Ο θείος μου πέθανε, ο σκύλος στον δρόμο: ο ανιψιός βιάστηκε να πουλήσει το ξένο διαμέρισμα, χωρίς να ξέρει ότι σε 3 μέρες όλα θα καταρρεύσουνΚαι όταν οι τρεις μέρες πέρασαν, το κτίριο κατέρρευσε, αφήνοντάς τον χωρίς λεφτά και χωρίς διαμέρισμα.

– Ή το παίρνετε σήμερα, ή θα το δέσω στον αυτοκινητόδρομο, – είπε εκνευρισμένος ο άντρας με το ακριβό μπουφάν και έσπρωξε το λουρί πάνω από τον πάγκο.

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα από το ημερολόγιο και σφίχτηκαν τα δόντια της. Στην άλλη άκρη του λουριού καθόταν ένας μεγάλος μαύρος σκύλος με έξυπνα μάτια. Δεν γάβγιζε, δεν τραβούσε, δεν κλαψούριζε. Μόνο κοίταζε τον άντρα σαν να τα είχε ήδη καταλάβει όλα.

– Και ο ιδιοκτήτης πού είναι; – ρώτησε ήρεμα η Ελένη.

– Πέθανε, – αποστόμωσε ο άντρας. – Ο θείος μου. Εγκεφαλικό, νοσοκομείο, μετά τέλος. Τον σκύλο δεν τον θέλω. Έχω παιδιά.

– Αν δεν τον θέλετε, δεν σημαίνει ότι μπορείτε να τον πετάξετε σαν παλιόπραμα, – είπε σιγά η Ελένη.

– Μη μου κάνεις ηθικολογίες! Εγώ, ξέρεις, από κηδεία έρχομαι.

Ψευδόταν. Το κατάλαβε αμέσως η Ελένη.

Από άνθρωπο που μόλις είχε θάψει δικό του, δεν μυρίζει ακριβό κολόνιο και φρέσκο τσιγάρο. Ούτε λάμπουν έτσι τα μάτια, σαν κάποιου που μετράει ήδη τα τετραγωνικά μέτρα του άλλου.

– Πώς λέγεται ο σκύλος;

– Κεραυνός.

Ο σκύλος σήκωσε ελάχιστα τα αυτιά, ακούγοντας το όνομά του.

– Έχει χαρτιά;

– Τι χαρτιά; Σκυλότοπος είναι. Ζούσε στο σπίτι του θείου, φύλαγε. Τώρα τέλος.

Η Ελένη βγήκε από πίσω από τον πάγκο, έσκυψε μπροστά στον σκύλο και άπλωσε το χέρι. Ο Κεραυνός μύρισε την παλάμη της και αναστέναξε βαριά. Στο λαιμό φορούσε ένα παλιό δερμάτινο περιλαίμιο, κι από τη θηλιά κρεμόταν μια μεταλλική ταμπελίτσα. Είχε χαραγμένο: «Κεραυνός. Αν χαθεί – να επιστραφεί στο σπίτι». Από κάτω, μια διεύθυνση.

– Το τέλος έρχεται όταν τελειώνει η συνείδηση, – είπε η Ελένη και σηκώθηκε. – Αφήστε μου ένα τηλέφωνο. Θα επικοινωνήσω όταν βρούμε προσωρινή φιλοξενία.

– Τίποτα φιλοξενίες. Δεν έχω χρόνο. Φεύγω.

– Τότε πάρτε τον σκύλο πίσω.

Ο άντρας έκανε νόημα με το χέρι.

– Εντάξει.

Γύρισε απότομα, θέλησε να τραβήξει το λουρί πίσω, αλλά ο Κεραυνός ξαφνικά ακούμπησε και τα τέσσερα πόδια στο πάτωμα και γρύλλησε σιγανά. Όχι στην Ελένη – σε εκείνον. Ο άντρας χλόμιασε, μουρμούρισε μια κατάρα κι άφησε το λουρί.

– Να χαθείτε, – είπε. – Έτσι κι αλλιώς, δε θα ζήσει πολύ. Αφέντη δεν έχει.

