Αιώνια ΑγάπηΚάτω από τον ελληνικό ήλιο, δύο καρδιές ενώθηκαν για πάντα, ξεπερνώντας τον χρόνο και τη μοίρα.

— Θα φάμε σήμερα; – Ο πατέρας μπήκε στην κουζίνα σαν ανεμοστρόβιλος κι έπεσε σε μια καρέκλα. Τα πόδια της έξυναν άσχημα το πάτωμα. Η μητέρα σιωπούσε, κι η Ελένη μαζεύτηκε στο δωμάτιό της.

— Σε ποιον μιλάω; Κοίτα με! – φώναξε ο πατέρας και χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του.

Η Ελένη ήξερε ότι η μητέρα γύρισε, τα μάτια της έσταζαν φόβο.

— Τι με κοιτάς; Φέρε να φάω! Ο άντρας ήρθε από τη δουλειά. Ξέρω εγώ εσάς τις γυναίκες, μόνο κουτσομπολεύετε και κουνάτε την ουρά, – μουρμούρισε πιο σιγά.

Η μητέρα άρχισε να χτυπάει τα πιάτα, βιαστικά βγάζοντας ένα πιάτο από το στεγνωτήριο πάνω από τον νεροχύτη.

— Πάλι μακαρόνια; Βαρέθηκα, – γάβγισε ο πατέρας. Η Ελένη σύρθηκε στο δωμάτιό της, περιμένοντας τον ήχο του σπασμένου πιάτου. Όχι, πέρασε… Για λίγο από την κουζίνα δεν ακουγόταν τίποτα. Η Ελένη βγήκε και κοίταξε στην κουζίνα. Ο πατέρας καθόταν με την πλάτη προς αυτήν. Η μητέρα της έγνεψε να φύγει. Κι η Ελένη χάθηκε από την πόρτα σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Κλείστηκε στο δωμάτιό της και χώθηκε στο βιβλίο, αλλά μετά από κάθε πρόταση σταματούσε και άκουγε. Φαινόταν ήσυχα. Σήμερα ο πατέρας ήταν σχετικά ήρεμος. Μετά τον άκουσε να περνάει μπροστά από την πόρτα της προς το δωμάτιό τους, μουρμουρίζοντας κάτι, κι εκεί σώπασε.

Το άκουγε σχεδόν κάθε μέρα. Από τους ήχους καταλάβαινε τι γινόταν στην κουζίνα. Ο πατέρας δεν είχε σταθερή δουλειά. Δεν μπορούσε να κρατηθεί πουθενά λόγω των μεθυσιών, ζούσε με μερεμέτια. Όταν η μητέρα δεν ήταν σπίτι, η Ελένη προσπαθούσε να μην μείνει μαζί του, πήγαινε σε φίλες ή καθόταν στα σκαλιά της πολυκατοικίας και περίμενε τη μητέρα.

— Γεια. Τι κάθεσαι στα σκαλιά; Ξέχασες τα κλειδιά; – Ο Νικήτας σταμάτησε μπροστά στην Ελένη. Έμενε στον πέμπτο όροφο.

— Κάτι τέτοιο, – μουρμούρισε εκείνη. Ντρεπόταν που την είχε δει στα σκαλιά.

Ο Νικήτας πέρασε, ανέβηκε δύο σκαλιά και σταμάτησε.

— Θα κρυώσεις, δεν επιτρέπεται να κάθεσαι σε τσιμεντένια σκαλιά. Έλα σπίτι μου.

Η Ελένη δεν απάντησε.

— Έλα, – είπε αυστηρά ο Νικήτας, κι εκείνη υπάκουσε. Ήταν μεγαλύτερος, κι αυτή είχε συνηθίσει να υπακούει.

Ο Νικήτας άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και την άφησε να περάσει πρώτη.

— Μαμά, γύρισα. Και δεν είμαι μόνος! – φώναξε, κλείνοντας την εξώπορτα.

— Με ποιον; – Στο χολ βγήκε η κυρία Μαρία, η μητέρα του.

— Καλησπέρα, – χαιρέτησε σιγανά η Ελένη.

