Ακόμα το θυμάμαι σαν να ’ταν χθες. Η Μυρτώ Παπαδοπούλου έφτασε μόνη στο μαιευτήριο της Αθήνας, χωρίς ούτε έναν δικό της άνθρωπο στο πλευρό της κατά τη γέννα. Ο άντρας της την είχε εγκαταλείψει λίγους μήνες πριν, μόλις έμαθε για την εγκυμοσύνη. Όταν το μωρό γεννήθηκε, ο γιατρός την κοίταξε μία μόνο φορά και διέκρινε κάτι που τον έκανε να δακρύσει.
Η γέννα κράτησε πολλές ώρες. Τελικά, το πρώτο κλάμα του νεογέννητου αντήχησε στο δωμάτιο, και όλα ήταν καλά· το παιδί ήταν υγιές.
Ο γιατρός, ο Δημήτρης Λεβέντης, πήρε το βρέφος στα χέρια του για να το παραδώσει στη Μυρτώ, αλλά ξαφνικά κάτι παράξενο συνέβη. Ενώ πήγαινε να της το δώσει, σταμάτησε. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά. Κοίταξε το πρόσωπο του παιδιού, μετά το πρόσωπο της νεαρής μητέρας, και τα μάτια του θόλωσαν από δάκρυα.
— Γιατρέ, είναι όλα καλά; ρώτησε εκείνη ανήσυχα.
Εκείνος έγνεψε, ανήμπορος να μιλήσει για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά, με σπασμένη φωνή, ψιθύρισε κάτι που έκανε τη Μυρτώ να παγώσει.
Η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο.
Ο γιατρός είχε προσέξει ένα μικρό σημάδι στο χέρι του μωρού. Το αναγνώρισε ως πανομοιότυπο με εκείνο του γιου του, που είχε χαθεί από κοντά του χρόνια πριν και με τον οποίο είχε χάσει κάθε επαφή. Η καρδιά του σφίχτηκε.
Η Μυρτώ ακολούθησε το βλέμμα του, προβληματίστηκε και τον ρώτησε τι τρέχει. Ο γιατρός πήρε μια βαθιά ανάσα και, με δάκρυα στα μάτια, της εξήγησε ότι εκείνο το σημάδι ήταν ίδιο με του γιου του· άρα, το μωρό ήταν ο εγγονός του.
Η Μυρτώ ένιωσε τον κόσμο να γυρίζει γύρω της. Ο πόνος της μοναξιάς κατά τη διάρκεια της γέννας εξαφανίστηκε, δίνοντας τη θέση του σε μια βαθιά, συγκλονιστική συγκίνηση. Έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της, ενώ ο γιατρός, λυτρωμένος και συγκινημένος, συνειδητοποίησε ότι εκείνο το μικρό βρέφος μόλις είχε γεφυρώσει ένα χάσμα που κρατούσε χρόνια.







