Η Ελένη κάθεται στην κουζίνα, κρατώντας με τα χέρια της μια κρύα κούπα. Μπροστά της βρίσκεται ένα σημειωματάριο γεμάτο ημερομηνίες. Κοιτάζει αυτά τα νούμερα για είκοσι λεπτά και δεν μπορεί να κουνηθεί.
Γιατί πάρα πολλά συμπίπτουν.
Κάθε τηλεφώνημά του, κάθε μήνυμα, κάθε ξαφνικό «ας μιλήσουμε» ταιριάζει στο ίδιο μοτίβο. Η Ελένη δεν το βλέπει αμέσως. Χρειάζονται διαζύγιο, σχεδόν δύο χρόνια και μια νύχτα χωρίς ύπνο με ένα κομπιουτεράκι.
Στην αρχή δεν σκέφτεται καν να μετρήσει.
Έζησαν μαζί εννέα χρόνια. Η Ελένη και ο Κώστας γνωρίζονται στα γενέθλια μιας κοινής φίλης, όταν και οι δύο είναι είκοσι έξι. Εκείνος δουλεύει ως στέλεχος σε μια κατασκευαστική εταιρεία, εκείνη κρατά τη λογιστική σε μια μικρή επιχείρηση. Μια συνηθισμένη ιστορία. Συνηθισμένοι άνθρωποι.
Ο γάμος γίνεται έναν χρόνο μετά. Χωρίς υπερβολές, σε ένα μικρό εστιατόριο για είκοσι άτομα. Η Ελένη ράβει μόνη της το φόρεμά της, γιατί στα μαγαζιά δεν της αρέσει τίποτα. Ο Κώστας γελάει και λέει πως είναι τελειομανής.
Κι ύστερα αρχίζουν τα δύσκολα.
Η κόρη τους, η Βαρβάρα, γεννιέται τον δεύτερο χρόνο του γάμου. Η Ελένη παίρνει άδεια μητρότητας, ο Κώστας παίρνει προαγωγή. Υπάρχουν χρήματα, αλλά ο χρόνος για την οικογένεια λιγοστεύει. Οι καθυστερήσεις στη δουλειά γίνονται νυχτερινές απουσίες. Οι εταιρικές εκδηλώσεις κρατάνε μέχρι το πρωί.
Η Ελένη ανέχεται. Νομίζει ότι έτσι γίνεται παντού. Η μητέρα της λέει πάντα: «Ο άντρας δουλεύει, άρα συντηρεί την οικογένεια. Τι άλλο θες;»
Αλλά στον πέμπτο χρόνο, η Ελένη αρχίζει να παρατηρεί πράγματα που πριν προσπερνούσε. Ένα νέο άρωμα. Ένας κωδικός στο κινητό που δεν υπήρχε πριν. Κι αυτή η συνήθεια να βγαίνει στο μπαλκόνι όταν χτυπάει το τηλέφωνο.
Δεν κάνει σκηνές. Απλώς μια μέρα ρωτάει ευθέως.
Ο Κώστας κρατά μια παύση πέντε δευτερόλεπτα. Μετά λέει: «Ελένη, τα φαντάζεσαι».
Κι εκείνη τον πιστεύει. Για άλλα τέσσερα χρόνια.
Το διαζύγιο γίνεται όταν η Βαρβάρα είναι επτάμισι. Όχι εξαιτίας της απιστίας, όχι άμεσα τουλάχιστον. Η Ελένη βρίσκει τη συνομιλία τυχαία, όταν ο Κώστας αφήνει το τάμπλετ στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί υπάρχουν λίγα πράγματα: κάποια αστεία, καρδούλες, μια φωτογραφία μιας γυναίκας με κόκκινο φόρεμα μπροστά στη θάλασσα.
Αλλά φτάνει.
Δεν φωνάζει. Δεν κλαίει μπροστά του. Απλώς λέει: «Θέλω διαζύγιο». Κι ο Κώστας, προς έκπληξή της, δεν διαφωνεί.
Αργότερα η Ελένη καταλαβαίνει: διαφωνεί όχι από σεβασμό στην απόφασή της, αλλά γιατί εκείνη τη στιγμή έχει πού να πάει.