— Γεια σου. Ελένη, έτσι;

— Φαντάσου, ανεβαίνοντας τη σκάλα, την είδα να κάθεται στα σκαλιά, – είπε ο Νικήτας βγάζοντας τα παπούτσια του.

— Ξέχασες τα κλειδιά; – ρώτησε η κυρία Μαρία. – Βγάλτε τα παπούτσια και πλύνετε χέρια, θα ζεστάνω το μεσημεριανό.

Η Ελένη μπήκε στο σαλόνι και κοίταξε γύρω. Το διαμέρισμα ήταν ίδιο με το δικό τους, αλλά πιο ζεστό και όμορφο. Το φαγητό της φάνηκε πεντανόστιμο, αν και έτρωγαν απλή σούπα με κοτόπουλο και μακαρόνια με λουκάνικα.

— Ευχαριστώ, ήταν πολύ ωραίο, – είπε.

— Την επόμενη φορά μην κάθεσαι στα σκαλιά, ανέβα κατευθείαν σε μας, – είπε η κυρία Μαρία. – Συμφωνήσαμε;

Η Ελένη έγνεψε.

— Ευχαριστώ, μαμά. Πάμε στο δωμάτιό μου, – ο Νικήτας σηκώθηκε και της έκανε νόημα. Εκείνη κοίταξε την κυρία Μαρία. Εκείνη έγνεψε συμφωνητικά.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο του Νικήτα, η Ελένη ξαφνιάστηκε που ήταν τακτοποιημένο, χωρίς σκόρπια πράγματα, καθαρό, στους τοίχους αφίσες με γνωστές μπάντες και πολύχρωμες μοτοσικλέτες.

— Σου αρέσουν οι αγώνες; – ρώτησε.

— Όχι ιδιαίτερα, απλά όμορφες αφίσες.

— Εγώ δεν έχω υπολογιστή. Βασικά έχω, αλλά ο πατέρας έσπασε την οθόνη. Δεν υπάρχουν λεφτά για καινούρια.

— Έχω τάμπλετ, θες να σου δανείσω; – πρότεινε αμέσως ο Νικήτας.

— Όχι, θα το δει ο πατέρας και θα το πουλήσει.

— Τότε έλα σε μένα όταν χρειάζεσαι να μελετήσεις.

— Έχεις αποφασίσει πού θα πας μετά το σχολείο; – Η Ελένη άγγιξε μια μακέτα αεροπλάνου. – Εσύ την έφτιαξες;

— Φυσικά. Θέλω να μπω στην Αεροπορική Ακαδημία.

— Θα γίνεις πιλότος;

— Όχι, μηχανικός αεροσκαφών, – χαμογέλασε συγκαταβατικά ο Νικήτας.

Τον θαύμαζαν όλες οι συμμαθήτριές της. Όμορφος. Αύριο στο σχολείο θα λέει στα κορίτσια ότι ήταν σπίτι του, θα ζηλεύουν.

Η ώρα πέρασε γρήγορα με την κουβέντα. Η Ελένη κοίταξε το ρολόι και πετάχτηκε.

— Πρέπει να φύγω, η μαμά μάλλον ήρθε.

Δεν ήθελε καθόλου να φύγει, αλλά ούτε να καταχραστεί τη φιλοξενία. Ο Νικήτας βγήκε να την αποχαιρετήσει στο χολ.

— Έλα, μην κάθεσαι στα σκαλιά, – είπε.

Η Ελένη μπήκε στο σπίτι της και είδε το παλτό της μητέρας στην κρεμάστρα. Από την κουζίνα ακουγόταν χτύπημα πιάτων — η μητέρα ετοίμαζε βραδινό.

— Από πού ήρθες τόσο αργά; – πρόβαλε από την κουζίνα.

— Ήμουν στον πέμπτο όροφο, στο δεκαπέντε.

— Μην τριγυρνάς σε ξένα σπίτια. Τι θα πει ο κόσμος; Θα φας;

— Όχι, με τάισε η κυρία Μαρία. Πάω να κάνω μαθήματα. Είναι εδώ; — Δεν ακούς; Ροχαλίζει σαν ατμομηχανή. Από πού βρήκε λεφτά; Ξαναμέθυσε, – αναστέναξε η μητέρα.