Σε ένα λεπτό, η γυάλινη πόρτα της κλινικής έκλεισε.

Ο Κεραυνός έμεινε.

Η Ελένη δούλευε ως γραμματέας και βοηθός γιατρού σε ένα μικρό ιδιωτικό κτηνιατρείο στο ισόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Στη βάρδια της περνούσαν δεκάδες ζώα, αλλά σ’ αυτόν τον σκύλο είχε δεθεί αμέσως.

Ίσως από το βλέμμα του. Ούτε καν σκυλίσιο, αλλά κάτι πολύ ανθρώπινο – κουρασμένο, υπομονετικό και πληγωμένο.

Το βράδυ δεν υπήρχε μέρος να αφήσει τον Κεραυνό. Όλα τα κλουβιά τα είχαν μετεγχειρητικά περιστατικά. Η Ελένη του έβγαλε μια κουβέρτα στο βοηθητικό δωμάτιο, του έβαλε νερό και φαγητό. Ο σκύλος δεν άγγιξε το μπολ. Ξάπλωσε στην πόρτα κι ακούμπησε το ρύγχος στα πόδια του.

– Θύμωσες; – ρώτησε η Ελένη.

Ο Κεραυνός σήκωσε αργά τα μάτια.

– Ή περιμένεις;

Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. Ξανακάρφωσε το βλέμμα στην πόρτα.

Τη νύχτα έπεσε βρεγμένο χιόνι.

Το πρωί η Ελένη ήρθε πριν απ’ όλους και βρήκε το βοηθητικό δωμάτιο άδειο.

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μάλλον η καθαρίστρια, όταν πέταξε σκουπίδια, δεν πρόσεξε που ο σκύλος γλίστρησε έξω.

– Μόνο αυτό μου έλειπε… – αναστέναξε η Ελένη.

Γύρισε την αυλή, τις διπλανές αυλές, τους κάδους, κοίταξε στη στάση. Τίποτα. Ο Κεραυνός είχε εξαφανιστεί.

Εκείνη την ώρα, στον τέταρτο όροφο της οδού Αγίου Γεωργίου 18, η βιβλιοθηκονόμος Ελπίδα Παπαδοπούλου προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα της και δεν καταλάβαινε τι εμπόδιζε.

Κοίταξε από τη χαραμάδα και τινάχτηκε.

Δίπλα στην πόρτα της, στο χαλάκι του διαμερίσματος του κυρίου Στέφανου, ήταν ξαπλωμένος ένας τεράστιος μαύρος σκύλος. Μούσκεμα, αλλά ούτε κουνήθηκε όταν η Ελπίδα άφησε τα κλειδιά.

– Θεέ μου… Κεραυνέ; – ρώτησε διστακτικά.

Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι.

Η Ελπίδα τον ήξερε. Όλη η πολυκατοικία τον ήξερε.

Ο κύριος Στέφανος, ένας λεπτός συνταξιούχος με ίσια πλάτη και μπαστούνι, έβγαζε βόλτα τον Κεραυνό δύο φορές τη μέρα, με κάθε καιρό. Χαιρετούσε όλους το ίδιο ευγενικά, κρατώντας τον σκύλο δίπλα του, χωρίς φασαρία, χωρίς φωνές.

Ο Κεραυνός δεν τρόμαζε κανέναν κι ούτε πλησίαζε κόσμο. Απλώς περπατούσε δίπλα στον αφέντη του σαν να τον υπηρετούσε από αγάπη.

Πριν μια βδομάδα, ο κύριος Στέφανος είχε φύγει με ασθενοφόρο.

Ο Κεραυνός ούρλιαζε τότε τόσο που η κυρία Αλεξάνδρα, η θυρωρός, σταυροκοπιόταν όλο το απόγευμα. Την άλλη μέρα ήρθε ο ανιψιός του ιδιοκτήτη, ο Γιώργος. Έβγαζε κούτες, άλλαζε κλειδαριές και σε όλους έλεγε το ίδιο:

– Ο θείος μου πέθανε. Εγώ τώρα ασχολούμαι με τα οικονομικά.

