Αγαπητό ημερολόγιο,
Θέλω να αφήσω την ιστορία αυτή στα χαρτιά, γιατί μέσα στο μυαλό μου γυρίζει ασταμάτητα. Ίσως έτσι δω πού ακριβώς έφταιξα. Το πρωί μετά το γαμήλιο τραπέζι είχε μια παράξενη ηρεμία. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου μύριζε κομμένα λουλούδια, ακριβό άρωμα και καφέ που είχε πια κρυώσει. Το φως περνούσε μέσα από τις βαριές κουρτίνες κι έπεφτε στο πάτωμα σε χρυσές γραμμές. Πάνω στην καρέκλα ήταν πεταμένο το πέπλο της Κατερίνας, και δίπλα οι βαλίτσες περίμεναν μισοέτοιμες. Σε λίγες ώρες θα φεύγαμε για τη Σαντορίνη, για το ταξίδι που ονειρευόμασταν τόσους μήνες.
Εγώ είχα ξυπνήσει από νωρίς, αλλά έκανα τον κοιμισμένο. Ήθελα να κερδίσω λίγη ακόμα ησυχία, πριν χρειαστεί να εξηγήσω πράγματα που δεν είχα το θάρρος να πω. Η Κατερίνα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και με κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν μαλακό, αλλά εγώ το ένιωθα σαν βάρος. Τότε το κινητό της δονήθηκε. Το άρπαξε γρήγορα, βγήκε στο μπαλκόνι και μίλησε σιγά. Δεν άκουσα πολλά, μονάχα τη λέξη «Ληξιαρχείο». Την είδα να μένει ακίνητη πολλή ώρα, κι εκεί που στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη, κατάλαβα ότι κάτι είχε σπάσει.
Όταν γύρισε μέσα, της είπα «Καλημέρα, κυρά μου». Χαμογέλασε, αλλά με έναν τρόπο που δεν έφτανε στα μάτια. Μου είπε ότι χρειαζόταν να φύγει για δουλειά, για μερικές υπογραφές. Όταν πρότεινα να έρθω μαζί της, αρνήθηκε πολύ γρήγορα. «Θα γυρίσω», είπε. Ήθελα να την πιστέψω.
Δεν ξέρω πόση ώρα έλειψε. Όταν γύρισε, καθόμουν στο λόμπι. Ήταν χλωμή, σαν να είχε δει φάντασμα. Τη ρώτησα πού ήταν. «Δεν ήμουν στη δουλειά», είπε. «Πού ήσουν;» «Στο Ληξιαρχείο». Τα λόγια της με χτύπησαν. «Μου είπαν ότι είσαι ακόμη νόμιμα παντρεμένος». Προσπάθησα να απαντήσω, αλλά το μόνο που βγήκε από μέσα μου ήταν μια βαριά σιωπή. Έκλεισα τα μάτια. Της ήταν αρκετό.
«Είναι αλήθεια;» ρώτησε. Έγνεψα. «Θέλω να το ακούσω από τα χείλη σου», είπε. «Ναι», είπα. «Είναι αλήθεια». Η Κατερίνα στάθηκε απέναντί μου. Δεν έκλαιγε. Τη φοβήθηκα περισσότερο έτσι. «Ποια είναι;» «Φωτεινή». «Και πού είναι τώρα;» «Δεν ξέρω». «Πώς γίνεται να μην ξέρεις πού είναι η γυναίκα σου;» «Χωρίσαμε πριν έξι χρόνια». «Δεν έζησα μαζί της όλα αυτά τα χρόνια, αλλά ο γάμος παρέμενε». «Και γιατί δεν χώρισες;» «Προσπάθησα. Όταν το κατάλαβα, δεν μπορούσα να τη βρω». Κάθε λέξη μου έπνιγε.
«Γιατί δεν μου το είπες;» με ρώτησε. «Φοβήθηκα». «Τι;» «Μη σε χάσω». Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της. «Και πότε σκόπευες να μου το πεις;» «Ήθελα να το έχω λύσει πριν από τον γάμο μας». «Αλλά δεν το έλυσες». «Δεν πρόλαβα». «Δεν πρόλαβες σε δύο χρόνια;» Δεν απάντησα. Η σιωπή ήταν πιο ειλικρινής από κάθε δικαιολογία.
«Φέρε μου τα χαρτιά». «Ποια;» «Όλα. Ό,τι έχει σχέση με αυτόν τον γάμο». Αυτό δεν το περίμενα. Όταν άκουσα τη φωνή της, κατάλαβα ότι είχε περάσει από όλα τα στάδια και είχε φτάσει σε εκείνο το σημείο όπου χρειάζεται απαντήσεις. Πήγαμε λοιπόν στο παλιό μου διαμέρισμα, εκείνο που νοίκιαζα πριν τη γνωρίσω. Είπα στους ενοικιαστές ότι έπρεπε να ελέγξω τους λογαριασμούς. Μπήκαμε για λίγο. Άνοιξα την παλιά ντουλάπα κι έβγαλα έναν χάρτινο φάκελο. Πιστοποιητικό γάμου, αντίγραφα αιτήσεων, μερικά παλιά έγγραφα. Αλλά μέσα στον φάκελο υπήρχε κι ένας άλλος, κίτρινος, σφραγισμένος. Δεν τον είχα ανοίξει. Η Κατερίνα τον πήρε και με κοίταξε: «Τι είναι αυτό;» «Δεν ξέρω». Το είπα αλήθεια. Όμως το χέρι της έτρεμε. Άνοιξε τον φάκελο και βρήκε ένα γράμμα γραμμένο με γυναικείο γραφικό χαρακτήρα. Η αρχή έλεγε: «Δημήτρη, αν αποφασίσεις ποτέ να διαβάσεις αυτό το γράμμα, θα πει ότι πέρασε αρκετός καιρός…» Με ρώτησε αν το είχα ξαναδιαβάσει. Δεν απάντησα. Εκείνη συνέχισε.