Μαζεύει τα πράγματά του ένα Σαββατοκύριακο και νοικιάζει ένα διαμέρισμα στο διπλανό τετράγωνο.
Οι πρώτοι μήνες είναι οι πιο δύσκολοι. Η Βαρβάρα ρωτάει γιατί ο μπαμπάς δεν μένει σπίτι. Η Ελένη ψάχνει λέξεις που δεν θα πληγώσουν την κόρη της ούτε θα κάνουν τον Κώστα ήρωα που απλώς «κουράστηκε». Είναι σαν να περπατάει σε ναρκοπέδιο στο σκοτάδι.
Μετά γίνεται πιο εύκολο. Σιγά σιγά, απαρατήρητα, σαν κάποιος να βγάζει κάθε μέρα μια πέτρα από τους ώμους της. Η Ελένη βρίσκει νέα δουλειά, αρχίζει να πηγαίνει κολυμβητήριο κάθε Τρίτη, αποκτά τη συνήθεια να πίνει καφέ στο περβάζι το πρωί.
Η ζωή χωρίς τον Κώστα είναι ήρεμη. Κι αυτό την τρομάζει.
Γιατί κάπου μέσα της περιμένει ότι χωρίς εκείνον όλα θα γκρεμιστούν. Ότι δεν θα τα καταφέρει μόνη. Ότι η Βαρβάρα θα υποφέρει. Αλλά η κόρη της προσαρμόζεται πιο γρήγορα από τη μητέρα. Βρίσκει φίλες στην αυλή, γράφεται σε ζωγραφική, σταματά να ρωτάει για τον μπαμπά κάθε βράδυ.
Το πρώτο τηλεφώνημα από τον Κώστα γίνεται τέσσερις μήνες μετά το διαζύγιο. Η φωνή του είναι χαμηλή, λίγο ένοχη, σαν να έχει δοκιμάσει τον τόνο από πριν.
«Ελένη, σκέφτομαι. Μήπως βιαστήκαμε;»
Εκείνη μπερδεύεται. Δεν το περιμένει. Λέει κάτι σαν «όχι τώρα» και κλείνει. Όλο το βράδυ γυρνάει στο σπίτι χωρίς να βρίσκει ησυχία.
Αλλά δεν καλεί πίσω.
Μια εβδομάδα μετά, γράφει ένα μακρύ μήνυμα για το πόσο του λείπουν η Βαρβάρα, το σπίτι, οι μηλόπιτές της. Η Ελένη το διαβάζει δύο φορές. Την τρίτη, δεν το κάνει.
Κι ύστερα εξαφανίζεται. Δύο μήνες. Ούτε τηλεφώνημα, ούτε μήνυμα. Σιωπή.
Και ξαφνικά, τέλος Νοεμβρίου, πάλι: «Γεια. Πώς είναι η Βαρβάρα; Μπορώ να περάσω;»
Μετά η Ελένη βλέπει σε ένα μήνυμα της Ειρήνης ένα στιγμιότυπο οθόνης: ο Κώστας εκείνη την περίοδο μόλις είχε τσακωθεί με εκείνη την κοκκινομάλλα από το πάρκο. Δεν χώρισαν οριστικά, αλλά για μια εβδομάδα οι φωτογραφίες της εξαφανίζονται.
Η Ελένη δέχεται. Έρχεται με ένα τεράστιο αρκουδάκι, ένα κουτί σοκολάτες και εκείνο το πρόσωπο που η Ελένη αποκαλεί «ο ρόλος του καλού μπαμπά». Κάθεται μια ώρα, παίζει με τη Βαρβάρα, στην πόρτα αργεί.
«Μου λείπεις, Ελένη. Αληθινά».
Εκείνη κλείνει την πόρτα και ακουμπά την πλάτη της πάνω της. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά. Αλλά κάτι την εμποδίζει να χαρεί αυτά τα λόγια.
Η δεύτερη απόπειρα γίνεται τον Φεβρουάριο. Τηλεφωνεί αργά, γύρω στις έντεκα. Η φωνή του είναι διαφορετική, τεταμένη.
«Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε. Σοβαρά».
