Η πόρτα του κήπου του Κώστα δεν έκλεινε από το προηγούμενο καλοκαίρι. Το μάνταλο είχε σπάσει όταν το έσπρωξε με τον ώμο του, γιατί τα χέρια του ήταν γεμάτα κουβάδες. Από τότε, το φύλλο κρεμόταν από μία μεντεσέ, κι ο άνεμος το χτυπούσε τα βράδια σαν να ερχόταν και να έφευγε κάποιος χωρίς να τολμά να μπει.
Ο Κώστας το είχε συνηθίσει. Συνήθιζε γρήγορα τα πάντα. Που η γυναίκα του πέθανε πριν τρία χρόνια. Που ο γιος του τηλεφωνεί μία φορά τον μήνα, τις Κυριακές, κι η κουβέντα κρατά τέσσερα λεπτά. Που το μποστάνι γέμισε αγριόχορτα, γιατί η πλάτη δεν τον αφήνει να σκύψει, και να προσλάβει βοήθεια σημαίνει να παραδεχτεί πως δεν τα βγάζει πέρα.
Η γάτα ήρθε τον Σεπτέμβρη. Σταχτιά, με άσπρο σημάδι στο στήθος και σκισμένο αυτί. Κάθισε στην αυλόπορτα και κοιτούσε την πόρτα. Δεν νιαούριζε. Δεν τριβόταν στα πόδια. Απλώς καθόταν, σαν να είχε έρθει για δουλειά και περίμενε να την παραλάβουν.
Ο Κώστας βγήκε, την κοίταξε και είπε:
– Ούτε εγώ έχω να φάω.
Η γάτα δεν έφυγε.
Γύρισε στο σπίτι, έβγαλε από το ψυγείο ένα κομμάτι βραστό μπακαλιάρο, το ‘βαλε σε μια εφημερίδα και το ‘βγαλε στο κατώφλι. Η γάτα έφαγε το ψάρι, γλείφτηκε και ξανάκατσε στο ίδιο σημείο.
– Κάτσε λοιπόν, είπε ο Κώστας.
Ως τον Οκτώβρη, ζούσε μέσα στο σπίτι. Όχι γιατί ο Κώστας τη φώναξε, αλλά γιατί ένα πρωί άνοιξε την πόρτα και βρήκε τη γάτα να κοιμάται στο χαλάκι της εισόδου. Πώς μπήκε – άγνωστο. Η πόρτα ήταν κλειστή. Μετά πρόσεξε ότι το παραθυράκι της κουζίνας δεν κούμπωνε καλά, και κατάλαβε.
Δεν το ‘φτιαξε το παραθυράκι.
Ο γειτόνισσας ο Μιχάλης περνούσε από το σπίτι του Κώστα κάθε μέρα. Ήταν εννιά χρονών, πήγαινε στην Τρίτη δημοτικού και γύριζε από το σχολείο μέσα από το σοκάκι, γιατί ήταν πιο σύντομο. Η μισάνοιχτη πόρτα του κήπου βρισκόταν ακριβώς στη διαδρομή του. Ο Μιχάλης κοίταζε πάντα μέσα στην αυλή – όχι από περιέργεια, αλλά γιατί πίσω από την αποθήκη του Κώστα φύτρωνε μια γριά μηλιά, και το φθινόπωρο κάτω της ήταν πεσμένα μήλα, κίτρινα, μικρά, ξινά, αλλά ο Μιχάλης τα μάζευε και τα ‘τρωγε.
Τώρα μήλα δεν υπήρχαν. Αλλά η συνήθεια να κοιτάει είχε μείνει.
Εκείνη την Πέμπτη, ο Μιχάλης γύριζε από το σχολείο κι είδε τον Κώστα να στέκεται στο κατώφλι με ένα λινό σακί στα χέρια. Το σακί κουνιόταν.
Ο Μιχάλης σταμάτησε στην πόρτα. Το σακί στα χέρια του Κώστα τρανταζόταν, και κάτι μέσα ξυνόταν, βουβά, σαν νύχια πάνω σε σανίδα.
Ο Κώστας δεν είδε το αγόρι. Κατέβηκε την αυλή, πήγε στο αυτοκίνητο – ένα παλιό τζιπ, που στεκόταν δίπλα στον τοίχο, σκεπασμένο με λάσπη. Άνοιξε την πίσω πόρτα, έβαλε το σακί στο κάθισμα και γύρισε στο σπίτι.
