«Μ’ αυτό το φόρεμα μοιάζεις με γριά φοράδα, μα την τιμή μου!» φώναξε δυνατά η πεθερά, ρίχνοντας μια ματιά στους σιωπηλούς καλεσμένους. Η απάντηση της νύφης, όμως, δεν της άρεσε καθόλου.

Η Αργυρώ Μακρή έριξε μια ματιά στην οθόνη του κινητού, για να δει το υπόλοιπο της τραπεζικής της κάρτας. Το ποσό στην εφαρμογή την έκανε να κλείσει τα μάτια και να μετρήσει αργά ως το δέκα.

– Βασιλάκη, φώναξε τον άντρα της, που γυρνόταν μπροστά στον καθρέφτη στο χωλ.

Ο Βασίλης τακτοποιούσε τον γιακά του καινούργιου του πουκάμισου.

– Τι συμβαίνει, Αργυρώ; απάντησε.

– Θα βάλεις το ταξί για το εστιατόριο από την κάρτα σου;

Ο άντρας της σταμάτησε να τραβάει το πουκάμισο και την κοίταξε ένοχα.

– Αργυρώ, γιατί το ξεκινάς πάλι; Μου έχουν μείνει μόνο ψιλά κι έχω να πληρώσω και το πάρκινγκ μέσα στην εβδομάδα. Βάλε το εσύ;

Η Αργυρώ κλείδωσε την οθόνη.

Ο Βασίλης έκλεινε σήμερα τα σαράντα. Σοβαρή ηλικία. Έξι μήνες πριν, είχαν συμφωνήσει να το γιορτάσουν σεμνά στο σπίτι, να κάτσουν μόνο οι τρεις τους, αυτοί και ο γιος τους.

Είχαν στεγαστικό για το δυάρι που πήραν πριν δύο χρόνια, και η δόση έτρωγε σχεδόν όλο τον μισθό του Βασίλη. Η Αργυρώ κουβαλούσε λογαριασμούς, κοινόχρηστα, σούπερ μάρκετ, φροντιστήρια του παιδιού και ρούχα. Το εισόδημά της ως ανώτερου στελέχους το επέτρεπε, αλλά ελεύθερα λεφτά σχεδόν δεν έμεναν.

Ένα μήνα πριν, όμως, είχε μπει στα σχέδιά τους η κυρία Φωτεινή.

Η πεθερά είχε αποφανθεί ότι τα σαράντα του μοναχογιού της είναι γεγονός παγκόσμιας σημασίας. Δεν γίνεται να κάτσουν στην κουζίνα σαν ζητιάνοι. Πρέπει να καλέσουν συγγενείς, να κλείσουν σάλα σε εστιατόριο, να δείξουν σε όλους ότι ο Βασίλης τα έχει καταφέρει στη ζωή. Στις δειλές αντιρρήσεις του γιου της ότι δεν υπάρχουν λεφτά, η κυρία Φωτεινή απαντούσε: «Η Αργυρώ βγάζει καλά λεφτά, δεν θα χρεοκοπήσετε για μία βραδιά».

Κι έτσι η Αργυρώ υποχώρησε. Η ίδια βρήκε ένα ζεστό εστιατόριο με καλή κουζίνα, η ίδια έφτιαξε το μενού, η ίδια έδωσε προκαταβολή.

Στο εστιατόριο οι σερβιτόροι ήδη έτρεχαν. Το τραπέζι για δεκαπέντε άτομα έσπαγε από ορεκτικά. Η Αργυρώ είχε φορέσει επίτηδες ένα φαρδύ μπεζ φόρεμα, για να νιώθει άνετα μετά από όλη μέρα τρέξιμο στη δουλειά και προετοιμασία του γλεντιού.

Οι καλεσμένοι άρχισαν να μαζεύονται από τις έξι. Η Φωτεινή εμφανίστηκε τελευταία, συνοδευόμενη από την αδελφή του Βασίλη, την Ξανθή. Προχώρησε στο τραπέζι σαν να πήγαινε σε δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο.

– Χρόνια πολλά! ανακοίνωσε δυνατά, δίνοντας στον γιο της μια χάρτινη σακούλα.

Ο Βασίλης κοίταξε μέσα κι άστραψε.

– Ω, μαμά, ευχαριστώ! Το ίδιο άρωμα!

Η Αργυρώ έριξε μια ματιά στο μπουκάλι. Η τιμή του ήταν το ένα τρίτο της δόσης του στεγαστικού τους.

– Για τον γιο μου δεν λυπάμαι τίποτα, δήλωσε περήφανα η πεθερά, παραδίδοντας στον σερβιτόρο που πλησίασε το καινούργιο της παλτό με τη γούνα.