Συναντιούνται σε ένα καφέ κοντά στο μετρό. Ο Κώστας παραγγέλνει δύο αμερικάνο και μιλάει για το λάθος του. Ότι εκείνη η γυναίκα δεν σήμαινε τίποτα. Ότι κατάλαβε πως η οικογένεια είναι το παν.
Η Ελένη ακούει. Κουνάει το κεφάλι. Σκέφτεται μήπως να δοκιμάσει ξανά.
Αλλά τρεις μέρες μετά, η φίλη της η Ειρήνη της στέλνει ένα στιγμιότυπο. Ο Κώστας ανανέωσε τη σελίδα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κατάσταση: «Σε σχέση». Φωτογραφία με μια ξανθιά στο παγοδρόμιο.
Η συνομιλία του Φεβρουαρίου χάνει το νόημά της. Η Ελένη διαγράφει τον αριθμό του από τα αγαπημένα.
Τον Μάιο εμφανίζεται ξανά. Λουλούδια, απολογίες, υποσχέσεις, το ίδιο πακέτο, μόνο η ανθοδέσμη αλλάζει.
Τέταρτος, τον Σεπτέμβριο. Ηχητικό μήνυμα έξι λεπτών: «Έχω αλλάξει, αλήθεια».
Πέμπτος, την Πρωτοχρονιά. Μια κάρτα για τη Βαρβάρα και ένα σημείωμα για την Ελένη: «Είσαι το καλύτερο που είχα στη ζωή μου».
Τότε εκείνη βάζει ακόμα το σημείωμα στο συρτάρι με τα χαρτιά. Όχι επειδή το πιστεύει απόλυτα. Αλλά επειδή ένα κομμάτι της θέλει μια απόδειξη ότι ήταν σημαντική γι’ αυτόν.
Και κάθε φορά ανάμεσα στις εμφανίσεις του υπάρχει ένα κενό δύο με τριών μηνών.
Η Ελένη δεν δίνει σημασία. Ή μάλλον, δεν θέλει να δώσει. Μέχρι που ένα βράδυ ανοίγει το σημειωματάριο.
Γίνεται την επόμενη άνοιξη, τον Μάρτιο. Η Βαρβάρα κοιμάται νωρίς, στο σπίτι βασιλεύει ησυχία. Η Ελένη ξεφυλλίζει παλιά μηνύματα και ξαφνικά αρχίζει να γράφει ημερομηνίες. Από περιέργεια.
Πρώτο τηλεφώνημα: 12 Οκτωβρίου.
Δεύτερη απόπειρα: τέλη Νοεμβρίου.
Τρίτη: 13 Φεβρουαρίου. Όχι, όχι του Αγίου Βαλεντίνου. Μία μέρα πριν.
Τέταρτη: 8 Μαΐου.
Πέμπτη: 22 Σεπτεμβρίου.
Έκτη: 28 Δεκεμβρίου.
Κοιτάζει τις ημερομηνίες και προσπαθεί να βρει ένα μοτίβο. Γιορτές; Σχεδόν όχι. Γενέθλια; Ούτε.
Και τότε θυμάται μια λεπτομέρεια.
Τον Οκτώβριο, η Ειρήνη της λέει ότι είδε τον Κώστα μόνο του σε ένα μπαρ. Σκυθρωπό. Τον Φεβρουάριο παραπονιέται για «μια δύσκολη περίοδο». Τον Μάιο γράφει ότι «κουράστηκε από όλα». Τον Σεπτέμβριο ζητά συμβουλή, «πώς να συνεχίσει».
Η Ελένη ανοίγει τη σελίδα του. Ξεφυλλίζει τις δημοσιεύσεις. Αρχίζει να αντιστοιχεί.
Οκτώβριος. Φωτογραφία με την κοκκινομάλλα στο πάρκο. Τελευταία δημοσίευση με εκείνη: αρχές Οκτωβρίου. Τηλεφώνημα στην Ελένη: 12 Οκτωβρίου.
Φεβρουάριος. Η ξανθιά στο παγοδρόμιο. Τελευταία κοινή φωτογραφία: 10 Φεβρουαρίου. Συνάντηση με Ελένη: 13 Φεβρουαρίου.