Από τότε η Ελένη πήγαινε συχνά στο σπίτι του Νικήτα. Αν τον συναντούσε στο διάλειμμα, κουνούσε το κεφάλι και κοκκίνιζε. Εκείνος χαιρετούσε και περνούσε.

Μερικές φορές η Ελένη δεν τον πετύχαινε σπίτι· τα βράδια ήταν σε αθλητικό σύλλογο. Τότε η κυρία Μαρία της μιλούσε για τον γιο της, για τον άντρα της που είχε πεθάνει πριν χρόνια.

Ο χειμώνας έγινε άνοιξη, ήρθε το καλοκαίρι. Η Ελένη δεν ανέβαινε πια στον Νικήτα, έπαιζε με φίλες ή καθόταν στο παγκάκι έξω από την πολυκατοικία.

— Γιατί δεν έρχεσαι; – τη ρώτησε μια μέρα ο Νικήτας, συναντώντας την στον δρόμο. Η Ελένη ανασήκωσε τους ώμους.

— Έδωσες ήδη εξετάσεις; Πότε θα φύγεις για σπουδές;

— Δεν θα φύγω. Θα σπουδάσω εδώ, στο Πολυτεχνείο. Δεν θέλω να αφήσω μόνη τη μητέρα μου.

— Τέλεια! – χάρηκε η Ελένη.

Το φθινόπωρο μια μέρα πήγε σπίτι του, σαν να μην μπορούσε να λύσει μια άσκηση. Αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσαν να κουβεντιάσουν όπως πριν. Η Ελένη ντρεπόταν τον Νικήτα, ένιωθε άβολα και αμήχανα. Είχε αλλάξει, είχε μεγαλώσει και είχε γίνει ακόμα πιο όμορφος.

Εκείνο τον χειμώνα πέθανε ο πατέρας, δηλητηριάστηκε από λαθραία βότκα. Η μητέρα δεν έκλαψε ούτε στην κηδεία, κι η Ελένη κάπως τον λυπόταν. Τώρα δεν χρειαζόταν να περιμένει τη μητέρα από τη δουλειά, ούτε να ανεβαίνει στον Νικήτα.

Η μητέρα ακόμα τινάζονταν από τα κουδούνια, και στα μάτια της φούντωνε ο φόβος.

— Μαμά, τι έχεις; Δεν είναι εδώ, – έλεγε η Ελένη.

— Συνήθεια, – απαντούσε η μητέρα.

Η Ελένη ήταν πια στην τρίτη λυκείου. Ένα βράδυ στεκόταν στο παράθυρο και περίμενε τον Νικήτα.

— Τι κάνεις στο σκοτάδι; Τον Νικήτα ψάχνεις; – μπήκε η μητέρα στο δωμάτιο και άναψε το φως.

— Απλά κοιτάζω έξω, – απάντησε θυμωμένα η Ελένη, πιασμένη στα πράσα.

— Είναι μεγάλος, έχει κοπέλα. Όμορφη. Καλύτερα να διάβαζες, – αναστέναξε η μητέρα.

Ο Νικήτας έχει κοπέλα! Η καρδιά της ράγιζε από πόνο και ζήλια. Η Ελένη δεν είχε δει την κοπέλα του, αλλά ήδη τη μισούσε. Μια μέρα έπεσε πάνω τους στην αυλή.

— Ελένη; Γεια, γιατί δεν έρχεσαι; – ρώτησε φιλικά ο Νικήτας. Η κοπέλα του στεκόταν δίπλα και την κοίταζε με παγωμένο βλέμμα. Λόγω του ύψους της, την κοίταζε αφ’ υψηλού, σχεδόν περιφρονητικά, σαν ποντίκι. Ο Νικήτας ήταν ψηλός κι αυτός, αλλά την κοίταζε διαφορετικά.

— Σε ποια τάξη είσαι τώρα;

— Τρίτη λυκείου.

— Πώς περνάει ο καιρός. Βλέπω ομορφαίνεις, μεγάλωσες, δεν σε αναγνωρίζω. Πού σκέφτεσαι να δώσεις;

— Νικήτα, πάμε. – Η κοπέλα τον τράβηξε δυσαρεστημένη από το χέρι.

