυχος γάτος περνούσε μπροστά από τη μύτη μου.
«Προσέξτε λίγο!» είχα κάνει παρατήρηση στη γειτόνισσα. Μα εκείνη ούτε που με άκουσε. Αντί να ζητήσει συγγνώμη, με κοίταξε λοξά και έκλεισε την πόρτα. Τη χτύπησε με τόση δύναμη που τα τζάμια στην είσοδο έτριξαν, κι ίσως να έκανε καμιά μικρορωγμή στο θεμέλιο.
Στην αρχή νόμιζα ότι απλά άφηναν τον γάτο να βγει βόλτα ή τον μάθαιναν σε αυτοβόλτα. Αλλά μετά κατάλαβα: ήταν τιμωρία για κάτι που είχε κάνει. Δηλαδή, αν έκανε ζημιά, τον πετούσαν στην είσοδο.
Πότε τρομαγμένος, πότε πολύ λυπημένος, ο γάτος καθόταν για ώρες στο πλατύσκαλο του τέταρτου ορόφου, μπροστά στην πόρτα με την καφέ δερματίνη, και περίμενε να τον συγχωρέσουν και να τον αφήσουν να μπει. Κι οι αφεντάδες τον συγχωρούσαν βέβαια, αλλά όχι αμέσως. Κι αν άρχιζε να νιαουρίζει ή να ξύνει την πόρτα, η γυναίκα τον χτυπούσε με τη σκούπα.
Το είχα δει με τα μάτια μου. Εκείνη τη μέρα ανέβαινα τις σκάλες (το ασανσέρ δεν δουλεύει εδώ και μήνες) κι όταν έφτασα στον τέταρτο, είδα τον γάτο. Πήγα να τον χαιρετήσω, αλλά εκείνος δεν με πρόσεχε. Νιαούριζε δυνατά και ξυνόταν στην πόρτα με τα νύχια του. Ήθελε να μπει, μα δεν τον άφηναν, οπότε θύμιζε την παρουσία του.
Ακούστηκαν βήματα, η πόρτα άνοιξε απότομα, και η γυναίκα με μια ξεθωριασμένη ρόμπα, χωρίς να πει λέξη, τον χτύπησε με τη σκούπα με όλη της τη δύναμη κι έκλεισε την πόρτα. Έγινε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να μιλήσω. Κι είχα να πω πολλά… ήθελα να την ντροπιάσω που φερόταν έτσι άσχημα στο ζωντανό.
«Πολύ σε βρήκε, φιλαράκο;» ρώτησα όταν πλησίασα τον γάτο. Εκείνος με κοίταξε με λυπημένα μάτια, μα στο βλέμμα του υπήρχε κι ευγνωμοσύνη – που κάποιος τον πρόσεχε.
Τον πετούσαν έξω για το παραμικρό. Μια μέρα άκουσα τη γειτόνισσα να φωνάζει: «Αχ, ρε μεγάλε! Ξανά έριξες το βάζο! Γιώργο, βγάλε τον γάτο αμέσως. Να μάθει να μην πηδάει στα τραπέζια!» Κι ένα λεπτό μετά, η πόρτα άνοιξε λίγο, κι ένα τριχωτό χέρι άντρα τον κράτησε από τον σβέρκο, άνοιξε τα δάχτυλα κι εκείνος έπεσε στο πλατύσκαλο. Η πόρτα έκλεισε. Ο γάτος σηκώθηκε κι έκατσε αντικριστά στην πόρτα – περίμενε να τον συγχωρέσουν. Εγώ κούνησα το κεφάλι αποδοκιμαστικά. Δεν καταλάβαινα τέτοιες μεθόδους.
Τον χάιδεψα και πήγα σπίτι. Κι εκείνος συνέχιζε να κάθεται εκεί, με μια παγκόσμια θλίψη στο μουστακαλήδικο πρόσωπό του.