Ύστερα κοίταξε τη νύφη της, και το χαμόγελό της έσβησε αμέσως.

– Αργυρώ, γεια σου, είπε στεγνά.

– Καλησπέρα, κυρία Φωτεινή, απάντησε ήρεμα η Αργυρώ.

Η πεθερά έριξε μια ματιά στην αίθουσα.

– Λοιπόν, τι να πω… έκανε και κάθισε στην τιμητική θέση. Εδώ είναι σκοτεινά. Και τα τραπεζομάντιλα είναι φτηνιάρικα. Βασίλη, εγώ σου έλεγα για το εστιατόριο «Η Αυλή» στο Κολωνάκι. Εκεί έχει πολυελαίους!

– Μαμά, το εστιατόριο «Η Αυλή» δεν μας παίρνει, απάντησε χαμηλόφωνα ο Βασίλης.

– Αμ έλα τώρα, μην το παίζεις φτωχός! πετάχτηκε η Ξανθή, φτιάχνοντας τα μαλλιά της. Η Αργυρώ βγάζει λεφτά σαν διευθύντρια εργοστασίου. Θα μπορούσατε μια φορά στη ζωή να κάνετε στον αδερφό μου ένα σωστό γλέντι.

Η Αργυρώ ένιωσε τον εκνευρισμό να ανεβαίνει στο λαιμό, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν ήταν ώρα για καβγάδες μπροστά στους καλεσμένους.

– Ορίστε, κυρία Φωτεινή, δοκιμάστε, έσπρωξε την πιατέλα με τα ψάρια προς την πεθερά της. Η κουζίνα εδώ είναι εξαιρετική.

Η πεθερά μάζεψε με το πιρούνι ένα κομμάτι ψάρι με αηδία.

– Ο σολομός είναι κάπως χλωμός. Τον πήρατε φτηνά από τη λαϊκή;

– Είναι πέστροφα ελαφρά αλατισμένη, του σεφ, εξήγησε ήρεμα η Αργυρώ.

Το γλέντι είχε πάρει μπρος. Οι καλεσμένοι έτρωγαν, έπιναν, έκαναν προπόσεις. Επαινούσαν τον Βασίλη – τι σπουδαίος επαγγελματίας, τι καλός οικογενειάρχης, πόσο τυχερός στάθηκε στη ζωή. Η Φωτεινή δεν έκλεισε το στόμα της όλο το βράδυ. Έλεγε ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια, καυχιόταν για τα φανταστικά του κατορθώματα και ούτε μία φορά δεν ανέφερε την Αργυρώ.

Για εκείνη, η νύφη ήταν το προσωπικό σέρβις – δουλειά της να γεμίζει τα ποτήρια με χυμό και να μην ακούγεται.

Όταν σερβιρίστηκε το κυρίως, η ατμόσφαιρα ήταν εκρηκτική. Η Αργυρώ σηκώθηκε να ζητήσει από τους σερβιτόρους να φέρουν τσάι και, γυρνώντας, άκουσε τη δυνατή φωνή της πεθεράς.

– Καλά ντύθηκες, Αργυρώ.

Τα πιρούνια σταμάτησαν. Οι καλεσμένοι έπεσαν όλοι μαζί στα πιάτα τους, προσποιούμενοι ότι ασχολούνται μανιωδώς με τις σαλάτες.

Η Αργυρώ σταμάτησε στα μισά.

– Ορίστε;

– Με αυτό το φόρεμα μοιάζεις με γριά φοράδα, μα την αλήθεια! είπε δυνατά η Φωτεινή, κοιτάζοντας τους σιωπηλούς καλεσμένους.

Ο Βασίλης έγινε κόκκινος.

– Μαμά, σταμάτα, είπε αδύναμα. Μια χαρά φόρεμα είναι.

– Βασίλη, σου έχει στραβώσει το μάτι, τον έκοψε η μητέρα του, φτιάχνοντας τον γιακά της καινούργιας μεταξωτής μπλούζας της. Εγώ θέλω το καλό σου. Αγάπη μου, είσαι τριάντα οκτώ και ντύθηκες σαν γιαγιά στον μπαξέ. Ούτε μέση, ούτε γραμμή, ούτε στυλ. Σκέτο κακογούστο!

Η Ξανθή χαμογέλασε πονηρά πίσω από τη χαρτοπετσέτα.

Η Αργυρώ προχώρησε αργά στο τραπέζι. Όλο το βράδυ η πεθερά της έκανε γκριμάτσες επιδεικτικά. Πότε τα μεζεδάκια ήταν πολύ λιτά, πότε το μαγαζί φτηνό, πότε η γυναίκα του γιου της δεν ήταν αρκετά όμορφη. Ώρα να σταματήσει.

