«Το παιδί ονειρεύεται εδώ και καιρό ένα σκυλάκι», έλεγε ο άντρας. Μια εβδομάδα μετά, βρήκαν το κουτάβι στη στάση λεωφορείου.

Ένας άντρας διάλεγε κουτάβι σαν να έψαχνε δώρο για μια ολόκληρη ζωή. Η εκτροφέας χαμογέλασε.

– Το παιδί ονειρεύεται από καιρό ένα σκύλο, – είπε ο άντρας και ίσιωσε το γκρι μπουφάν του με τα ξεφτισμένα μανίκια.

Ύστερα, στο ζωοπωλείο, γέμισε μια διάφανη σακούλα με τροφή, πήρε από τη βιτρίνα ένα λουρί με μαλακή λαβή κι άφησε στον πάγκο ένα ανοξείδωτο μπολ. Δεν ρώτησε την τιμή ούτε μία φορά.

Το κουτάβι ήταν κόκκινο, με το ένα αυτί λίγο πιο ψηλό από το άλλο. Περίπου τριών μηνών, ίσως και λιγότερο. Όταν ο άντρας το σήκωσε, εκείνο έχωσε τη μυτούλα του στη φαρδιά παλάμη του και μαρμάρωσε.

Ο άντρας έσφιξε το κουτάβι στο στήθος του, στο άλλο χέρι κουνιόταν η σακούλα με τα ψώνια, και η πόρτα έκλεισε πίσω του.

Ο Μανωλάκης περίμενε στο σπίτι, στον καναπέ. Εφτά χρονών, γόνατα με ιώδιο, ξανθά μαλλιά που πετάγονταν σε τρεις μεριές. Όταν ο πατέρας μπήκε με το μικρό θαύμα στην αγκαλιά, το αγόρι δεν φώναξε. Γλίστρησε από τον καναπέ, κάθισε στα πόδια του κι άπλωσε τα δάχτυλά του.

Το κουτάβι μύρισε το χέρι. Μετά το έγλειψε.

Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον πατέρα του από κάτω. Σ’ εκείνο το βλέμμα υπήρχε κάτι που έκανε τη Ζωή να γυρίσει σιωπηλή προς το παράθυρο. Στεκόταν στο περβάζι, με τους ώμους ελαφρώς ανασηκωμένους, λες και περίμενε από καιρό μια ζημιά.

– Πώς θα τον βγάλουμε; – ρώτησε ο Βαγγέλης.

Ο γιος απάντησε χαμηλόφωνα, χωρίς να πάρει τα μάτια από το κουτάβι:

– Κοκκινούλη.

Ο πατέρας τού χάιδεψε τα μαλλιά. Η Ζωή πάλι δεν γύρισε.

Η πρώτη νύχτα ήταν βαριά. Ο Κοκκινούλης κλαψούριζε στον διάδρομο, έξυνε το πάτωμα με τα πόδια του, ακουμπούσε τη μουσούδα στην κλειστή πόρτα του υπνοδωματίου. Η Ζωή σηκώθηκε στις τρεις. Μετά στις πέντε. Σκούπισε τη λίμνη με βρεγμένες εφημερίδες, κι αυτές κάνανε πλατς-πλατς κάτω από τα ξυπόλητα πόδια της, λες και όλος ο διάδρομος είχε μουσκέψει από κάτι που δεν είχε ακόμα όνομα.

Ο Βαγγέλης δεν σηκώθηκε ούτε μία φορά.

Το πρωί, στην κουζίνα, υπήρχε μια ασυνήθιστη μυρωδιά.

– Θα το συνηθίσει, – είπε η Ζωή στο κενό.

Ο άντρας της άπλωνε βούτυρο στο ψωμί σιωπηλός. Το μαχαίρι έτριξε στην κόρα, και το κουτάβι κάτω από το τραπέζι τινάχτηκε σύγκορμο.

Το μεσημέρι, ο Μανωλάκης καθόταν στο πάτωμα του δωματίου, κι ο Κοκκινούλης ξάπλωνε δίπλα του, με τη μουσούδα στο γόνατό του. Το αγόρι διάβαζε δυνατά από το αλφαβητάρι, μπερδεύοντας τα γράμματα, κι ο σκύλος άκουγε σαν να καταλάβαινε κάθε λέξη. Τα αυτιά του τρεμούλιαζαν εναλλάξ με κάθε ήχο.

