Ο Γιώργος άπλωσε το χέρι του για να χαϊδέψει το άγριο ζώο, αλλά η γάτα τινάχτηκε στο πλάι και σύρθηκε παράξενα μακριά του, όσο πιο μακριά γινόταν από το απλωμένο χέρι…
— Κοίτα τον! – παραλίγο να φωνάξει η διευθύντρια του σχολείου. — Φώναξαν τους γονείς του, κι αυτός ούτε που ντρέπεται!
Ο Δημητράκης κοίταξε κατευθείαν στα μάτια την εξοργισμένη διευθύντρια. Στο πρόσωπο του δεκάχρονου αγοριού δεν υπήρχε ούτε ίχνος μεταμέλειας για την κακούργα πράξη του. Με βαριεστημένο ύφος, σιωπηλά, άκουγε τις κραυγές της κυρίας Αθηνάς.
— Να κάψεις το μητρώο της τάξης! – η φωνή της διευθύντριας ανέβηκε σε τσιρίδα.
— Περίμενε έξω από την πόρτα! – πρόσταξε αυστηρά ο πατέρας του.
Το αγόρι βγήκε από το γραφείο της διευθύντριας, χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Δεν τον ένοιαζε αν θα τον τιμωρούσαν ξανά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, είχε δώσει λόγο…
Όσο για τους γονείς του, σύντομα θα τον ξεχνούσαν πάλι, φεύγοντας για την επόμενη αποστολή τους.
Το ίδιο βράδυ σε μια οικογενειακή σύσκεψη αποφασίστηκε να στείλουν τον Δημητράκη στο χωριό, στον παππού, για όλο το καλοκαίρι. Ίσως εκείνος να μπορούσε να βάλει σε τάξη τον νεαρό επαναστάτη…
*****
— Αυτό είναι το πρόγραμμά σου, – ο κύριος Γιώργος Παππάς, πρώην στρατιωτικός, έδειξε στον εγγονό του ένα χαρτί γεμάτο γράμματα με τακτικό γραφικό χαρακτήρα. — Στο χωριό δεν παίζεις, όλοι θέλουν να φάνε και να πιουν.
— Δηλαδή είμαι σκλάβος; – ξέφυγε από τον Δημητράκη μόλις διάβασε τη μακριά λίστα υποχρεώσεων.
Ο παππούς Γιώργος χαμογέλασε, εκτιμώντας το πολεμικό βλέμμα του εγγονού του. Χθες ο γιος του είχε φέρει τον Δημητράκη, παραπονούμενος συνέχεια για το πόσο δύσκολος είχε γίνει. Οι συνεχείς καβγάδες στο σχολείο, τα παράπονα των δασκάλων και της διευθύντριας – όλα αυτά έπαιρναν χρόνο από τις επιστημονικές έρευνες. Οι γονείς του Δημητράκη είχαν φύγει για αποστολή, αφήνοντας με ανακούφιση τον επαναστάτη γιο τους στον παππού.
Αργά κύλησαν οι μέρες, γεμάτες ασυνήθιστες δουλειές…
Ο Δημητράκης σηκωνόταν με τα κοκόρια, βοηθούσε τον παππού να ταΐσει την πιτσιλωτή Καφετιά, τα τέσσερα γουρουνάκια και τον γκρίζο Αρχιππό. Να φέρει νερό, να στοιβάσει τα ξύλα, να ξεχορταριάσει τα παρτέρια…
Οι δουλειές δεν τελείωναν ποτέ, αλλά ο Δημητράκης είχε δώσει λόγο ότι δεν θα παραπονιόταν.
— Με προσέχει; – ρώτησε κάποτε ο Δημητράκης, κοιτάζοντας καχύποπτα το αγαπημένο σκυλί του παππού, τον μεγάλο Ερμή, που τον ακολουθούσε σαν σκιά όταν έβγαινε από την αυλή.
— Νιώθει ότι δεν είσαι ντόπιος, φοβάται μην χαθείς, – απάντησε ο παππούς με μια ελαφριά ειρωνεία.
Το ψάρεμα άρεσε πολύ στον Δημητράκη. Το αγόρι έμαθε γρήγορα να χειρίζεται το καλάμι, και ύστερα από δύο εβδομάδες ο παππούς Γιώργος τον άφηνε μόνο του στο ποτάμι.
Το καλύτερο τσίμπημα ήταν νωρίς το πρωί, όταν ακόμα είχε δροσιά. Στον Δημητράκη άρεσε να κάθεται με το καλάμι στην όχθη και να βλέπει τον ήλιο να ανατέλλει, φωτίζοντας τα πάντα γύρω. Τέτοιο πράγμα δεν θα το έβλεπες στην πόλη!
Ένα πρωί, καθισμένος με τα καλάμια στην όχθη ενός γραφικού ποταμού, ο Δημητράκη παρατήρησε μια κίνηση στα ψηλά χόρτα.
Κάπου κοντά ένας βάτραχος κρώζει δυνατά, αμέσως γάβγισε ένα σκυλί. Συνηθισμένοι ήχοι, αλλά…
Τα χόρτα ξανακινήθηκαν και το αγόρι αποφάσισε να ελέγξει…
Περπατώντας προσεκτικά ανάμεσα στα ψηλά χόρτα, ο Δημητράκης κοίταζε στο λυκόφως του πρωινού, αλλά δεν είδε τίποτα. Νομίζοντας ότι είχε φαντασία, ήθελε να γυρίσει στα καλάμια, αλλά εκείνη τη στιγμή άκουσε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο, αξιολύπητο βογγητό.