Ο Μιχάλης στεκόταν ακίνητος. Η καρδιά του χτυπούσε σαν να ‘χε τρέξει, ενώ ήταν ακίνητος. Είχε δει στο σπίτι του Κώστα τη γάτα. Τη σταχτιά, με το άσπρο σημάδι. Μερικές φορές καθόταν στο περβάζι και κοιτούσε τον δρόμο. Ο Μιχάλης μια φορά της είχε κουνήσει το χέρι, κι εκείνη είχε γείρει το κεφάλι, σαν να μην κατάλαβε.
Το σακί. Η γάτα στο σακί. Ο Μιχάλης ήξερε τι σήμαινε αυτό. Η γιαγιά του έλεγε ότι παλιά στο χωριό έπνιγαν τα γατιά στο ποτάμι. Όχι από κακία, αλλά γιατί δεν είχαν να τα ταΐσουν. Η γιαγιά το έλεγε ήρεμα, σαν για τον καιρό, κι ο Μιχάλης τότε δεν μπορούσε να κοιμηθεί ως τα μεσάνυχτα, γιατί φανταζόταν ένα σακί που βυθιζόταν στο μαύρο νερό.
Ο Κώστας ξαναβγήκε. Τώρα κρατούσε ένα χάρτινο κουτί. Το ‘βαλε στο πίσω κάθισμα δίπλα στο σακί, κάθισε στο τιμόνι και έβαλε μπρος. Το τζιπ βήχησε, φτερνίστηκε και βγήκε από την αυλή μέσα από την ανοιχτή πόρτα.
Ο Μιχάλης κόλλησε στον τοίχο για να μην τον χτυπήσει. Ο Κώστας πέρασε δίπλα του χωρίς να γυρίσει το κεφάλι.
Το αγόρι έτρεξε σπίτι.
Η μητέρα του, η Ελένη, στεκόταν στην κουζίνα κι έκοβε κρεμμύδια. Τα μάτια της κόκκινα, αλλά όχι από κλάμα – από κρεμμύδι. Ο Μιχάλης μπήκε στην είσοδο χωρίς να βγάλει τα παπούτσια, κι από το κατώφλι φώναξε:
– Μαμά! Ο Κώστας έβαλε τη γάτα σε σακί και την πήρε!
Η Ελένη άφησε το μαχαίρι.
– Ποια γάτα;
– Τη σταχτιά, μ’ άσπρο σημάδι! Ζούσε σ’ αυτόν! Την έβαλε στο σακί και στο αυτοκίνητο!
– Μιχάλη, βγάλε τα παπούτσια. Γέμισες το πάτωμα…
– Μαμά! Πάει να την πνίξει! Ή να την πετάξει στο δάσος!
Η Ελένη σκούπισε τα χέρια στην πετσέτα. Κοίταξε τον γιο της. Στεκόταν με το μπουφάν ξεκούμπωτο, την τσάντα στον έναν ώμο, και το κάτω χείλος του τρεμόπαιζε. Δεν έκλαιγε, αλλά ήταν στα όρια.
– Μιχάλη, κάτσε. Δεν ξέρουμε πού την πήγε. Μπορεί στον κτηνίατρο.
– Στον κτηνίατρο δεν πάνε με σακί! Με μεταφορική!
Κι εκεί η Ελένη δεν βρήκε τι να απαντήσει. Γιατί ο γιος της είχε δίκιο. Στον κτηνίατρο δεν πάνε με σακί.
– Εντάξει, είπε. Θα μιλήσω με τον Κώστα όταν γυρίσει.
– Κι αν είναι αργά;
– Μιχάλη.
– Κι αν είναι αργά, μαμά;
Η Ελένη έβγαλε την ποδιά.
– Ετοιμάσου. Πάμε.
Δεν ήξερε γιατί το έκανε. Ο Κώστας ήταν γείτονας είκοσι χρόνια. Ήσυχος, λιγόλογος άντρας, που παλιά δούλευε μηχανικός σε εργοστάσιο, κι από τότε που βγήκε στη σύνταξη, έφτιαχνε ψιλοπράγματα στους γείτονες για συμβολικά ευρώ. Δεν έπινε. Δεν έκανε φασαρίες. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του έγινε ακόμα πιο ήσυχος, σαν να είχε χαμηλώσει η ένταση. Η Ελένη του πήγαινε κουτιά με γλυκό του κουταλιού την Πρωτοχρονιά, κι εκείνος κάθε φορά έλεγε το ίδιο: «Δεν χρειαζόταν, Ελένη, δεν έπρεπε». Τα ‘παιρνε. Και την επόμενη φορά ξανάλεγε «δεν έπρεπε».