Μνημόσυνο, αποχαιρετισμό κανείς δεν είδε. Αλλά ίσως τέτοια πράγματα να γίνονται χωρίς τυπικότητες. Η Ελπίδα τότε δεν έδωσε σημασία. Είχε τα δικά της βάρη.

Σαράντα οκτώ χρονών, ζούσε μόνη, δούλευε στη δημοτική βιβλιοθήκη, είχε στείλει τον γιο της στη Θεσσαλονίκη προ καιρού, κι ύστερα από το διαζύγιο είχε μάθει να μην κάνει περιττές ερωτήσεις. Πιο εύκολο.

Αλλά τώρα μια περιττή ερώτηση είχε στρωθεί μπροστά στην πόρτα της.

– Πώς βρέθηκες εδώ; – ρώτησε ψιθυριστά.

Ο Κεραυνός σηκώθηκε αργά, πλησίασε την πόρτα του διαμερίσματος του αφεντικού του και κάθισε πλάγια. Ύστερα κοίταξε την Ελπίδα. Σ’ εκείνο το βλέμμα υπήρχε μια τόσο πεισματική αναμονή, που της έσφιξε το στήθος.

– Περιμένει, – ψιθύρισε.

Από το ασανσέρ μόλις είχε βγει η κυρία Αλεξάνδρα με την τσάντα της.

– Ωχ, παναγία μου, βρέθηκε! – χτύπησε τα χέρια της. – Μου είπε χθες η γειτόνισσα από τον τρίτο ότι ο Γιώργος τον πήγε κάπου.

– Τον πήγε, αλλά κακά τον πήγε, – είπε ξερά η Ελπίδα.

Έβγαλε ένα μπολ με νερό. Ο Κεραυνός ήπιε λαίμαργα, αλλά δεν άγγιξε το λουκάνικο. Ξανακάθισε στην πόρτα.

Πέρασε η μέρα, κι άλλη μέρα.

Η Ελπίδα γύριζε από τη δουλειά κι έβλεπε το ίδιο: μαύρος σκύλος στο χαλάκι, κεφάλι στα πόδια, βλέμμα σε ένα σημείο. Κάποιες φορές κατέβαινε στην αυλή, έκανε τις ανάγκες του και ξανανέβαινε.

Το βράδυ η Ελπίδα του άπλωνε μια παλιά μάλλινη κουβέρτα. Αυτός ανεχόταν να τον σκεπάσουν, αλλά μόλις εκείνη απομακρυνόταν, την έσερνε ώστε να είναι ακριβώς μπροστά στην πόρτα του αφεντικού.

Την τρίτη μέρα, μπήκε στην πολυκατοικία ο Γιώργος. Μαζί του μια γυναίκα με ανοιχτόχρωμη γούνα κι ένας άντρας με φάκελο.

– Ορίστε το διαμέρισμα, – είπε ζωηρά ο Γιώργος. – Καλή γειτονιά, ζεστή πολυκατοικία. Με έναν καλλωπισμό θα φύγει αμέσως.

Η Ελπίδα μόλις έβγαινε από το δικό της. Άνοιξε απότομα την πόρτα.

– Ποιο διαμέρισμα θα φύγει;

Ο Γιώργος αναπήδησε, αλλά έκανε αμέσως ένα χαμόγελο.

– Α, γειτόνισσα. Βάζουμε σε τάξη το σπίτι. Θέματα κληρονομιάς.

– Πέρασε μία βδομάδα από τον θάνατο του θείου σας.

– Και;

– Και ήδη φέρνετε υποψήφιους αγοραστές.

– Εσάς τι σας νοιάζει;

Τότε ο Κεραυνός σηκώθηκε. Δεν όρμησε, δεν γάβγισε. Απλώς πλησίασε σιωπηλός και στάθηκε ανάμεσα στον Γιώργο και την πόρτα.

Δεν έδειχνε δόντια, αλλά είχε κάτι που η γυναίκα με τη γούνα τραβήχτηκε αμέσως ένα σκαλοπάτι πίσω.