— Γεια, καλή επιτυχία! – είπε ο Νικήτας, κι έφυγαν αγκαζέ.

Η Ελένη τους κοίταξε με βλέμμα μακρινό. «Κρύα σαν ψάρι, και μάτια σαν παγόβουνα, – σκέφτηκε με θυμό. – Φυσικά, της ταιριάζει το παρατσούκλι Βασίλισσα του Χιονιού, αλλά είναι πολύ τιμή». Κι από μέσα της την έλεγε Ψαρίνα.

Πέρασε ο καιρός, η Ελένη τελείωσε το λύκειο και μπήκε στην Ιατρική Σχολή. Ο Νικήτας πήρε το πτυχίο του και βρήκε δουλειά, σύντομα αγόρασε αυτοκίνητο. Η Ελένη έμαθε να το αναγνωρίζει από τον ήχο της μηχανής, πεταγόταν στο παράθυρο όταν σταματούσε έξω.

Μια μέρα η Ελένη γύριζε από τη σχολή και συνάντησε στην αυλή την κυρία Μαρία. Εκείνη περπατούσε αργά με ένα μπαστούνι, κουτσαίνοντας εμφανώς.

— Γεια σας, κυρία Μαρία, – χαιρέτησε η Ελένη. – Τι έπαθε το πόδι σας;

— Πονάει, δεν αντέχω. Μόλις περπατάω. Ο γιατρός είπε ότι χρειάζεται εγχείρηση, τεχνητή άρθρωση, αλλά φοβάμαι, – παραπονέθηκε.

— Πείτε μου τι να αγοράσω, τρέχω στο μαγαζί, δεν είναι βάρος, – πρότεινε αμέσως η Ελένη.

— Πήγαινε, γιατί ο Νικήτας δεν είναι ποτέ σπίτι…

Έτσι η Ελένη άρχισε πάλι να τρέχει στο σπίτι του, αν και τον έβλεπε σπάνια. Πήγαινε στο σούπερ μάρκετ, βοηθούσε με το καθάρισμα.

Μια μέρα θάρρεψε και ρώτησε για την κοπέλα του Νικήτα.

— Η Βάλια, βέβαια, είναι όμορφη κοπέλα, αλλά πολύ ψωνισμένη. Μονίμως σιωπά, δεν ξέρεις πώς να την πλησιάσεις. Είναι ξένη. Εσύ είσαι δική μας. Τέτοια νύφη δεν θέλω για τον γιο μου, – αναστέναξε η κυρία Μαρία. – Κι εσύ γιατί ρωτάς; Μήπως τον ερωτεύτηκες;

Η Ελένη κατέβασε τα μάτια.

— Μην στενοχωριέσαι. Αν ήσουν μεγαλύτερη, δεν θα ήθελα άλλη νύφη. Θα βρεις κι εσύ την αγάπη σου.

— Δεν θέλω άλλη αγάπη, – είπε σιγανά η Ελένη και έφυγε τρέχοντας.

Μια μέρα πήγε να ρωτήσει την κυρία Μαρία τι να αγοράσει. Την πόρτα άνοιξε η Ψαρίνα.

— Τι θες; – ρώτησε εχθρικά.

— Ήρθα να δω την κυρία Μαρία…

— Δεν είναι εδώ. Ο Νικήτας την πήγε στο νοσοκομείο με το αμάξι.

Φαινόταν ότι η Ψαρίνα σήκωσε ειδικά το πιγούνι για να κοιτάζει την Ελένη αφ’ υψηλού.

— Τι τριγυρνάς εδώ συνέχεια; – τα μάτια της άστραψαν σαν παγόβουνα.

— Δεν τριγυρνάω, βοηθάω την κυρία Μαρία, πάω στο μαγαζί.

— Βοηθός εσύ; Μην ξαναέρθεις. Αν χρειαστεί, θα βοηθήσω εγώ. Σύντομα θα παντρευτούμε με τον Νικήτα και θα μείνουμε εδώ. Φύγε, γιατί μετά από σένα εξαφανίζονται πράγματα, – είπε αγενώς.

— Τι πράγματα; – φούντωσε η Ελένη.