Μάιος. Καμία φωτογραφία με γυναίκες. Αλλά ένας φίλος του ανεβάζει ιστορία με λεζάντα «Ο Κώστας ξανά ελεύθερος». Ημερομηνία: 5 Μαΐου. Λουλούδια από τον Κώστα: 8 Μαΐου.
Σεπτέμβριος. Νέα κοπέλα, μελαχρινή. Φωτογραφίες μαζί από τα μέσα του καλοκαιριού. Τελευταία: 18 Σεπτεμβρίου. Ηχητικό μήνυμα από Κώστα: 22 Σεπτεμβρίου.
Δεκέμβριος. Κανένα στιγμιότυπο με κάποια από τον Νοέμβριο. Κάρτα για Βαρβάρα: 28 Δεκεμβρίου.
Η Ελένη ακουμπά το στυλό στο τραπέζι.
Έξι φορές. Έξι επιστροφές μετά από χωρισμούς, τσακωμούς ή αποτυχίες άλλων. Έξι τηλεφωνήματα σε εκείνη. Η διαφορά μεταξύ των γεγονότων: από δύο έως λίγες μέρες.
Δεν την επέλεγε. Τη θυμόταν όταν οι άλλοι σταματούσαν να τον διαλέγουν.
Κάθεται στην κουζίνα μέχρι τις δύο το πρωί. Το τσάι έχει κρυώσει. Έξω βουίζουν αυτοκίνητα και κάπου μακριά γαβγίζει ένα σκυλί.
Το πιο προσβλητικό δεν είναι ότι ο Κώστας έλεγε ψέματα. Σε αυτό έχει συνηθίσει. Προσβλητικό είναι ότι εκείνη κάθε φορά πίστευε. Κάθε φορά σκεφτόταν: «Μήπως αυτή τη φορά είναι αλήθεια;»
Γιατί ήξερε τι λέξεις να πει. Ήξερε ότι το «μου λείπει η μυρωδιά των μηλόπιτών σου» θα πετύχαινε διάνα. Ότι ένα ηχητικό μήνυμα έξι λεπτών όπου σχεδόν κλαίει θα την έκανε να μαλακώσει. Ότι η Βαρβάρα είναι το ατού που δουλεύει σχεδόν πάντα.
Και το χρησιμοποιούσε. Ίσως όχι με σχέδιο, αλλά η συνήθεια είναι μερικές φορές πιο σκληρή από την κακία. Σαν έναν άνθρωπο που ξέρει ότι στο ψυγείο υπάρχει πάντα φαγητό. Όχι επειδή το εκτιμά, αλλά επειδή το έχει συνηθίσει.
Η Ελένη θυμάται κάτι που είπε κάποτε η μητέρα της: «Ο άντρας γυρίζει εκεί που τον περιμένουν». Τότε το άκουγε σαν σοφία. Τώρα ακούγεται σαν καταδίκη.
Γιατί μερικές φορές το να περιμένεις σημαίνει να γίνεσαι εφεδρικό αεροδρόμιο. Ένα μέρος να προσγειωθείς όταν δεν έχεις πού αλλού να πας.
Το πρωί τηλεφωνεί στην Ειρήνη.
«Ειρήνη, κατάλαβα κάτι. Για τον Κώστα».
Η Ειρήνη ακούει σιωπηλά. Μετά λέει: «Ελένη, το είχα δει από πέρυσι. Αλλά δεν θα με πίστευες».
Και η Ελένη δεν διαφωνεί. Γιατί η Ειρήνη έχει δίκιο. Πέρυσι δεν θα την πίστευε. Πέρυσι ήλπιζε ακόμα.
Και τώρα, κοιτάζοντας το σημειωματάριο με τις ημερομηνίες, νιώθει μια παράξενη γαλήνη. Όχι θυμό, όχι πίκρα. Γαλήνη. Σαν κάποιος να άναψε επιτέλους το φως στο δωμάτιο όπου καθόταν τόση ώρα και φοβόταν να κοιτάξει στις γωνίες.
Βλέπει τα πάντα καθαρά. Χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς ελπίδα, χωρίς αυτή την ενοχλητική αίσθηση του «μήπως».
Ο Κώστας τηλεφωνεί τον Απρίλιο. Σχεδόν σαν ρολόι.