– Βγάλτε τον σκύλο! – τσίριξε.

– Δεν είναι δικός μου, – σήκωσε τους ώμους ο Γιώργος. – Αδέσποτος.

Η Ελπίδα τον κοίταξε τόσο βαριά που εκείνος έστρεψε πρώτος το βλέμμα.

Οι υποψήφιοι έφυγαν γρήγορα. Ο Γιώργος βλαστήμησε και πήγε προς το ασανσέρ.

– Δεν θα καθίσει πολύ εδώ, – σφύριξε. – Λίγες μέρες ακόμα και θα τον πάρει η περισυλλογή.

– Μην τολμήσετε, – είπε σιγά η Ελπίδα.

– Κι εσείς τι θα μου κάνετε;

Δεν απάντησε. Αλλά για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, δεν ένιωσε κούραση, αλλά θυμό. Καθαρό, ξεκάθαρο. Από αυτόν που σε κάνει να μη θέλεις να κλάψεις, αλλά να δράσεις.

Το βράδυ κάθισε δίπλα στον Κεραυνό πάνω στο κρύο πάτωμα του διαδρόμου.

– Αν ο αφέντης σου πέθανε, γιατί όλο αυτό μου φαίνεται περίεργο; – ρώτησε.

Ο Κεραυνός γύρισε αργά το κεφάλι κι ακούμπησε το βαρύ ρύγχος του στα γόνατά της.

Η Ελπίδα πάγωσε. Ύστερα χάιδεψε προσεκτικά ανάμεσα στα αυτιά του.

– Εντάξει, – αναστέναξε. – Θα το ψάξουμε.

Την επόμενη μέρα κατέβηκε στην κυρία Αλεξάνδρα.

– Εσείς βλέπετε τα πάντα. Πείτε μου ειλικρινά, τι έγινε τότε;

Η θυρωρός έβγαλε τα γυαλιά, τα σκούπισε στην ποδιά της και συλλογίστηκε.

– Το ασθενοφόρο το θυμάμαι. Τον Γιώργο τον θυμάμαι. Φέρετρο όμως δεν είδα. Ούτε ανθρώπους. Μόνο ύστερ’ από δύο μέρες ήρθε ένα αυτοκίνητο, εκείνος φόρτωσε κούτες κι έφυγε. Απόρησα. Ο κύριος Στέφανος ήταν γνωστός άνθρωπος. Όλη η πολυκατοικία θα τον είχε ξεπροβοδίσει.

– Κουβαλούσε κανένα χαρτί;

– Ένα χοντρό φάκελο. Κι όλο έλεγε στο τηλέφωνο: «Πρέπει να προλάβω, πριν συνέλθει». Νόμιζα, για την κηδεία.

Η Ελπίδα ένιωσε ένα ρίγος στη σπονδυλική στήλη.

– Πριν ποιος συνέλθει;

Η κυρία Αλεξάνδρα άνοιξε το στόμα και σταυροκοπήθηκε.

– Θεέ μου… Μήπως ζει;

Το ίδιο βράδυ συνέβη κάτι ακόμα πιο παράξενο.

Ο Κεραυνός ξαφνικά άρχισε να σκάβει με το πόδι του μπροστά στην πόρτα του αφεντικού. Δεν ξυσίματα, δεν κλαψούρισμα – σκάψιμο, σαν να θυμόταν κάτι. Η Ελπίδα έφερε μια σπάτουλα από την αποθήκη και ανασήκωσε προσεκτικά την άκρη του παλιού χαλιού. Από κάτω βρισκόταν ένα κλειδί. Και δίπλα, πιεσμένο στο πάτωμα, ένα μικρό τετράδιπλο χαρτί.

Πάνω, με το χέρι του κυρίου Στέφανου, ήταν γραμμένο: «Εφεδρικό κλειδί στην πόρτα. Αν μου συμβεί κάτι – τηλεφωνήστε στον Βιτάλη Παπαδόπουλο».

Από κάτω, ένας αριθμός.

Η Ελπίδα κοίταζε το χαρτί σαν να κρατούσε όχι ένα κομμάτι χαρτί, αλλά μια ζωντανή κλωστή.