Η Ζωή στάθηκε στην πόρτα και κοίταξε. Ύστερα έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της.

Τη δεύτερη νύχτα, ο Κοκκινούλης κατέστρεψε τις παντόφλες. Την τρίτη, αναποδογύρισε τον κάδο των σκουπιδιών. Ο Βαγγέλης μάζευε τις φλούδες πατάτας από το πάτωμα στα τέσσερα, και τα ζυγωματικά του έσφιγγαν σαν να μασούσε κάτι αόρατο και πικρό.

– Να, λοιπόν… – άρχισε και σταμάτησε.

Η Ζωή περίμενε τη συνέχεια. Δεν ήρθε.

Ο καβγάς έγινε την πέμπτη μέρα.

Ο Μανωλάκης είχε κοιμηθεί από ώρα. Το ρολόι στην κουζίνα έδειχνε δέκα παρά τέταρτο.

Ο Βαγγέλης καθόταν στο τραπέζι. Τα μανίκια του γκρι μπουφάν ήταν σηκωμένα ως τους αγκώνες.

– Δεν κοιμάμαι αρκετά, – είπε.

Η Ζωή στεκόταν στον νεροχύτη.

– Κάνε λίγο υπομονή. Είναι μικρός.

Έσκυψε μπροστά.

– Ζωή. Σηκώνομαι στις έξι. Κάθε μέρα. Αν αυτό το σκυλί…

Δεν τελείωσε τη φράση. Η Ζωή κατάλαβε μόνη της πώς θα τελείωνε. Το χέρι της άπλωσε προς την πετσέτα, ενώ τα δάχτυλά της ήταν ήδη στεγνά.

Από τον διάδρομο ακούστηκε ένα κλαψούρισμα. Σιγανό, μονότονο. Λες κι ο Κοκκινούλης κατάλαβε ότι μιλούσαν γι’ αυτόν.

– Το παιδί όμως το ονειρευόταν, – είπε η Ζωή.

Ο Βαγγέλης σηκώθηκε. Η καρέκλα έτριξε.

– Δεν το λέω τώρα. Λέω: αν δεν αλλάξει τίποτα.

Πήγε στο δωμάτιο. Η πόρτα δεν βρόντηξε. Την έκλεισε προσεκτικά, όπως ένας άνθρωπος που είχε πάρει από καιρό την απόφασή του κι έκανε την κουβέντα μόνο για τα προσχήματα.

Το Σάββατο το πρωί, ο Μανωλάκης ξύπνησε κι έτρεξε ξυπόλητος στον Κοκκινούλη, στο κρύο πάτωμα.

Το χαλάκι στον διάδρομο ήταν άδειο. Το μπολ στη γωνία καθαρό, χωρίς φαγητό και χωρίς νερό. Το λουρί με τη μαλακή λαβή κρεμόταν στο γαντζάκι.

Το αγόρι κοίταξε κάτω από το τραπέζι. Στο μπάνιο. Πίσω από τη ντουλάπα, όπου ο Κοκκινούλης έκρυβε τη μασημένη παντόφλα. Πουθενά.

Πήγε στην κουζίνα.

– Μπαμπά, πού είναι ο Κοκκινούλης;

Ο Βαγγέλης έπινε καφέ. Η κούπα στο χέρι του σταθερή, τα δάχτυλά του δεν τρέμουν.

– Θα έφυγε, μάλλον. Το πρωί η πόρτα ήταν ανοιχτή, έβγαζα τα σκουπίδια, και…

Σήκωσε τα χέρια. Παλάμες φαρδιές, ήρεμες. Οι ίδιες παλάμες, στις οποίες το κουτάβι είχε χώσει με εμπιστοσύνη τη μυτούλα του έξι μέρες πριν.

Ο Μανωλάκης στάθηκε. Κοίταξε το άδειο χαλάκι. Το λουρί, κρεμασμένο τόσο τακτοποιημένα, λες και δεν το είχε πιάσει ποτέ κανείς. Και τράβηξε για το δωμάτιό του. Δεν έκλαψε. Δεν ρώτησε ξανά. Απλώς έφυγε.

