Το σκυλί χάθηκε μετά το συμβάν, κι ύστερα από έξι μήνες εμφανίστηκε στην πόρτα με ξένο κολάροΚανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί, αλλά το κολάρο είχε πάνω του ένα όνομα και ένα τηλέφωνο από άλλη πόλη.

Ο Δημήτρης το βρήκε στην άκρη του δρόμου τον Οκτώβρη.

Το κουτάβι καθόταν στο χείλος της εθνικής, βρεγμένο και πολύ μικρό, και κοίταζε τα αυτοκίνητα που περνούσαν σαν να περίμενε κάποιον συγκεκριμένο. Ο Δημήτρης τότε πήγαινε στο εξοχικό για πατάτες, σταμάτησε για μια στιγμή, νόμιζε ότι απλώς θα κοίταζε. Μα το κουτάβι σήκωσε το κεφάλι, και εκεί τελείωσαν όλα. Οι πατάτες έμειναν στο χώμα για μια βδομάδα ακόμα.

Το ονόμασε Άρη. Το όνομα το σκέφτηκε η γειτόνισσα, η Ελένη Παπαδοπούλου, όταν είδε στο διάδρομο ένα κόκκινο, μεγάλωτο πλάσμα με πόδια δυσανάλογα.

– Κόκκινο, μυταράδικο, αγύριστο, είπε. – Άρης. Ταιριάζει.

Ο Δημήτρης τότε γέλασε.

Ο Άρης μεγάλωνε γρήγορα. Ως την άνοιξη είχε καταλάβει ολόκληρο το αριστερό μισό του καναπέ και το θεωρούσε δικαίωμά του. Ο Δημήτρης στην αρχή μάλωνε, μετά σταμάτησε. Το να κοιμάται μόνος στο σπίτι ήταν χειρότερο από το να έχει ένα σκυλί που ροχάλιζε και καμιά φορά τράνταζε το πόδι στον ύπνο του.

Δεν έγιναν φίλοι αμέσως, αλλά σιγά σιγά, όπως γίνονται φίλοι άνθρωποι που δεν έχουν λόγο να βιαστούν. Πρωινός περίπατος. Μπολ με φαγητό στις εφτά το απόγευμα. Τηλεόραση. Καμιά φορά ο Δημήτρης μιλούσε δυνατά στον Άρη. Ο Άρης καθόταν δίπλα και άκουγε με σοβαρό ύφος, μόνο που μερικές φορές χασμουριόταν και φανέρωνε όλα του τα δόντια.

– Έχεις δίκιο, έλεγε ο Δημήτρης. – Φτάνει.

Και έσβηνε την τηλεόραση.

***

Το ατύχημα έγινε τον Απρίλη, όταν γύριζαν από τον βραδινό περίπατο.

Ο Δημήτρης μετά δεν θυμόταν καλά πώς ακριβώς. Γλιστερός δρόμος, ένα αυτοκίνητο βγήκε στο πεζοδρόμιο από τη γωνία, ο Άρης ήταν στο λουρί, και μετά το λουρί έσπασε. Ο Δημήτρης εκτοξεύτηκε στο κράσπεδο. Χτύπησε στο πλευρό, έμεινε ξαπλωμένος μερικά δευτερόλεπτα και άκουγε μόνο την ανάσα του και μια μακρινή κραυγή.

Όταν σηκώθηκε, ο Άρης δεν ήταν εκεί.

Το λουρί ήταν στην άσφαλτο. Η πλαστική κλειδαριά είχε σπάσει στα δύο.

Το έψαχνε ως τα μεσάνυχτα. Γύρισε τρεις γειτονιές, το φώναζε με τ’ όνομά του, ρωτούσε περαστικούς. Οι περαστικοί κουνούσαν το κεφάλι. Κάποιος είπε ότι είδε ένα κόκκινο σκυλί να τρέχει προς τη σιδηροδρομική διάβαση, αλλά αυτό ήταν σαράντα λεπτά πριν, και μετά δεν το ξαναείδε.

Σπίτι, ο Δημήτρης κάθισε στην κουζίνα και κοίταζε για πολλή ώρα το άδειο μπολ.