Δεν είμαι ιδιαίτερα συναισθηματικός, αλλά αυτή η εικόνα μου είχε καρφωθεί σαν αγκάθι. «Πώς γίνεται να φέρονται έτσι σ’ ένα ζωντανό πλάσμα;» αναρωτιόμουν. Αργότερα, όταν περνούσα, πάντα σταματούσα λίγο, κι ο γάτος, αναγνωρίζοντάς με, άρχιζε να γουργουρίζει σιγανά – χαιρετιστικά και λίγο κολακευτικά. Κάποιες φορές σκύβοντας, τον χάιδευα πίσω από το αυτί, κι εκείνος, κλείνοντας τα μάτια, έγερνε το κεφάλι στα δάχτυλά μου, κι ύστερα ακουμπούσε την υγρή μύτη του στην παλάμη μου. Ήταν ζεστός, ζωντανός και πολύ έμπιστος, κι αυτό με έκανε να νιώθω πολύ άσχημα. Δεν καταλάβαινα γιατί σε έναν τόσο γλυκό γάτο είχαν τύχει τόσο άκαρδοι ιδιοκτήτες. Γιατί στο καλό τον πήραν αν δεν αγαπούν κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό τους; «Παράξενοι άνθρωποι, μα την αλήθεια».
Κι ένα βράδυ, ξαναβρίσκοντάς τον στην είσοδο, αποφάσισα σταθερά: αν αυτοί οι άνθρωποι τον πετούσαν ξανά έξω, θα έκανα κάτι. Αρκετά με το μαρτύριο στο ζωντανό. Δεν ήξερα τι ακριβώς, αλλά ένιωθα ότι έπρεπε να επέμβω, αλλιώς αυτό δεν θα τελείωνε ποτέ.
Η μέρα που η υπομονή μου έσπασε ήρθε την Παρασκευή, όταν γύρισα σπίτι ιδιαίτερα θυμωμένος. Στη δουλειά τα είχα βρει με τους συναδέλφους, στο μετρό ο κόσμος σπρώχνονταν και πατούσαν τα πόδια μου, κι από το πρωί έπεφτε μια ψιλή βροχή που με εκνεύριζε. Η διάθεσή μου ήταν στο μηδέν. Ίσως και πιο κάτω.
Ανεβαίνοντας τις σκάλες, άκουσα από τον τρίτο όροφο το γνωστό παραπονιάρικο «νιάου». Ο γάτος, όπως πάντα, καθόταν μπροστά στην πόρτα του, αλλά δεν τον άφηναν να μπει. Κι στην είσοδο είχε αρκετή δροσιά. Δεν ήταν καλοκαίρι, όπως λέμε. Στάθηκα στο πλατύσκαλο και κοίταζα τον γάτο, που με το που με είδε, άρχισε να γουργουρίζει και να έρχεται προς το μέρος μου.
Και ξαφνικά – μπαμ! Όλα τα προβλήματα της μέρας μου φάνηκαν ασήμαντα. Ο γάτος είχε προβλήματα. Τεράστια! Τον αντιμετώπιζαν σαν αντικείμενο, σαν παιχνίδι. Τι πιο φρικτό;
Άκουγα τη σιωπή πίσω από τη δερμάτινη πόρτα. Κανένας δεν νοιαζόταν γι’ αυτόν τον γάτο. Κι ήθελα πολύ να τιμωρήσω τους γείτονές μου.
«Αρκετά», είπα δυνατά, εκπλήσσοντας τον εαυτό μου με την αποφασιστικότητά μου. «Έλα μαζί μου».
Έσκυψα, τον πήρα αγκαλιά. Εκείνος άρχισε να γουργουρίζει πιο δυνατά και να τρίβει το κεφάλι του στο βρεγμένο μου σακάκι, αφήνοντας τριχωτά σημάδια. Κι ύστερα πήγαμε στον έβδομο όροφο, όπου μένω.
Τον πήρα για λίγες μέρες μόνο. «Ας φοβηθούν οι ιδιοκτήτες, ας τον ψάξουν, ας αγχωθούν. Να καταλάβουν ότι δεν γίνεται έτσι…» σκεφτόμουν, μπαίνοντας στο σπίτι. Ο γάτος βολεύτηκε εκπληκτικά γρήγορα. Μύρισε τις γωνίες, πήδηξε στον καναπέ, γύρισε, διάλεξε θέση και κουλουριάστηκε πάνω σε μια κουβέρτα, με ευγνωμοσύνη στο βλέμμα.