Η Ζωή στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, πιέζοντας τα δάχτυλά της στα χείλη. Λες και προσπαθούσε να πιάσει μια λέξη που είχε αργήσει να πει. Πίσω από το ψυγείο ήταν μια διαφανής σακούλα με τροφή, μισογεμάτη, με την ταμπελίτσα του ζωοπωλείου στο πλάι.

Εκείνο το βράδυ, η κυρία Σταυρούλα γύριζε σπίτι από τη λαϊκή.

Η βροχή είχε αρχίσει από το μεσημέρι, κι η άσφαλτος γυάλιζε σαν να ήταν λαδωμένη.

Κοντά στο παγκάκι της στάσης, κάτι κουνιόταν.

Η Σταυρούλα σταμάτησε. Ίσιωσε την πλεκτή ζακέτα της, σε χρώμα μουστάρδας, κι έσκυψε. Τα χέρια της ήταν γεμάτα σκούρες κηλίδες από το χώμα των σπορόφυτων: τέλος Απριλίου, τα δάχτυλα δεν καθαρίζουν μέχρι το καλοκαίρι.

Κουτάβι. Κόκκινο, με το ένα αυτί λίγο πιο ψηλό από το άλλο. Μουσκεμένο, κολλημένο στο πόδι του παγκάκιού, έτρεμε ελαφρά και γρήγορα, σαν μηχανάκι χωρίς διακόπτη.

Δίπλα ήταν μια σακούλα. Διαφανής, με τροφή. Καινούρια, με την ταμπέλα της τιμής.

Η Σταυρούλα σηκώθηκε. Κοίταξε γύρω της. Κανείς.

Η βροχή δυνάμωσε. Οι σταγόνες χτυπούσαν το στέγαστρο της στάσης, σαν να ταμπούρλιζε κάποιος ανυπόμονα με τα δάχτυλα. Το κουτάβι δεν κρύφτηκε, δεν κλαψούρισε. Δεν περίμενε πια.

Και τότε σήκωσε τη μουσούδα. Κρύα μύτη, τρίχες κολλημένες στα λεπτά πλευρά. Είχε τόσο εκφραστικά μάτια, που η Σταυρούλα ένιωσε ένα σφίξιμο και στα δικά της πλευρά, αν και είχε είκοσι χρόνια να κλάψει μπροστά σε κόσμο και δεν είχε σκοπό να το κάνει τώρα.

– Ώστε έτσι είσαι, ε; – είπε αργά. Έτσι μιλούν οι άνθρωποι που έχουν συνηθίσει να κουβεντιάζουν με τα σπορόφυτα και με τη σιωπή.

Τον σήκωσε με το ένα χέρι. Με το άλλο πήρε τη σακούλα. Το κουτάβι έχωσε τη μυτούλα του στον καρπό της και μαρμάρωσε, όπως ακριβώς είχε μαρμαρώσει και πριν, σε ξένα χέρια. Η βροχή έτρεχε από τη ζακέτα, τη σακούλα, την κόκκινη γούνα. Το λεωφορείο δεν φάνηκε ποτέ, αλλά πια δεν είχε σημασία.

Στο σπίτι, η Σταυρούλα τον στέγνωσε με μια πετσέτα με μπλε ρίγες. Το κουτάβι καθόταν ήρεμα στο σκαμπό και παρακολουθούσε πώς ζέσταινε το γάλα στο αλουμινένιο κατσαρολάκι.

Το διαμέρισμα ήταν ήσυχο. Ένας κάκτος στο περβάζι, μόνος. Το ρολόι με το εκκρεμές, που ο άντρας της είχε φτιάξει ένα μήνα πριν φύγει.

Οκτώ χρόνια ζούσε μόνη. Και ξαφνικά το γάλα χύθηκε στο πάτωμα, τα νυχάκια χτύπησαν στα πλακάκια, και δεν ήταν πια ήσυχο, αλλά κάπως γαλήνιο. Η διαφορά τεράστια.