Μετά σηκώθηκε. Έγραψε μια αγγελία, τύπωσε είκοσι φύλλα. Το πρωί τα κόλλησε σε όλη τη γειτονιά, τηλεφώνησε και σε τρεις κτηνιατρικές κλινικές και στο καταφύγιο στην οδό Αγίου Δημητρίου.

– Αν έρθει ένα κόκκινο σκυλί, μικτό, έλεγε στο τηλέφωνο. – Παρακαλώ, τηλεφωνήστε. Ο αριθμός μου είναι αυτός.

Πέρασε μια βδομάδα.

Μετά ένας μήνας.

Οι αγγελίες ξεθώριασαν κάτω από τη βροχή του Μαΐου, και ο Δημήτρης τις ξανακόλλησε. Μετά τις ξανακόλλησε πάλι τον Ιούνιο. Οι κτηνιατρικές κλινικές σιωπούσαν. Από το καταφύγιο στον Άγιο Δημήτριο τηλεφώνησαν δύο φορές, και τις δύο λάθος, και τις δύο δεν ήταν το ίδιο σκυλί.

Τον Ιούλιο η κυρία Ελένη είπε προσεκτικά από την πόρτα:

– Δημήτρη, μήπως να πάρεις άλλο. Εκεί στο καταφύγιο είναι τόσα.

– Όχι, απάντησε ο Δημήτρης.

Δεν το ξαναπρότεινε.

Το σπίτι χωρίς τον Άρη έγινε διαφορετικό.

Όχι άδειο, όχι. Τα πράγματα ήταν στη θέση τους, το ψυγείο βούιζε, οι γείτονες πατούσαν από πάνω στις εννιά και μισή όπως πάντα. Αλλά κάτι είχε αλλάξει.

Ο Δημήτρης σήκωσε από το πάτωμα μια παλιά μπάλα που ο Άρης κυλούσε στο διάδρομο. Την έβαλε στο ράφι. Σκέφτηκε και την έβαλε στο συρτάρι. Μετά την ξανάβγαλε και την άφησε στο ράφι.

Το πρωί το χέρι του πήγαινε από συνήθεια στο λουρί στην πόρτα. Το λουρί κρεμόταν. Δεν χρειαζόταν να πάει πουθενά.

Άρχισε να βγαίνει βόλτα μόνος. Την ίδια διαδρομή, την ίδια ώρα, αλλά χωρίς τον Άρη. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί. Απλώς περπατούσε.

Τον Αύγουστο τηλεφώνησε η κόρη του από τη Θεσσαλονίκη.

– Μπαμπά, έλα. Μείνε μαζί μας, ξεκουράσου.

– Δεν μπορώ.

– Γιατί;

Σώπασε. Είπε:

– Μήπως γυρίσει.

Η κόρη σώπασε κι εκείνη. Μετά είπε «εντάξει» με μια φωνή που γίνεται όταν κάποιος θέλει να πει κάτι άλλο, αλλά αποφασίζει να μην το πει.

Ο Άρης γύρισε τον Οκτώβρη.

Ο Δημήτρης άκουσε γρατσουνιές στην πόρτα λίγο μετά τις εφτά το απόγευμα. Σκέφτηκε πρώτα ότι του φάνηκε. Θόρυβος από το κλιμακοστάσιο, ρεύμα, πολλά μπορεί να γίνουν. Αλλά οι γρατσουνιές επαναλήφθηκαν. Επίμονες, με παύσεις, σαν να ήξερε κάποιος ότι η πόρτα θα άνοιγε, απλώς έπρεπε να περιμένει λίγο.

Άνοιξε.

Στο χαλάκι καθόταν ο Άρης.

Γερασμένος. Το τρίχωμα σε μερικά σημεία κομμένο, εκεί που προφανώς είχαν γίνει πληγές. Η αριστερή πλευρά λίγο βυθισμένη. Και στο λαιμό είχε ένα περιλαίμιο. Ξένο, δερμάτινο, καφέ, με ορειχάλκινη αγκράφα και μια μικρή ταμπελάκι που έγραφε μια λέξη: «Φιλαράκι».