Κι όσο εκείνος ξεκουραζόταν, εγώ, παρά τη βροχή και την κούραση, έτρεξα στο κοντινό pet shop, αγόρασα την καλύτερη τροφή, τα απαραίτητα για την τουαλέτα του κι ακόμα παιχνίδια – μην τυχόν βαρεθεί όσο λείπω.
Το επόμενο πρωί, Σάββατο, πλησίασα αρκετές φορές την εξώπορτα, την άνοιγα και κοίταζα στην είσοδο. Κι εξεπλάγην που επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Κανείς δεν ανέβαινε ή κατέβαινε, κανείς δεν φώναζε τον γάτο (πώς τον λένε, δεν είχα μάθει ποτέ), κανείς δεν κόλλαε αφίσες. Ήταν σαν να μην τον είχε ψάξει κανείς. Πολύ περίεργο…
Γύριζα στο σπίτι, κοίταζα τον γάτο κι ανασήκωνα τους ώμους. Εκείνος τέντωνε τεμπέλικα το κορμί του στον καναπέ κι ούτε που σκεφτόταν να ζητήσει να βγει.
«Άκου, μήπως θες να γυρίσεις στην είσοδο;» τον ρώτησα την Κυριακή, δείχνοντας την πόρτα. «Δεν σε κρατάω. Πήγαινε αν θέλεις».
Ο γάτος κοίταξε την πόρτα, μετά εμένα, κι άρχισε επιδεικτικά να γλείφει το πόδι του. Ύστερα σηκώθηκε, πλησίασε και τρίφτηκε στο πόδι μου. Η απάντηση ήταν πιο ξεκάθαρη κι από λόγια. Έκλεισα την πόρτα, χαμογέλασα και τον πήρα αγκαλιά. Πήγαμε στην κουζίνα για πρωινό, κι ύστερα στο σαλόνι για τηλεόραση. Κυριακή ήταν. Ο γάτος ήταν ξαπλωμένος στα γόνατά μου κι γουργούριζε σαν μικρό τρακτέρ, και το σπίτι μου, για πρώτη φορά μετά από καιρό, έγινε πραγματικά ζεστό.
Ήρθε η Δευτέρα. Κανείς δεν είχε ψάξει ακόμα τον γάτο. Αποφάσισα να μην τον επιστρέψω προς το παρόν. Το μόνο που με βασάνιζε ήταν ότι οι γείτονες θα μπορούσαν να με κατηγορήσουν για κλοπή. Στην ουσία, είχα κλέψει ξένη περιουσία. Ζωντανή, με καλές προθέσεις και για εκπαιδευτικούς λόγους, αλλά κλοπή. Στο μυαλό μου γύριζαν σενάρια: θα καλέσουν αστυνομία, θα με κατηγορήσουν, θα πρέπει να εξηγηθώ, να δικαιολογηθώ. Μπορεί να μην καταλάβουν τα κίνητρά μου.
Αυτή η σκέψη μου τρυπούσε το μυαλό και δεν με άφηνε να ηρεμήσω. Έτσι, όλη μέρα στη δουλειά ήμουν στα καρφιά, κοιτάζοντας συνέχεια το τηλέφωνο – μην είχα καμιά κλήση. Μα εκείνη τη μέρα δεν είχα ούτε μια αναπάντητη.
Το βράδυ, γυρνώντας σπίτι, είδα τον γείτονα να πάει να πετάξει σκουπίδια. Μέσα σε μια μαύρη σακούλα δεν φαινόταν τίποτα, αλλά από το σχήμα μου θύμιζε αμμοδόχο για γάτα. Του έκανα νόημα να σταματήσει, πλησίασα και τον ρώτησα λες κι από περιέργεια:
«Γειά σου, γείτονα, έχω καιρό να δω τον γάτο σας στην είσοδο. Πώς τα πάει; Ζωντανός είναι;»
«Δόξα τω Θεώ!» του απάντησε, κι εγώ τον ρώτησα γιατί, προσπαθώντας να μείνω ψύχραιμος.