Ο Βιτάλης απάντησε ύστερα από λίγο. Η φωνή του ήταν βραχνή, κουρασμένη.

– Ναι, λέγετε.

– Γνωρίζατε τον κύριο Στέφανο;

– Φυσικά. Τριάντα χρόνια μαζί στην οικοδομή δουλέψαμε. Τι έπαθε;

– Δεν ξέρετε αν… πέθανε πραγματικά;

Σιωπή στην άλλη άκρη.

– Ποιος σας είπε αυτή τη βλακεία; – είπε αργά ο άντρας. – Είναι σε κέντρο αποκατάστασης. Μετά το εγκεφαλικό. Βαρύ, αλλά ζωντανός. Πήγα πριν μια βδομάδα.

Η Ελπίδα χρειάστηκε να καθίσει κατευθείαν στο σκαλοπάτι.

Ο Κεραυνός κάθισε δίπλα και δεν την άφηνε από τα μάτια.

– Πού είναι; – ρώτησε μόνο.

Δύο ώρες μετά βρισκόταν μπροστά στην πύλη του περιφερειακού κέντρου αποκατάστασης, μαζί με την Ελένη από το κτηνιατρείο.

Την Ελένη την είχε βρει τυχαία: σκέφτηκε να πάει τον παγωμένο σκύλο στο κοντινότερο κτηνιατρείο για έλεγχο, κι η Ελένη αναγνώρισε αμέσως τον «εγκαταλελειμμένο» της και προσφέρθηκε να βοηθήσει.

– Δεν έκανα λάθος γι’ αυτόν τον τύπο, – είπε θυμωμένα η Ελένη καθώς περπατούσαν στον διάδρομο. – Καλά που ο σκύλος το έσκασε.

Η υπάλληλος του κέντρου στην αρχή δεν ήθελε να πει τίποτα. Αλλά όταν ο Κεραυνός, τρέμοντας από την ένταση, όρμησε ξαφνικά προς τη γυάλινη πόρτα του δωματίου κι άρχισε να κλαψουρίζει σαν άνθρωπος, η νοσοκόμα έκανε μόνη της στην άκρη.

Στο κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο καθόταν ο κύριος Στέφανος.

Ισχνός, με το δεξί χέρι ακίνητο άτσαλα, φορώντας γκρι φόρμα, φαινόταν ταυτόχρονα γερασμένος και μικρός. Αλλά τα μάτια του ήταν ίδια – καθαρά, προσεκτικά. Πρώτα φάνηκε απορία, μετά δυσπιστία κι ύστερα κάτι έσπασε.

– Κεραυνέ… – βγήκε βραχνά.

Άνοιξαν την πόρτα.

Ο Κεραυνός δεν έτρεξε αμέσως. Πρώτα πλησίασε αργά, σαν να φοβόταν μην είναι όνειρο. Έβαλε το ρύγχος του στα γόνατα του αφεντικού. Στάθηκε. Κι ύστερα άρχισε να τρέμει ολόκληρος, σαν από κρύο.

Ο κύριος Στέφανος ακούμπησε το υγιές χέρι του πάνω στο κεφάλι του κι έκλαψε.

Αργότερα, ο γιατρός εξήγησε: το εγκεφαλικό ήταν βαρύ αλλά όχι θανατηφόρο. Η ομιλία επανερχόταν αργά. Τις πρώτες μέρες ο κύριος Στέφανος δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε να γράψει. Ο ανιψιός Γιώργος είχε έρθει, υποσχέθηκε «να τα κανονίσει όλα», πήρε κλειδιά και χαρτιά από το σπίτι. Ύστερα εξαφανίστηκε.

– Νομίζαμε ότι ο συγγενής βοηθάει, – είπε ένοχα ο γιατρός. – Ο ασθενής αγχωνόταν πολύ. Προσπαθούσε να γράψει κάτι για τον σκύλο και το σπίτι. Αλλά μπέρδευε τις λέξεις.