Ο Δημήτρης στάθηκε πολλή ώρα στην πόρτα και το κοίταζε. Ο Άρης καθόταν και κοίταζε τον Δημήτρη. Το δεξί αυτί κρεμασμένο, μια κόκκινη κηλίδα στο μέτωπο σε σχήμα ακανόνιστου αστεριού. Τα ίδια μάτια, κεχριμπαρένια, με σκούρο περίγραμμα.

– Πού ήσουν; είπε ο Δημήτρης.

Ο Άρης σηκώθηκε, πέρασε το κατώφλι και μπήκε στο διάδρομο όπως μπαίνουν όσοι ξέρουν την κάτοψη απ’ έξω. Δεξιά, προς το μπολ. Το μπολ ήταν εκεί, όπως πάντα. Άδειο, φυσικά.

Ο Δημήτρης έκλεισε την πόρτα. Πήγε στην κουζίνα. Τα χέρια του έτρεμαν λίγο καθώς άνοιγε το ψυγείο.

– Εντάξει, είπε. – Εντάξει.

Το επόμενο πρωί πήγε στην κτηνιατρική κλινική.

Εξέτασαν τον Άρη, του έκαναν τα απαραίτητα εμβόλια, έλεγξαν το τσιπ. Ο Δημήτρης ρώτησε για το περιλαίμιο. Η γιατρός πήρε την ταμπελάκι και διάβασε δυνατά:

– «Φιλαράκι». Αυτό είναι άλλο όνομα;

– Κάποιος του έδωσε άλλο όνομα, είπε ο Δημήτρης.

– Έζησε με κάποιον;

– Έξι μήνες κάπου έζησε. Δεν ξέρω πού.

Η γιατρός τον κοίταξε, μετά τον Άρη, μετά πάλι τον Δημήτρη.

– Γίνεται, είπε. – Τα σκυλιά μερικές φορές φεύγουν και μετά γυρίζουν. Ειδικά τα έξυπνα.

Ο Δημήτρης δεν απάντησε. Κοίταζε τον Άρη που καθόταν στο μεταλλικό τραπέζι με ατάραχο ύφος και ανεχόταν την εξέταση.

Στην πίσω πλευρά της ταμπελάκας βρήκαν έναν αριθμό τηλεφώνου.

Ο Δημήτρης τηλεφώνησε από το αυτοκίνητο, ενώ ο Άρης καθόταν στο πίσω κάθισμα και κοίταζε έξω από το παράθυρο.

Το σήκωσαν μετά το τρίτο κουδούνισμα.

– Παρακαλώ;

– Γεια σας, είπε ο Δημήτρης. – Είχατε ένα σκυλί. Κόκκινο. Το λέγατε Φιλαράκι.

Μεγάλη σιωπή.

– Ναι, είπε η φωνή. Γυναικεία, όχι νέα. – Το είχαμε. Έφυγε από μας τον Σεπτέμβρη. Το ψάχναμε.

– Είναι σε μένα. Είναι δικό μου σκυλί. Το λένε Άρη. Χάθηκε τον Απρίλη.

Πάλι σιωπή. Μετά η γυναίκα είπε:

– Έζησε μαζί μας. Τον ταΐζαμε, τον περιποιόμασταν. Είχε πληγές.

– Ευχαριστώ, είπε ο Δημήτρης.

– Είναι καλό σκυλί.

– Ναι.

Παύση.

– Μένετε μακριά; ρώτησε η γυναίκα. – Από τη Λεωφόρο Ελευθερίας;

– Άλλη περιοχή.

– Θεέ μου. Ήρθε μόνος του τον Απρίλη. Απλώς ξάπλωσε στον φράχτη μας και δεν έφευγε.

Ο Δημήτρης κοίταζε το παρμπρίζ, την γκρίζα αυλή με τις λεύκες χωρίς φύλλα.

Η συνομιλία τελείωσε κάπως μόνη της. Ο Δημήτρης έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη. Ο Άρης ροχάλιζε στο πίσω κάθισμα, ξαπλωμένος με το κεφάλι στα σταυρωμένα πόδια.

Σπίτι, ο Δημήτρης έβγαλε από τον Άρη το ξένο περιλαίμιο. Το έβαλε στο τραπέζι, το κοίταξε πολλή ώρα. Καφέ, δερμάτινο, με την ταμπελάκι «Φιλαράκι». Καλής δουλειάς, όχι φτηνό.