– Εμένα μου αρέσει, είπε ήρεμα κοιτώντας την ίσια στα μάτια. Είναι άνετο.

– Άνετο λέει! έκανε η Φωτεινή. Η γυναίκα πρέπει να στολίζει τον άντρα της. Να είναι το σήμα κατατεθέν του.

Έστησε τους ώμους.

– Κοίτα εμένα. Συνταξιούχα είμαι, αλλά κρατάω το στιλ μου. Γιατί σέβομαι τον εαυτό μου, όχι σαν εσένα που φοράς ό,τι να ‘ναι.

Οι καλεσμένοι κοιτάχτηκαν αμήχανα. Ο θείος του Βασίλη κόλλησε το βλέμμα στο ποτήρι του, σαν να μετρούσε τις φυσαλίδες στο ανθρακικό.

– Αργυρώ, κάτσε, μην το πηγαίνεις παρακάτω, ψιθύρισε ο Βασίλης τραβώντας το μανίκι της.

Φυσικά, ο Βασίλης πάντα προτιμούσε να μένει στη γωνία όταν οι δύο γυναίκες τα έβαζαν. Το ιδανικό για εκείνον ήταν να σωπάσει η Αργυρώ και να το ανεχτεί.

Αλλά εκείνο το βράδυ δεν σκόπευε να σωπάσει. Είχε βαρεθεί να σηκώνει το στεγαστικό, να πληρώνει τις ορέξεις της πεθεράς της και να ακούει δημόσιες προσβολές με δικά της λεφτά.

– Κυρία Φωτεινή, είπε και ακούμπησε τα χέρια στην άκρη του τραπεζιού. Από πού είναι η μπλούζα που φοράτε;

– Τι σχέση έχει η μπλούζα μου; ξαφνιάστηκε η πεθερά, μπερδεμένη από την απότομη αλλαγή θέματος.

– Πολύ μεγάλη, αποκρίθηκε ατάραχα η Αργυρώ. Ιταλική μπλούζα, φυσικό μετάξι. Και τα δερμάτινα παπούτσια, τα πρόσεξα όταν μπήκατε. Και το καινούργιο παλτό με τη γούνα, στην ντουλάπα. Ωραία πράγματα, έτσι;

– Ωραία, συμφώνησε επιφυλακτικά η Φωτεινή. Ξέρω να διαλέγω ποιοτικά πράγματα.

– Ναι, το ξέρετε. Το ξέρετε όμως και να πληρώνετε;

Κάποιος έβηξε νευρικά. Ο Βασίλης κοκκίνισε κι έκανε να σηκωθεί.

– Αργυρώ, φτάνει, σφύριξε μέσα από τα δόντια του.

– Όχι, δεν φτάνει, Βασίλη, τον σταμάτησε εκείνη με το χέρι της. Αφού μιλήσαμε για την εμφάνιση, ας πούμε και την αλήθεια.

Ύψωσε τη φωνή, για να την ακούσουν όλοι.

– Αυτή την ιταλική μπλούζα, τα παπούτσια και το πανάκριβο παλτό τα αγοράσατε τον περασμένο μήνα, κυρία Φωτεινή. Με τα δύο χιλιάδες ευρώ που σας έβαλα από το τριμηνιαίο μπόνους μου. Γιατί, όπως μου είπατε, «δεν είχατε τι να φορέσετε για να πάτε στον γιατρό, ντρεπόσασταν».

Το έντονο κραγιόν της πεθεράς φάνηκε ξαφνικά εκτός τόπου. Γύρισε το βλέμμα στους καλεσμένους να βρει στήριξη, αλλά οι συγγενείς είχαν ξαφνικά ενδιαφερθεί πολύ για το κρέας.

– Εγώ το ζήτησα από τον γιο μου! αντέδρασε.

– Δεν σας τα έδωσε όμως ο γιος σας, αποκρίθηκε κοφτά η Αργυρώ. Γιατί ο μισθός του φτάνει ακριβώς για το στεγαστικό, τη βενζίνη και τα επαγγελματικά γεύματα.

– Αργυρώ, γιατί μετράς τα ξένα λεφτά; έβαλε μπρος η Ξανθή.

– Τα δικά μου μετράω, Ξανθή. Και αυτό το τραπέζι που κριτικάρετε, είναι πληρωμένο μέχρι το τελευταίο ευρώ από το πορτοφόλι μου.

Άβολη σιωπή απλώθηκε στην αίθουσα.

– Και το ακριβό άρωμα που χαρίσατε σήμερα στον γιο σας, αγοράστηκε με τα λεφτά που σας έδωσα για τα δόντια σας, πρόσθεσε η Αργυρώ κοιτώντας την ίσια στα μάτια.