Όταν ο κύριος Στέφανος ηρέμησε λίγο, του έδωσαν έναν πίνακα και μαρκαδόρο. Με τρεμάμενο χέρι έγραψε τρεις λέξεις: «Ο Γιώργος έδιωξε τον Κεραυνό».

Κι ύστερα: «Πουλάει το διαμέρισμα».

Αυτή τη φορά δεν έτρεμαν μόνο τα χέρια της Ελπίδας – η φωνή της.

– Δεν θα το πουλήσει.

Ο Γιώργος ήρθε στο κέντρο δύο μέρες αργότερα, μόλις κατάλαβε ότι το μυστικό είχε αποκαλυφθεί. Μπήκε στο δωμάτιο με το ύφος ανθρώπου που του στέρησαν την υποσχεμένη ανταμοιβή.

– Θείε, γιατί έφερες ξένους εδώ; – άρχισε με ζωηρή φωνή. – Εγώ όλα για σένα τα κάνω.

Ο κύριος Στέφανος τον κοίταζε ήρεμος. Και δίπλα στο κρεβάτι, ξαπλωμένος, ο Κεραυνός. Δεν γρύλλησε. Απλώς παρακολουθούσε.

– Τα κάνεις; – ξέσπασε η Ελπίδα. – Τον θάψατε ζωντανό και δείχνατε το διαμέρισμα σε αγοραστές.

– Δεν είναι δουλειά σας!

– Τώρα είναι.

– Κι εσείς ποια είστε;

Η Ελπίδα ήθελε να απαντήσει κάτι σκληρό, αλλά ο κύριος Στέφανος σήκωσε αργά το χέρι του και έδειξε την πόρτα. Μια μόνο κίνηση. Πολύ αδύναμη, μα τόσο καθαρή, που ο Γιώργος δίστασε για μια στιγμή.

– Θείε, δεν καταλαβαίνεις…

Ο γέρος ξαναέδειξε την πόρτα. Κι ύστερα, με κόπο, σαν να έσπρωχνε κάθε ήχο από μέσα του, είπε:

– Φύ… γε.

Ο Γιώργος χλόμιασε.

Τότε μπήκαν στο δωμάτιο η διευθύντρια του τμήματος κι ένας αστυνομικός, που η Ελένη είχε προλάβει να ειδοποιήσει. Η παράσταση δεν μπορούσε πια να συνεχιστεί.

Ακολούθησαν πολλά δυσάρεστα. Έλεγχος εγγράφων, συνομιλίες, εξηγήσεις, καταθέσεις γειτόνων.

Αποδείχθηκε ότι ο Γιώργος δεν είχε κανένα δικαίωμα να διαθέτει το διαμέρισμα. Απλώς είχε υποθέσει ότι ο θείος δεν θα συνερχόταν γρήγορα, κι έσπευσε να τακτοποιήσει τη ζωή του σε βάρος άλλου. Τα χαρτιά πώλησης δεν είχαν ολοκληρωθεί, αλλά είχε αλλάξει κλειδαριές και είχε βγάλει μερικά πράγματα.

Όταν το έμαθε η κυρία Αλεξάνδρα, φύσηξε:

– Να το συγγενικό αίμα. Καλά που ο σκύλος είχε πιο καθαρή καρδιά από τον άνθρωπο.

Ο κύριος Στέφανος ανάρρωνε αργά.

Η Ελπίδα τον επισκεπτόταν κάθε δεύτερη μέρα. Μόνη, ή με την Ελένη. Αλλά πιο συχνά με τον Κεραυνό. Ο σκύλος ζωντάνευε θαυμάσια δίπλα στον αφέντη του. Στο δρόμο ήταν σιωπηλός, μα μόλις έβλεπε το γνωστό δωμάτιο, η ουρά του χτυπούσε το πάτωμα σαν να ήταν ξανά κουτάβι.

Κι ο κύριος Στέφανος σιγά σιγά ζωντάνευε.

Πρώτα έμαθε να λέει ξανά «Κεραυνέ».

Μετά «σπίτι».