Δεν έμοιαζε να είναι άνθρωπος που πνίγει γάτες.
Αλλά το σακί κουνιόταν. Ο Μιχάλης το είχε δει.
Η Ελένη έβγαλε το αυτοκίνητο από το γκαράζ. Ο Μιχάλης κάθισε δίπλα, φόρεσε ζώνη και κοίταξε από το παράθυρο, σαν η γάτα να μπορούσε να είναι κάπου στον δρόμο. Δεν ήξεραν πού να πάνε – δεν ήξεραν προς τα πού είχε στρίψει ο Κώστας. Προς το ποτάμι; Προς το δάσος; Προς τον αυτοκινητόδρομο;
– Στο ποτάμι, είπε ο Μιχάλης με σιγουριά.
– Γιατί στο ποτάμι;
– Γιατί η γιαγιά έλεγε πάντα στο ποτάμι.
Η Ελένη έστριψε προς το ποτάμι. Όχι γιατί πίστευε στις ιστορίες της γιαγιάς. Αλλά γιατί δεν είχε άλλο σχέδιο, κι ο Μιχάλης την κοιτούσε με το βλέμμα που έχουν τα παιδιά όταν περιμένουν από τον μεγάλο να τα φτιάξει όλα.
Ο δρόμος προς το ποτάμι περνούσε από ένα χωράφι, μετά από ένα λιοστάσι, μετά απότομα κατηφόριζε προς μια γέφυρα. Η γέφυρα ήταν παλιά, ξύλινη, περνούσαν μόνο το καλοκαίρι. Τώρα τον χειμώνα, όλοι πήγαιναν από τα Καλύβια, μια παράκαμψη οκτώ χιλιομέτρων, αλλά με άσφαλτο.
Το τζιπ του Κώστα δεν υπήρχε στη γέφυρα.
– Δεν είναι εδώ, είπε η Ελένη.
Ο Μιχάλης δεν απάντησε. Κοιτούσε το ποτάμι. Δεν είχε παγώσει, γιατί ο Φλεβάρης ήταν ζεστός, και το νερό κυλούσε θολό, γκριζοκαφέ, με σκοτεινές κηλίδες στις όχθες.
– Πάμε πίσω, είπε η Ελένη μαλακά.
– Από τα Καλύβια, παρακάλεσε ο Μιχάλης.
Πήγαν από τα Καλύβια.
Το τζιπ το είδαν στην επιστροφή. Στεκόταν στην άκρη του δρόμου, στην έξοδο των Καλυβίων, μπροστά από ένα μακρύ μονώροφο κτίριο με ταμπέλα «Κτηνιατρική Κλινική». Η ταμπέλα ήταν παλιά, τα γράμματα ξεθωριασμένα. Δίπλα στην πόρτα κρεμόταν μια ανακοίνωση σε χαρτί Α4, αλλά από μακριά δεν φαινόταν.
Η Ελένη σταμάτησε.
– Μιχάλη, περίμενε στο αυτοκίνητο.
– Όχι.
– Έλα, θα πάμε μαζί.
Δεν μάλωσε.
Μέσα μύριζε χλωρίνη και κάτι γλυκό, σαν φαρμακείο. Πίσω από τον πάγκο καθόταν μια γυναίκα με μπλε μπλούζα κι έγραφε σε ένα τετράδιο. Στον διάδρομο, στις καρέκλες, κανένας. Από μια κλειστή πόρτα με ταμπέλα «Εξέταση» ακουγόταν μια φωνή. Η Ελένη την αναγνώρισε αμέσως.
Ο Κώστας.
Πλησίασε στην πόρτα και σταμάτησε. Ο Μιχάλης στεκόταν δίπλα, σφιγμένος στο χέρι της.
Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.
Ο Κώστας καθόταν σε ένα σκαμπό μπροστά από ένα μεταλλικό τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι, σε μια καθαρή λαδόκολλα, ήταν ξαπλωμένη η γάτα. Η σταχτιά, με το άσπρο σημάδι στο στήθος. Ζωντανή. Ο κτηνίατρος, ένας νέος άντρας με γυαλιά, ψηλαφούσε την κοιλιά της. Η γάτα ήταν ήσυχη, μόνο η ουρά της τρεμόπαιζε.
– Πότε το προσέξατε; ρώτησε ο κτηνίατρος.
– Πριν τρεις μέρες. Σταμάτησε να τρώει. Μετά άρχισε να κρύβεται. Χώθηκε κάτω από μια σκάφη και δεν έβγαινε. Με κόπο την τράβηξα.