Η Φωτεινή έγινε πανιά.

– Πώς τολμάς… μουρμούρισε.

– Λοιπόν, ακούστε με. Μπορώ να φοράω ό,τι θέλω, ακόμα κι ένα σακί πατάτες. Γιατί θα το έχω αγοράσει εγώ με τα δικά μου λεφτά.

Έφερε το ποτήρι με τον χυμό κοντά της.

– Όταν λοιπόν μάθετε να ντύνεστε με τη σύνταξή σας, τότε θα συζητήσουμε και τα δικά μου ρούχα. Καλή όρεξη!

Κάθισε ήρεμα.

Η Φωτεινή έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Περίμενε ότι ο γιος της θα την υπερασπιστεί, θα βάλει τις φωνές στην ξεροκέφαλη νύφη του. Αλλά ο Βασίλης καθόταν σκυμμένος και χάραζε με το πιρούνι του την ψητή πατάτα.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Η πεθερά τσαλάκωσε την υφασμάτινη πετσέτα, την πέταξε στο τραπέζι και σηκώθηκε απότομα.

– Δεν ξαναπατάω στο σπίτι σας! κατάφερε να πει.

Και βγήκε γρήγορα. Η Ξανθή, με ένα δολοφονικό βλέμμα στην Αργυρώ, σηκώθηκε και έτρεξε πίσω της.

Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε σε βαριά ατμόσφαιρα. Οι καλεσμένοι τελείωσαν γρήγορα, ήπιαν το τσάι, αποχαιρετίστηκαν αμήχανα κι έφυγαν.

Στο σπίτι γύρισαν σιωπηλοί.

Πέρασε μία εβδομάδα. Η Φωτεινή δεν τηλεφωνούσε, για να δείξει πόσο προσβεβλημένη ήταν. Ο Βασίλης κυκλοφορούσε με ύφος αδικημένου, προσπαθούσε να κατηγορήσει τη γυναίκα του, αλλά δεν έβρισκε επιχειρήματα.

Το Σάββατο το πρωί, η Αργυρώ έφτιαχνε καφέ, όταν χτύπησε το κινητό του άντρα της. Ο Βασίλης κοίταξε την οθόνη και δίστασε.

– Αργυρώ, είπε με γλυκανάλατο ύφος, γράφει η μάνα μου. Της χάλασε το ψυγείο. Ο μάστορας λέει ότι θα βγει ακριβά.

Η Αργυρώ ήπιε μια γουλιά ζεστό καφέ.

– Τι κρίμα, απάντησε ήρεμα.

– Κάτι πρέπει να κάνουμε, έξυσε το κεφάλι του. Θα της βάλεις κανένα τριακόσιο; Σου τα δίνω με τον επόμενο μισθό.

– Όχι, Βασιλάκη μου, δεν θα της βάλω, είπε και άφησε την κούπα στο τραπέζι.

– Ε, θα χαλάσουν τα τρόφιμά της!

– Η μάνα σου μου ξεκαθάρισε ότι είμαι η ενσάρκωση της κακογουστιάς και δεν σέβομαι τον εαυτό μου. Αποφάσισα λοιπόν να ακούσω τη σοφή συμβουλή της.

Πλησίασε την κουζίνα και έσβησε το μάτι.

– Χθες έκλεισα ραντεβού στο κομμωτήριο για κούρεμα και βαφή. Το Σαββατοκύριακο θα πάω στο εμπορικό κέντρο να πάρω καινούργια φορέματα. Πρέπει να κρατήσω το στιλ μου!

Ο Βασίλης έμεινε να ανοιγοκλείνει τα μάτια.

– Και το ψυγείο;

– Το ψυγείο, Βασιλάκη, είναι πια δική σου υπόθεση, χαμογέλασε. Βρες καμιά δουλειά, ζήτα προκαταβολή. Είστε οικογένεια, ίδιο αίμα. Είμαι σίγουρη ότι θα τα βγάλεις πέρα!

Πήρε την κούπα της και πήγε στο δωμάτιο, αφήνοντάς τον με τις σκέψεις του και το χαλασμένο ψυγείο της μάνας του. Όπως έστρωσε, έτσι θα κοιμηθεί.

Εσείς τι θα κάνατε σε αυτή την κατάσταση; Γράψτε μας στα σχόλια και κάντε like!

Rate article
News 24 Justall
«Μ’ αυτό το φόρεμα μοιάζεις με γριά φοράδα, μα την τιμή μου!» φώναξε δυνατά η πεθερά, ρίχνοντας μια ματιά στους σιωπηλούς καλεσμένους. Η απάντηση της νύφης, όμως, δεν της άρεσε καθόλου.