Και μια μέρα, καθώς η Ελπίδα τακτοποιούσε το ποτήρι με νερό στο κομοδίνο του, είπε σιγά:

– Ευ… χαριστώ.

Εκείνη μπερδεύτηκε τόσο που δεν απάντησε αμέσως.

– Δεν κάνει τίποτα.

– Κάνει… – είπε εκείνος πεισματικά.

Σ’ αυτές τις επισκέψεις άλλαζε κι η ίδια η Ελπίδα.

Το σπίτι, όπου παλιά γύριζε σαν άδειο κουτί, ξαφνικά την περίμενε. Γιατί εκεί φύσαγε ο Κεραυνός στην πόρτα. Γιατί το βράδυ τηλεφωνούσε η Ελένη και ρωτούσε: «Πώς πάει ο πεισματάρης μας;» Γιατί στην κουζίνα υπήρχε πλέον κάτι να σιωπά και κάτι να σκέφτεται.

Είχε συνηθίσει να ζει ήσυχα. Να μη ζητάει, να μην ελπίζει, να μη δένεται. Ο άντρας της είχε φύγει δέκα χρόνια πριν. Ο γιος μεγάλωσε, έφυγε, τηλεφωνούσε σπάνια, αν και την αγαπούσε με τον τρόπο του.

Η Ελπίδα δεν παραπονιόταν ποτέ. Απλώς, χωρίς να το καταλάβει, είχε αποφασίσει ότι τα ζεστά πράγματα της ζωής της είχαν ήδη γίνει και δεν θα ξαναγίνουν.

Αποδείχθηκε ότι θα γίνουν.

Την ημέρα της εξόδου του κυρίου Στέφανου, ο ήλιος του Μαρτίου ήταν τόσο διάφανος που ο Κεραυνός έκλεινε τα μάτια κι αναβόσβηνε αστεία. Ο γέρος βγήκε από το κέντρο με μπαστούνι, αδύνατος, αργός, μα ίσιος. Στην πύλη σταμάτησε, ακούμπησε την παλάμη στο κεφάλι του σκύλου κι είπε σχεδόν καθαρά:

– Σπίτι, φίλε.

Η Ελπίδα γύρισε αλλού το βλέμμα. Η Ελένη χρειάστηκε ξαφνικά να τακτοποιήσει την κουκούλα της.

Στο διαμέρισμα του κυρίου Στέφανου μπήκαν τρεις.

Ακριβέστερα, τέσσερις – με την κυρία Αλεξάνδρα που κρατούσε μια πίτα κι ήθελε να είναι παρούσα σε κάθε σημαντικό γεγονός.

Ο Κεραυνός πάτησε πρώτος το κατώφλι, γύρισε όλα τα δωμάτια, κοίταξε στην κουζίνα, έβαλε το ρύγχος του στην παλιά του θέση δίπλα στο καλοριφέρ και μόνο τότε ηρέμησε. Ξάπλωσε κατά μήκος του διαδρόμου κι έβγαλε ένα βαρύ αναστεναγμό. Τέλος. Το σπίτι είχε ξαναβρεθεί.

Στο τραπέζι του σαλονιού υπήρχε μια φωτογραφία μιας νεαρής γυναίκας. Η Ελπίδα δεν την είχε ξαναδεί.

– Γυναίκα; – ρώτησε σιγά.

Ο κύριος Στέφανος έγνεψε.

– Πολύ καιρό… έφυγε. Μετά η κόρη… κι αυτή. Έμεινα εγώ… κι αυτός.

Κοίταξε τον Κεραυνό.

– Και τώρα; – ρώτησε, χωρίς να το περιμένει από τον εαυτό της.

Ο γέρος χαμογέλασε με την άκρη του στόματος.

– Τώρα… όχι μόνο αυτός.

Μετά από κείνο το βράδυ, όλα κύλησαν μόνα τους.

Η Ελπίδα έφερνε φαγητό και φάρμακα. Η Ελένη περνούσε να μετράει την πίεση και μάλωνε τον κύριο Στέφανο για τα αγγουράκια τουρσί. Η κυρία Αλεξάνδρα επιτηρούσε την πολυκατοικία, ώστε κανένας ύποπτος να μην περάσει πέρα από αυτήν.