«Η γυναίκα μου ήθελε να τον πάει στο εξοχικό και να τον αφήσει εκεί. Της έγινε βάρος, λέει, τρίχες παντού, νιαουρίζει τα βράδια, ρίχνει βάζα. Εκεί, λέει, θα πιάνει ποντίκια. Τουλάχιστον θα είναι χρήσιμος. Αλλά εγώ δεν θέλω να πάω στο εξοχικό. Πρώτον, είναι μακριά. Δεύτερον, θα με βάλει να κάνω δουλειές. Έτσι, μιας κι ο γάτος έφυγε μόνος του, δεν χρειάζεται να πάμε πουθενά. Χθες ήπια και δύο λίτρα μπύρα για τον εορτασμό. Γιορτή!»
«Καθόλου δεν τον λυπάστε; Αν του συμβεί κάτι;»
«Τι να τον λυπηθώ; Ζώο είναι. Ρε συ, γιατί ρωτάς;» με κοίταξε με ελαφριά υποψία.
«Έτσι, απλά ρώτησα…» είπα συλλογισμένα, και χωρίς να τον χαιρετήσω, πήρα γρήγορα τον δρόμο προς την είσοδο. Μέσα μου έβραζα από αγανάκτηση.
«Στο εξοχικό, δηλαδή… Τέλη Οκτωβρίου. Να τον πάνε εκεί και να τον αφήσουν να πεθάνει. Κι ούτε μια στάλα λύπης. Χαίρονται κιόλας που «έφυγε μόνος του» και τους γλίτωσε από την ταλαιπωρία».
Φαντάστηκα για μια στιγμή αυτόν τον καλό κι έμπιστο γάτο να κάθεται στο κατώφλι ενός άδειου εξοχικού (ή μάλλον κάτω από φράχτη) και να περιμένει να γυρίσουν. Να περιμένει το ίδιο πιστά κι αφοσιωμένα όπως έκανε μπροστά στην πόρτα της εισόδου. Για τους γείτονές μου, ήταν ένα αντικείμενο που άλλοτε σε χαροποιεί κι άλλοτε σε ενοχλεί, κι αν ενοχλεί πολύ, το πετάς έξω. Πρώτα στην είσοδο για λίγες ώρες, μετά στο εξοχικό για πάντα.
Όταν ανέβηκα στον έβδομο όροφο και μπήκα στο σπίτι, είδα τον γάτο να με περιμένει πιστά κι αφοσιωμένα μπροστά στην πόρτα. Η καρδιά μου ζεστάθηκε. Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχα κάνει το σωστό… Σωστά τον είχα κλέψει από τόσο άκαρδους ανθρώπους που σκόπευαν να τον αφήσουν στο εξοχικό στα τέλη του φθινοπώρου.
Χαμογέλασα, πήρα τον γάτο αγκαλιά, και πήγαμε στην κουζίνα να ετοιμάσουμε δείπνο.
Μετά το φαγητό, ξαπλώσαμε στον καναπέ και βλέπαμε τηλεόραση. Εγώ κοίταζα, κι εκείνος ήταν απλά δίπλα. Γύριζε από τη μια πλευρά στην άλλη. Ξαφνικά, κουνήθηκε πάλι, αλλά αυτή τη φορά γύρισε ανάσκελα κι άφησε εκτεθειμένη την κοιλιά του – το πιο ευάλωτο σημείο του. Το έκανε ασυναίσθητα. Γιατί πια δεν φοβόταν.
Γιατί το αληθινό σπίτι δεν είναι μόνο μια στέγη κι ένα μπολ με τροφή.
Αληθινό σπίτι είναι εκεί που δεν χρειάζεται να κερδίσεις το δικαίωμα να υπάρχεις.
Κι εκεί που σ’ αγαπούν. Έτσι απλά. Επειδή υπάρχεις.