Έξι μήνες κάπου ήταν το σκυλί. Και παρ’ όλα αυτά γύρισε πίσω.

Ο Δημήτρης σκέφτηκε τη γυναίκα από τη Λεωφόρο Ελευθερίας. Πώς τον τάιζε κάθε μέρα, τον χάιδευε, τον συνήθισε, φαντάζεται. Και μετά τον Σεπτέμβρη βγήκε το πρωί, και αυτός δεν ήταν εκεί. Και τον έψαχνε. Τηλεφωνούσε ίσως από αγγελίες.

Πήρε το τηλέφωνο.

– Πάλι εγώ, είπε όταν εκείνη σήκωσε. – Ήθελα να πω. Αν θέλετε να τον επισκεφτείτε, δεν έχω αντίρρηση.

Σιωπή.

– Αλήθεια; είπε εκείνη.

– Αλήθεια.

Ήρθε το Σάββατο. Η Σοφία Νικολοπούλου, εξήντα τεσσάρων χρονών, με γκρι παλτό και με μια τσάντα που είχε μαρμελάδα μήλο και μια σακούλα με σκυλοτροφή, εκείνη στην οποία είχε συνηθίσει ο Άρης τους έξι μήνες.

Ο Άρης την είδε από το διάδρομο και δεν όρμησε, όχι. Απλώς πλησίασε και ακούμπησε τη μύτη του στην παλάμη της. Κούνησε χαρούμενα την ουρά.

Ήπιαν τσάι. Η Σοφία Νικολοπούλου διηγήθηκε πώς τον βρήκε τον Απρίλη στον φράχτη, πώς τον πήγε στον κτηνίατρο, πώς φοβόταν τις πρώτες μέρες και μετά συνήθισε. Ο Δημήτρης διηγήθηκε το ατύχημα, το σπασμένο λουρί, τις αγγελίες.

Ο Άρης ήταν ξαπλωμένος ανάμεσά τους στο πάτωμα και λαγοκοιμόταν. Καμιά φορά σήκωνε το κεφάλι, κοίταζε τον έναν, κοίταζε τον άλλον.

– Μας διάλεξε και τους δύο, είπε η Σοφία Νικολοπούλου.

Ο Δημήτρης κοίταξε το σκυλί. Μετά τη γυναίκα δίπλα.

– Έτσι φαίνεται.

Το ξένο περιλαίμιο ο Δημήτρης το έβαλε στο συρτάρι του γραφείου. Δεν το πέταξε.

Ο Άρης ξαναπήρε το αριστερό μισό του καναπέ και κυλούσε τη μπάλα στο διάδρομο στη μία τα ξημερώματα. Οι αγγελίες στους στύλους μούσκεψαν από τη βροχή του Νοέμβρη και ξεκόλλησαν μόνες τους.

Η Σοφία Νικολοπούλου ερχόταν κάθε Σάββατο. Έφερνε μαρμελάδα, καμιά φορά ζητούσε συμβουλή για τις φράουλες, είχε ένα περιβόλι στη Λεωφόρο Ελευθερίας, και ο Δημήτρης ήξερε από κήπους. Μιλούσαν, ενώ ο Άρης λαγοκοιμόταν ανάμεσά τους.

Ένα βράδυ ο Δημήτρης έβγαλε από το συρτάρι το δερμάτινο περιλαίμιο με την ταμπελάκι «Φιλαράκι». Το κοίταξε. Η ταμπελάκι άστραφτε κάτω από το φως.

Στην είσοδο κρέμονταν δύο λουριά. Ένα κόκκινο, παλιό. Ένα μπλε, καινούργιο, που η Σοφία Νικολοπούλου είχε φέρει ένα Σάββατο και το είχε κρεμάσει σιωπηλά, χωρίς να ζητήσει άδεια.

Rate article
News 24 Justall
Το σκυλί χάθηκε μετά το συμβάν, κι ύστερα από έξι μήνες εμφανίστηκε στην πόρτα με ξένο κολάροΚανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί, αλλά το κολάρο είχε πάνω του ένα όνομα και ένα τηλέφωνο από άλλη πόλη.