Το κουτάβι έπινε από το πιατάκι. Ήχος τόσο σπιτικός, που η Σταυρούλα κάθισε στο πάτωμα δίπλα στο σκαμπό, για να κάθεται και να ακούει.

– Καλό μου, – είπε. Σώπασε. Και το ξανάπε: – Καλό μου.

Τρεις μέρες μετά, η Σταυρούλα βγήκε με το κουτάβι στην αυλή.

Το λουρί το είχε αγοράσει από ένα μαγαζί με οικιακά είδη για πέντε ευρώ. Ήταν υφασμάτινο, με πλαστικό κούμπωμα. Στο κουτάβι, βέβαια, δεν είχε σημασία: προχωρούσε με ασταθή βήματα στην αυλή και μύριζε κάθε κολώνα, λες και χαρτογραφούσε έναν καινούργιο κόσμο.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας κάπνιζε η Κατίνα από τον τέταρτο όροφο. Έσμιγε τα μάτια από τον ήλιο, κι ο καπνός ανέβαινε προς τα πάνω.

– Α, βρήκες σκυλάκι;

Η Σταυρούλα σήκωσε τους ώμους.

– Το βρήκα. Στη στάση, το Σάββατο. Κάτω από τη βροχή.

Η Κατίνα τράβηξε μια τζούρα. Κοίταξε το κουτάβι, μετά τη Σταυρούλα.

– Κόκκινο; Με το αυτί;

Νεύμα.

– Μα αυτό είναι που είχε πάρει ο Βαγγέλης από το διαμέρισμα δώδεκα για τον γιο του. Πριν μία βδομάδα. Η Ζωή έλεγε της Νίκης, στον τρίτο όροφο, ότι ο σκύλος το έσκασε.

Η Κατίνα χαμήλωσε τη φωνή.

– Η Νίκη λέει ότι το πρωί του Σαββάτου είδε έναν τύπο με γκρι μπουφάν στη στάση. Με μια σακούλα. Άφησε κάτι δίπλα στο παγκάκι και έφυγε. Γρήγορα. Δεν γύρισε να κοιτάξει.

Η Σταυρούλα δεν μίλησε.

Το κουτάβι καθόταν στα πόδια της και μασούσε το κορδόνι από το παπούτσι της. Η Κατίνα πέταξε τη γόπα στον κάδο κι έφυγε.

Η Σταυρούλα έμεινε εκεί. Ύστερα έσκυψε, σήκωσε το κουτάβι και το έσφιξε πάνω στη ζακέτα της. Η μουσταρδί γούνα μύριζε χώμα και σπορόφυτα. Δεν κλαψούρισε, μόνο έχωσε τη μυτούλα του στον λαιμό της. Ζεστό και υγρό.

Το βράδυ, η Σταυρούλα έπλενε το πιατάκι και κοίταζε από το παράθυρο.

Στην αυλή, δίπλα στην κούνια, στεκόταν ένα αγόρι. Ξανθά, ακατάστατα μαλλιά. Δεν έκανε κούνια. Απλώς κοίταζε το παγκάκι όπου συνήθως κάθονταν οι γειτόνισσες με τα μικρά σκυλάκια.

Στάθηκε ένα λεπτό, ίσως δύο. Μετά έχωσε τα χέρια στις τσέπες και πήρε τον δρόμο για την είσοδο. Αργά.

Ο Κοκκινούλης κοιμόταν δίπλα στο καλοριφέρ, πάνω σε μια παλιά πλεκτή κουβέρτα. Το ένα του αυτί ήταν πιο ψηλό από το άλλο.

Η Σταυρούλα στέγνωσε τα χέρια της. Άφησε την πετσέτα.

Κάπου στο διαμέρισμα δώδεκα, σε ένα γαντζάκι, κρεμόταν το λουρί με τη μαλακή λαβή. Καινούριο, από το ζωοπωλείο. Δεν το χρησιμοποίησαν ποτέ.

Rate article
News 24 Justall
«Το παιδί ονειρεύεται εδώ και καιρό ένα σκυλάκι», έλεγε ο άντρας. Μια εβδομάδα μετά, βρήκαν το κουτάβι στη στάση λεωφορείου.