«Ελένη, γεια. Σκέφτομαι…»
Δεν τον αφήνει να τελειώσει.
«Κώστα, μέτρησα τις ημερομηνίες. Όλων των τηλεφωνημάτων σου σε μένα. Και τις συνέκρινα με τους χωρισμούς σου. Ξέρεις τι βγήκε;»
Σιωπή στην άλλη άκρη. Ένα δευτερόλεπτο. Δύο. Πέντε.
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι μου τηλεφωνείς κάθε φορά δύο με τρεις μέρες αφού σε αφήνει η επόμενη. Πέντε στις πέντε φορές, Κώστα. Δεν είναι σύμπτωση».
Αρχίζει να λέει κάτι για «δεν το κατάλαβες σωστά» και «αλήθεια μου λείπεις». Η Ελένη ακούει τη φωνή του και σκέφτεται πως άλλοτε αυτές οι νότες δούλευαν αλάνθαστα. Αυτό το ελαφρύ τρέμουλο, η παύση πριν από το «αλήθεια», ο σιγανός αναστεναγμός.
Χαμογελάει.
«Κώστα, μην μου ξανατηλεφωνήσεις. Με τη Βαρβάρα να επικοινωνείς, αυτό είναι δικό σας. Αλλά σε μένα μην καλείς».
«Για θέματα της Βαρβάρας, γράψε μήνυμα. Σύντομα και ουσιαστικά».
Και κλείνει.
Το τηλέφωνο πέφτει στο τραπέζι. Η Ελένη το κοιτάζει σαν να το βλέπει πρώτη φορά. Ένα μικρό μαύρο ορθογώνιο που τρία χρόνια την κρατούσε δεμένη.
Η Βαρβάρα βγαίνει από το δωμάτιό της, νυσταγμένη, με μια πιτζάμα με δεινόσαυρους.
«Μαμά, με ποιον μιλούσες;»
«Με τον μπαμπά. Αλλά τελειώσαμε».
Σηκώνει την κόρη της αγκαλιά, και η Βαρβάρα την αγκαλιάζει από τον λαιμό. Μυρίζει παιδικό σαμπουάν και κάτι ζεστό, οικείο.
Έξω αρχίζει ο Απρίλης. Τα δέντρα πρασινίζουν. Η Ελένη στέκεται στη μέση της κουζίνας με την κόρη της αγκαλιά και σκέφτεται: παράξενο. Όλο αυτό τον καιρό περίμενε να γυρίσει ο Κώστας. Και τελικά χρειαζόταν απλώς να μετρήσει.
Το σημειωματάριο με τις ημερομηνίες δεν το πετάει. Το βάζει στο πάνω συρτάρι της ντουλάπας, κάτω από μια στοίβα πετσέτες. Όχι ως ανάμνηση πόνου. Ως απόδειξη ότι τα νούμερα είναι μερικές φορές πιο ειλικρινή από τις λέξεις.
Κι όταν έναν μήνα αργότερα η συνάδελφος Χριστίνα τη ρωτάει αν θέλει να γνωρίσει «έναν υπέροχο άντρα, χωρισμένο, δύο παιδιά», η Ελένη γελάει.
«Χριστίνα, δώσε μου τουλάχιστον έξι μήνες. Μόλις έμαθα να μετράω όχι τις υποσχέσεις των άλλων, αλλά τις δικές μου απώλειες».
Περπατά προς το σπίτι μέσα στο πάρκο, περνώντας από την παιδική χαρά όπου η Βαρβάρα κουνιέται στην κούνια. Ο ήλιος δύει πίσω από τις στέγες των πολυκατοικιών, και οι σκιές των δέντρων απλώνονται στην άσφαλτο σε μακριές λωρίδες.
Η Ελένη βγάζει το κινητό. Ανοίγει τις επαφές. Βρίσκει «Κώστας» και πατάει «αποκλεισμός» για προσωπικές κλήσεις. Μετά ανοίγει το messenger και αφήνει μόνο τη συνομιλία για τη Βαρβάρα.
Το δάχτυλό της δεν τρέμει.
Είναι το καλύτερο πράγμα που έκανε από τότε που χώρισαν.