Η Φωτεινή έγραφε ότι είχε αρρωστήσει, ότι έφυγε για να μη γίνει βάρος, ότι με παρακαλούσε να μην την αναζητήσω. Δεν ήξερα τι να πω. Ένιωσα ντροπή που άφησα τον φόβο να με κάνει τόσο άψυχο. «Ήξερες ότι ήταν άρρωστη;» ρώτησε. «Το έμαθα αργότερα». «Και τι έκανες;» «Ντράπηκα. Δεν έκανα τίποτα». Η φωνή μου έσπασε, αλλά ποιος νοιαζόταν πια.
Το βράδυ η Κατερίνα έφυγε για τους γονείς της. Δεν προσπάθησα να τη μεταπείσω. Τη βοήθησα να βάλει τη βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ. Πήρε την τσάντα της και έφυγε χωρίς να γυρίσει πίσω. Εκείνη τη νύχτα, μου είπε αργότερα, έκλαψε μόνο όταν της άνοιξε η μητέρα της. Μέχρι τότε κρατιόταν.
Τότε ήταν που ήρθε το μήνυμα. Ένας άγνωστος αριθμός, σχεδόν μεσάνυχτα. «Κυρία Κατερίνα; Οι άνθρωποι του Ληξιαρχείου μού έδωσαν το τηλέφωνό σας. Πρέπει να βρεθούμε. Μιλάμε για τον Δημήτρη και τον πρώτο του γάμο. Δεν ξέρετε όλη την ιστορία». Η Κατερίνα απάντησε: «Ποια είστε;» Το δεύτερο μήνυμα ήρθε αμέσως: «Με λένε Σοφία Νικολαΐδου. Ήμουν δικηγόρος της Φωτεινής». Την επόμενη μέρα βρέθηκαν. Η δικηγόρος ήταν μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με ήρεμο, προσεκτικό βλέμμα. Της είπε: «Η Φωτεινή δεν εξαφανίστηκε. Πέθανε πριν από πέντε χρόνια. Το πιστοποιητικό θανάτου αναφέρει δυστύχημα, αλλά τα έγγραφα είχαν παρατυπίες. Η εγγραφή δεν αποτυπώθηκε σωστά στο μητρώο, γι’ αυτό ο γάμος συνέχισε να φαίνεται ενεργός. Την ημέρα του δικού σας γάμου, το σύστημα πέρασε από συγχρονισμό και βρήκε τα δύο ληξιαρχικά γεγονότα να συγκρούονται. Γι’ αυτό σας κάλεσαν χωριστά».
Η Κατερίνα ρώτησε: «Τι σχέση έχω εγώ με αυτό;» Η δικηγόρος έβγαλε ένα ακόμη έγγραφο. Ήταν μια αίτηση που είχα υποβάλει έξι μήνες νωρίτερα, για να αναγνωριστεί ο πρώτος γάμος μου ως λυμένος αναδρομικά. «Προσπάθησε να διορθώσει την κατάσταση», είπε η Σοφία. «Αλλά δεν πρόλαβε». «Γιατί δεν μου το είπε;» «Γιατί ήταν βέβαιος ότι θα τελειώσουν όλα πριν από τον γάμο σας». Έπειτα η δικηγόρος έδωσε στην Κατερίνα μια τελευταία σελίδα. Ήταν ένα τελευταίο γράμμα της Φωτεινής. «Αν κάποτε ψάξει κανείς τον Δημήτρη, πες του: τον συγχώρεσα από καιρό. Δεν φταίει που δεν πρόλαβε. Εγώ δεν τον άφησα να μείνει κοντά μου». Η Κατερίνα διάβασε αυτές τις γραμμές και κατάλαβε ότι η ιστορία δεν ήταν το απλό ψέμα ενός άπιστου συζύγου. Ήταν μια αλυσίδα από αναβολές, φόβους, σιωπές και αποφάσεις που πήραν άλλοι στο όνομά μου.
Το βράδυ γύρισε στους γονείς της. Δεν έκλαιγε πια. Καθόταν αμίλητη και κοιτούσε το κενό. Τηλεφώνησα. Το σήκωσε. «Ξέρω τα πάντα», είπε. «Προσπάθησα να σου το πω», είπα. «Δεν είχες χρόνο», απάντησε. Δεν υπήρχε πικρία στη φωνή της, μόνο μια παράξενη καθαρότητα. «Πρέπει να σε δω», της είπα. «Καλά», είπε. «Αλλά όχι όπως πριν». Και έκλεισε.
Γράφω αυτό το βράδυ για να θυμάμαι. Η ζωή δεν συγχωρεί την αναβλητικότητα. Κάθε αλήθεια που δεν λέγεται γίνεται ψέμα, όσο κι αν λες στον εαυτό σου ότι κάποτε θα τη διορθώσεις. Φοβόμουν μη χάσω την Κατερίνα, και τελικά την έχασα με τον χειρότερο τρόπο — όχι με μια πράξη προδοσίας, αλλά με τη σιωπή μου. Αν γύριζε ο χρόνος πίσω, θα προτιμούσα να την πληγώσω με την αλήθεια παρά να την αφήσω να ζήσει στο ψέμα. Η πραγματική δύναμη δεν είναι να κρύβεις τον φόβο σου. Είναι να βρεις το θάρρος να μιλήσεις πριν να είναι αργά. Αυτό είναι το μόνο μάθημα που κρατάω από όλα όσα έγιναν.