— Ένα δαχτυλίδι. Το άφησα στον νιπτήρα του μπάνιου. Μετά μπήκα και δεν ήταν εκεί. Εσύ το πήρες, ποιος άλλος;

— Εγώ δεν μπαίνω πέρα από το χολ, – φώναξε θυμωμένα η Ελένη.

— Δεν ξέρω, μπορεί να ήρθες χωρίς εμένα. Δώστο το πριν καλέσω την αστυνομία. – Η Ψαρίνα έγειρε μπροστά και έσκυψε το κεφάλι. Τα κακά, παγωμένα μάτια ήταν πολύ κοντά. Η Ελένη τραβήχτηκε πίσω.

— Δεν πήρα το δαχτυλίδι σου!

— Απόδειξέ το. – Η Ψαρίνα έκανε ένα βήμα, τα μάτια-παγόβουνα ακόμα πιο κοντά. Η Ελένη δεν άντεξε, γύρισε, τράβηξε την πόρτα και έπεσε πάνω στον Νικήτα.

— Τι φωνάζετε; Ακούγεται στη σκάλα. – Ο Νικήτας κοίταξε από την Ελένη στην Ψαρίνα. Η Ελένη γύρισε κι αυτή.

Η Ψαρίνα ίσιωσε και χαμογέλασε γλυκά στον Νικήτα.

— Γύρισες ήδη; – ρώτησε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Η Ελένη ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά ο Νικήτας την κράτησε από το χέρι.

— Τι έγινε;

— Αυτή… Με κατηγόρησε ότι πήρα το δαχτυλίδι της. Δεν πήρα τίποτα, δεν μπήκα καν στο μπάνιο.

— Ποιο δαχτυλίδι; – Ο Νικήτας κρατούσε γερά το χέρι της Ελένης και κοίταζε την Ψαρίνα.

— Με ροζ πετραδάκι. Μάλλον το έχασα, δεν ξέρω πού το άφησα. Τη ρώτησα μήπως το είδε, – εξήγησε με γλυκιά φωνή η Ψαρίνα.

— Ψεύδεται! Είπε ότι εγώ το πήρα, ήθελε να καλέσει αστυνομία. – Η Ελένη τράβηξε το χέρι της κι όρμησε κάτω από τη σκάλα. Τα δάκρυα την έπνιγαν.

— Να πάτε κι οι δυο σας! – είπε με απόγνωση, μπαίνοντας στο σπίτι της και κλείνοντας την πόρτα.

— Τι έπαθες; – πρόβαλε η μητέρα στο χολ.

— Μαμά! – Η Ελένη έπεσε πάνω της και τα είπε όλα.

— Θα βρεθεί το δαχτυλίδι, μην κλαις. Ο Νικήτας θα το λύσει, – την παρηγορούσε η μητέρα.

Την άλλη μέρα ήρθε ο ίδιος ο Νικήτας. Η μητέρα δεν ήταν σπίτι.

— Πρέπει να μιλήσουμε, – είπε.

Η Ελένη τον οδήγησε στο δωμάτιό της. Βλέποντας στο ράφι του γραφείου μια φωτογραφία του, ο Νικήτας χαμογέλασε. Η Ελένη την είχε ξεχάσει. Κοκκίνισε και κατέβασε τα μάτια.

— Μου την έκλεψες; Και λες ότι δεν κλέβεις. Η Ελένη μπερδεύτηκε κι έγινε ακόμα πιο κόκκινη.

— Εντάξει, δεν με πειράζει. Ήρθα να ζητήσω συγγνώμη. Βρέθηκε το δαχτυλίδι.

— Πού;

— Τι σημασία έχει; – τώρα ο Νικήτας απέστρεψε το βλέμμα.

— Σημασία έχει. Με κατηγόρησε για κλοπή. Νομίζεις ότι είναι ευχάριστο; – η φωνή της Ελένης έτρεμε από αγανάκτηση.

Ο Νικήτας την πήρε από τους ώμους.

— Ελένη, συγγνώμη. Ούτε για μια στιγμή δεν πίστεψα ότι το πήρες. Ειλικρινά. Η Βάλια δεν της άρεσε που ερχόσουν συχνά, κι αποφάσισε να σε συκοφαντήσει για να μην ξανάρθεις. Το δαχτυλίδι… έπεσε από την τσέπη της όταν της έπεσε το μπουφάν.