– Με τι την φέρατε;
– Σ’ ένα σακί. Δεν έχω μεταφορική. Θα αγόραζα, αλλά στο δικό μας μαγαζί δεν έχει, και να πάω στην πόλη… Τρύπησα το σακί, για να αναπνέει. Κι έβαλα από μέσα μια κουβέρτα.
Ο κτηνίατρος έγνεψε. Πάτησε την κοιλιά της γάτας και κράτησε το χέρι.
– Κύριε Κώστα, η γάτα σας δεν είναι άρρωστη. Η γάτα σας είναι έγκυο. Σε μία εβδομάδα, ίσως δέκα μέρες.
Ο Κώστας έβγαλε το καπέλο. Έτριψε το μέτωπο. Το ξαναφόρεσε.
– Έγκυο;
– Τρία ή τέσσερα γατιά, κατά πάσα πιθανότητα. Δεν είναι γριά, είναι υγιής, ο τοκετός θα πάει καλά.
– Νόμιζα πως πεθαίνει, είπε ο Κώστας σιγά. Δεν έτρωγε. Κρυβόταν. Νιαούριζε τη νύχτα, σιγανά, σαν να παραπονιόταν. Νόμιζα πως τέλος.
Ο κτηνίατρος χαμογέλασε.
– Δεν είναι τέλος. Το ανάποδο. Αρχή.
Ο Κώστας κοίταξε τη γάτα. Εκείνη γύρισε το κεφάλι και μισόκλεισε τα μάτια, σαν να του έλεγε: «Ε, τώρα κατάλαβες;»
Άπλωσε το χέρι και τη χάιδεψε ανάμεσα στα αυτιά. Μία φορά. Δεύτερη. Η γάτα έγειρε τα αυτιά κι άρχισε να γουργουρίζει, κι ο ήχος πήγε στο μεταλλικό τραπέζι σαν δόνηση.
Ο Μιχάλης πίσω από την πόρτα σταμάτησε να αναπνέει. Τα είχε ακούσει όλα. Η Ελένη του έβαλε το χέρι στον ώμο κι ένιωσε το αγόρι να χαλαρώνει, σαν να είχε βγει από μέσα του η ράβδος που το κρατούσε όρθιο την τελευταία ώρα.
Έσπρωξε την πόρτα.
Ο Κώστας γύρισε. Είδε την Ελένη. Είδε τον Μιχάλη. Απόρησε.
– Ελένη; Εσύ εδώ;
Η Ελένη άνοιξε το στόμα και το έκλεισε. Γιατί το να πει «νομίζαμε πως πήγες να πνίξεις τη γάτα» ήταν ντροπιαστικό, χαζό κι αδύνατο. Αλλά ο Μιχάλης την πρόλαβε.
– Κύριε Κώστα, είδα που βάλατε τη γάτα στο σακί. Νόμιζα πως… την…
Δεν τελείωσε. Ο Κώστας κοίταζε το αγόρι, και στο πρόσωπό του γινόταν κάτι αργό και περίπλοκο, σαν να έφτιαχνε από ξεχωριστές λέξεις μια ολόκληρη εικόνα.
– Νόμισες πως ήθελα να την πνίξω;
Ο Μιχάλης έγνεψε.
Ο Κώστας έμεινε σιωπηλός. Μετά σηκώθηκε, πήγε κοντά στο αγόρι και κάθισε στα γόνατα. Τα γόνατά του έτριξαν, κι ο Κώστας ζάρωσε, αλλά δεν σηκώθηκε.
– Μιχάλη. Δεν θα το έκανα. Ακούς; Ποτέ.
– Το ξέρω. Τώρα το ξέρω.
– Το σακί, γιατί δεν έχω μεταφορική. Δεν της αρέσει να την κρατάω. Δραπετεύει. Μέσα στο σακί είναι σκοτάδι κι ηρεμία. Έβαλα ένα παλιό πουλόβερ, για να μαλακώνει.
– Είδα το σακί να κουνιέται. Και φοβήθηκα.
Ο Κώστας έβαλε το χέρι στον ώμο του αγοριού. Η παλάμη του ήταν μεγάλη, βαριά, με κίτρινους κάλους.
– Καλά που φοβήθηκες, είπε ο Κώστας σοβαρά. Καλά που έτρεξες. Αν ήταν αλήθεια, θα πρόλαβες.