Κι ο Κεραυνός ξαναμάθαινε να είναι ήρεμος. Δεν περίμενε πια μπροστά στην πόρτα ολόκληρες ώρες, δεν αναπηδούσε σε κάθε κίνηση του ασανσέρ, δεν αφουγκραζόταν τα βράδια.

Σαν να είχε καταλάβει: πια δε θα χάσει κανέναν.

Κι όμως, ένα βράδυ, όταν η Ελπίδα ετοιμάστηκε να φύγει, εκείνος σηκώθηκε στο κατώφλι και της έφραξε τον δρόμο.

– Κεραυνέ, άσε με, – χαμογέλασε.

Ο σκύλος δεν κουνήθηκε.

Ο κύριος Στέφανος καθόταν στην πολυθρόνα και την κοιταζε μ’ ένα βλέμμα που φανέρωνε πως τα είχε αποφασίσει όλα από καιρό, αλλά δεν ήξερε πώς να το πει.

– Μείνε… για τσάι, – είπε επιτέλους. – Κι… γενικά… μείνε.

Η Ελπίδα στην αρχή δεν κατάλαβε.

– Ποιος;

– Εσύ. Πότε πότε. Συχνά. Όπως… θέλεις.

Ειπώθηκε τόσο αδέξια και τόσο ειλικρινά, που της κόπηκε η ανάσα.

Τον Γιώργο δεν τον ξανάδαν στην πολυκατοικία. Έλεγαν πως έφυγε σε άλλη πόλη. Πως τον παράτησε κι η γυναίκα του. Διάφορα.

Τον Απρίλη, ο γιος της Ελπίδας ήρθε για το Σαββατοκύριακο και κοίταζε ώρα πώς γελούσε η μητέρα του στην κουζίνα, πώς ο κύριος Στέφανος γκρίνιαζε για την παραπανίσια αλατισμένη σούπα, πώς ο Κεραυνός, γέρος και σοβαρός, κουβαλούσε στο στόμα του την παντόφλα της.

– Μαμά, – είπε ύστερα απορημένος, – εδώ η ζωή σου βράζει.

Η Ελπίδα μόνο χαμογέλασε.

Ναι, η ζωή. Αυτή που την εκτιμάς πιο πολύ όταν σχεδόν είχες πάψει να την περιμένεις.

Κι εκείνο το βράδυ, ο Κεραυνός πλησίασε τον κύριο Στέφανο, ύστερα την Ελπίδα, κι έπεσε βαριά ανάμεσά τους, ακουμπώντας το ρύγχος στην παντόφλα της και το πόδι του στο πόδι του αφεντικού, σαν να είχε κλείσει μόνος του τον λογαριασμό όσων είχαν περάσει.

Ο κύριος Στέφανος τον χάιδεψε και είπε σιγανά:

– Πιστός… αποδείχθηκε πιο σοφός από όλους μας.

Η Ελπίδα κοίταξε το γκρίζο ρύγχος, τα ήρεμα μάτια, τον άνθρωπο που ο σκύλος είχε κυριολεκτικά περιμένει να βγει από τη συμφορά, και σκέφτηκε: έτσι μοιάζει η αληθινή αφοσίωση.

Αυτό το περιστατικό μου δίδαξε ότι η αξία ενός ανθρώπου φαίνεται όχι σε όσα λέει, αλλά στο αν τον περιμένουν. Υπάρχουν ψυχές που δεν ξέρουν να προδίδουν, κι αυτές είναι πιο άξιες από όλες τις συγγένειες.

Rate article
News 24 Justall
Ο θείος μου πέθανε, ο σκύλος στον δρόμο: ο ανιψιός βιάστηκε να πουλήσει το ξένο διαμέρισμα, χωρίς να ξέρει ότι σε 3 μέρες όλα θα καταρρεύσουνΚαι όταν οι τρεις μέρες πέρασαν, το κτίριο κατέρρευσε, αφήνοντάς τον χωρίς λεφτά και χωρίς διαμέρισμα.