— Και θα τη συγχωρέσεις; Κι αν κατηγορήσει τη μητέρα σου για κλοπή; Από αυτήν περιμένεις τα πάντα. Ψαρίνα παγωμένη!

— Σταμάτα! Απλά με ζηλεύει. – Ο Νικήτας την κοίταξε αυστηρά και τράβηξε τα χέρια του από τους ώμους της.

— Νικήτα! Δεν βλέπεις τίποτα;

— Τι δεν βλέπω; – Ο Νικήτας την κοίταξε με λύπη. Ήταν φανερό ότι βαρέθηκε τη συζήτηση.

— Σ’ αγαπάω! – ξέσπασε η Ελένη και τρόμαξε η ίδια από το θάρρος της. – Σ’ αγαπάω από την πέμπτη δημοτικού. Νικήτα, μην την παντρευτείς, σε παρακαλώ. – Τα δάκρυα έτρεμαν στα μάτια της, το πρόσωπο του Νικήτα θόλωνε.

— Ελένη, κλαις; Δεν θα γίνει κανένας γάμος. Χωρίσαμε.

— Αλήθεια; – Η Ελένη άνοιξε τα μάτια, τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της.

— Είσαι ανόητη. – Ο Νικήτας την τράβηξε κοντά του. – Τη μαμά θα τη βγάλουν από το νοσοκομείο σε μια βδομάδα. Να έρχεσαι να τη βοηθάς.

— Φυσικά! Δεν χρειαζόταν ούτε να το ζητήσεις.

Ο Νικήτας έφυγε λυπημένος και σκεφτικός, κι η Ελένη πηδούσε σχεδόν από τη χαρά της. Δεν θα γίνει γάμος!

Η Ελένη κάθε μέρα πήγαινε στην κυρία Μαρία, πήγαινε στο μαγαζί, έπλενε πατώματα, βοηθούσε ακόμα και στο μαγείρεμα. Τον Νικήτα δεν τον έβλεπε, ερχόταν αργά. Όλα τα βράδια τα περνούσε στον πέμπτο όροφο. Η μητέρα της κουνούσε μόνο το κεφάλι.

Μια μέρα η Ελένη έπεσε πάνω στον Νικήτα στη σκάλα. Μύριζε έντονα αλκοόλ.

— Νικήτα, ήπιες; – Η Ελένη τον κοίταξε με τρόμο, θυμίζοντας τον πατέρα της, τον φόβο στα μάτια της μητέρας…

— Και λοιπόν; – είπε, κουνιόντας προς το μέρος της. Η Ελένη οπισθοχώρησε, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω του. – Ελένη, γιατί με κοιτάς έτσι; Μη φοβάσαι, δεν θα γίνω σαν τον πατέρα σου… – είπε ξαφνικά με καθαρή φωνή.

Το Σάββατο ήρθε στο σπίτι της με ένα μπουκέτο λουλούδια και την κάλεσε σινεμά. Πόσο ευτυχισμένη ήταν!

Τώρα ο Νικήτας δεν αργούσε τα βράδια, βιαζόταν να γυρίσει σπίτι, όπου με τη μητέρα του τον περίμενε η Ελένη. Δεν ξαναήπιε. Πήγαιναν συχνά σινεμά, απλά βόλτες, κάθονταν στο δωμάτιό του και φιλιούνταν…

Τελικά, η αγάπη της Ελένης έλιωσε την καρδιά του Νικήτα.

— Να είστε ευτυχισμένοι, παιδιά. Μην την πληγώσεις, Νικήτα, – παρακάλεσε η μητέρα όταν της έκανε πρόταση γάμου.

— Υπόσχομαι, ποτέ δεν θα την πληγώσω… Η Ελένη γαντζώθηκε πάνω του σαν λεπτό δεντράκι σε ψηλή βελανιδιά.

Rate article
News 24 Justall
Αιώνια ΑγάπηΚάτω από τον ελληνικό ήλιο, δύο καρδιές ενώθηκαν για πάντα, ξεπερνώντας τον χρόνο και τη μοίρα.