Η γάτα στο τραπέζι σταμάτησε να γουργουρίζει και τους κοίταζε, σαν να καταλάβαινε όσα έλεγαν. Ο κτηνίατρος έγραφε σιωπηλός κάτι στο χαρτί.
Η Ελένη γύρισε προς το παράθυρο. Απέξω είχε αρχίσει να χιονίζει, ψιλό, ξερό χιόνι, και το φανάρι στην είσοδο της κλινικής έμοιαζε με θαμπό ήλιο μέσα σε άσπρο σύννεφο.
Το χάρτινο κουτί που είχε βάλει ο Κώστας στο αυτοκίνητο μετά το σακί ήταν στο πάτωμα δίπλα στο τραπέζι. Ανοιχτό. Μέσα είχε μια παλιά πετσέτα, ένα μπολ με νερό σκεπασμένο με σακούλα για να μη χυθεί, κι ένα πακέτο γατοτροφή. Από εκείνη που πουλιόταν μόνο στο μαγαζί της θείας Μαρίας στο χωριό, κι ήταν ακριβή. Ο Κώστας την είχε αγοράσει από πριν.
Γύρισαν σπίτι μέσα στο σκοτάδι. Ο Μιχάλης καθόταν στο πίσω κάθισμα και σιωπούσε. Δεν κοιμόταν, απλώς σιωπούσε, σαν μεγάλος που τελείωσαν οι λέξεις του αλλά οι σκέψεις ακόμα όχι.
– Μαμά, είπε καθώς πλησίαζαν στο σπίτι, μπορώ να πάω στον κύριο Κώστα, όταν γεννηθούν τα γατιά;
– Μπορείς, αν δεν έχει αντίρρηση.
– Δεν θα έχει.
Η Ελένη δεν ρώτησε από πού τόση σιγουριά. Γιατί είχε δει πώς κοίταξε ο Κώστας το αγόρι στο ιατρείο, κι εκείνο το βλέμμα είχε κάτι που δεν είχε δει καιρό στον γείτονα. Δεν ήταν ευγνωμοσύνη. Κάτι πιο απλό, πιο σημαντικό. Σαν να τον είχαν δει για πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια όχι πάνω από τον φράχτη, αλλά από κοντά.
Τα γατιά γεννήθηκαν εννιά μέρες μετά. Τέσσερα. Τρία σταχτιά κι ένα άσπρο, με σκούρο σημάδι στη ράχη, σαν μελάνι.
Ο Μιχάλης ήρθε το ίδιο βράδυ. Ο Κώστας άνοιξε την πόρτα και τον άφησε να μπει χωρίς λόγια. Το αγόρι κάθισε στο πάτωμα δίπλα στο κουτί, όπου η γάτα ήταν ξαπλωμένη με τα μικρά της, κι έμεινε εκεί μισή ώρα, ακίνητος.
– Αυτό μοιάζει με σένα, είπε ο Κώστας δείχνοντας το άσπρο. Το ίδιο ζωηρό.
– Κοιμάται.
– Περίμενε.
Την πόρτα του κήπου την έφτιαξε ο Κώστας. Ο Μιχάλης βοήθησε, κρατώντας τον μεντεσέ, όσο ο Κώστας σφίγγει τις βίδες. Καινούριο μάνταλο το αγόρασε η Ελένη. Το ‘φερε σε μια σακούλα μαζί με ένα βάζο γλυκό. Ο Κώστας είπε: «Δεν χρειαζόταν, Ελένη, δεν έπρεπε». Αλλά το μάνταλο το ‘βαλε την ίδια μέρα.
Τώρα η πόρτα έκλεινε σφιχτά, κι ο άνεμος δεν τη χτυπούσε πια τα βράδια. Αλλά ο Μιχάλης περνούσε από εκείνη κάθε μέρα μετά το σχολείο. Την άνοιγε, έμπαινε, την έκλεινε πίσω του. Το μάνταλο κουμπούσε ίσια και κοφτά, σαν τελεία στο τέλος μιας πρότασης.
Το άσπρο γατί ο Μιχάλης το πήρε όταν μεγάλωσε. Το ονόμασε Λευτέρη. Ο Κώστας άκουσε το όνομα, μουρμούρισε κάτι και δεν είπε τίποτα. Μόνο χάιδεψε τη γάτα, που καθόταν στο περβάζι κι έβλεπε το αγόρι να κουβαλάει τον γιο της μέσα από την αυλή.
Η γάτα τον ακολούθησε με το βλέμμα ως την πόρτα. Μετά γύρισε και κουλουριάστηκε στο περβάζι.