Σκύβοντας, άνοιξε τα ψηλά χόρτα με τα χέρια του, και πάνω του φύσηξε μια γάτα, απειλητικά ζαρωμένα τα αυτιά της. Τα μάτια του ζώου προειδοποιούσαν να κρατήσει απόσταση, και στο φύσημα ακουγόταν σαφής απειλή.
— Ωχ… – ξέφυγε από τον Δημητράκη από την έκπληξη. — Τι φυσάς;
Άπλωσε το χέρι του για να χαϊδέψει το άγριο ζώο, αλλά η γάτα τινάχτηκε στο πλάι και σύρθηκε παράξενα μακριά του, όσο πιο μακριά γινόταν από το απλωμένο χέρι.
Εκείνη τη στιγμή ξημέρωσε, και ο Δημητράκης είδε κηλίδες αίματος στο ανοιχτόχρωμο τρίχωμα του ζώου. Μπροστά στα μάτια του ήρθε μια εικόνα από το πρόσφατο παρελθόν – τέσσερις έφηβοι βασάνιζαν μια ριγέ γάτα με παγωμένο δεξί αυτί…
Ο Δημητράκης ανατρίχιασε, διώχνοντας την οδυνηρή ανάμνηση. Η γάτα ήταν τραυματισμένη, χρειαζόταν βοήθεια!
Με γυμνά χέρια δεν μπορούσε να την πιάσει, ήταν θυμωμένη και προφανώς πονούσε. Κοιτώντας γύρω, δεν βρήκε τίποτα κατάλληλο. Φορούσε ένα ελαφρύ αδιάβροχο μπουφάν που τον προστάτευε από την πρωινή δροσιά.
Βγάζοντας το μπουφάν του, το αγόρι πλησίασε τη γάτα που φύσαγε:
— Ψι-ψι-ψι! Θέλω μόνο να σε βοηθήσω… Ψι-ψι-ψι!
Με τις τελευταίες της δυνάμεις, η γάτα όρμησε στο πλάι, αλλά ο Δημητράκης ήταν πιο γρήγορος. Σκεπάζοντας τη γάτα με το μπουφάν, την τύλιξε προσεκτικά και την έσφιξε στο στήθος του. Έπειτα έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το σπίτι, ξεχνώντας τα καλάμια…
— Παππού, η γάτα θα γίνει καλά; – ρώτησε ο εγγονός για εκατοστή φορά, κοιτάζοντας ανήσυχα την πόρτα του καλοκαιρινού μαγειρείου.
— Μην ανησυχείς, η κυρία Αγγελική είναι κτηνίατρος και ξέρει από πληγές, – ο παππούς Γιώργος χάιδεψε το κεφάλι του εγγονού του. — Πήγαινε να φέρεις τα καλάμια, κι όταν γυρίσεις, θα έχουμε νέα…
Ο Δημητράκης έγνεψε και έτρεξε γρήγορα στο ποτάμι για τα καλάμια. Βιαζόταν τόσο που μετά βίας μπορούσε να πάρει ανάσα όταν γύρισε σπίτι.
Εκείνη τη στιγμή, στο κατώφλι του καλοκαιρινού μαγειρείου φάνηκε η αδύνατη φιγούρα της κυρίας Αγγελικής. Η ηλικιωμένη γυναίκα είπε κάτι στον παππού Γιώργο, που τον έκανε να χαμογελάσει χαρούμενα.
— Πώς είναι; – ξέφυγε από τον Δημητράκη.
— Όλα θα είναι καλά, – απάντησε η κυρία Αγγελική. — Φαίνεται ότι τη δάγκωσε σκύλος… Επεξεργάστηκα τις πληγές, τώρα φρόντισέ τη.
— Θα κάνω τα πάντα! – αναφώνησε ο Δημητράκης, και στα μάτια του φάνηκαν δάκρυα χαράς και ανακούφισης…
Εκείνο το βράδυ το αγόρι δεν απομακρύνθηκε από την κοιμισμένη γάτα, έχοντας φτιάξει ένα αυτοσχέδιο κρεβάτι από ένα κουτί και μια παλιά κουβέρτα. Τοποθετώντας δίπλα μπολ με φαγητό και νερό, απλά καθόταν και την κοιτούσε να κοιμάται.
— Θα κοιμηθείς εδώ; – ρώτησε ο παππούς Γιώργος.
— Μπορώ; – ρώτησε με ελπίδα ο Δημητράκης.
— Καλύτερα να την πάρουμε μέσα, – πρότεινε ο παππούς.
Μετέφεραν τη γάτα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν ο Δημητράκης και έβαλαν το κουτί δίπλα στο κρεβάτι του.
Από κοντά, το χρώμα της γάτας ήταν ανοιχτό μπεζ με σχεδόν αόρατες ρίγες.
Ο Δημητράκης κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, συνεχίζοντας να παρατηρεί πώς κοιμόταν η προστατευόμενή του.
— Κοιτάζω εσένα, εγγονέ, και απορώ, – είπε σκεφτικά ο παππούς Γιώργος, καθίζοντας σε μια καρέκλα στη γωνία του δωματίου. — Δεν είσαι τεμπέλης, έξυπνος, υπεύθυνος, και η καλοσύνη δεν σου λείπει. Τότε γιατί κάνεις επανάσταση στο καράβι;
Ο Δημητράκης κοίταξε τον παππού, σήκοντας τους ώμους αντί για απάντηση.
— Το τελευταίο σου κατόρθωμα με το μητρώο της τάξης… – ρώτησε ο παππούς. — Δεν το έκαψες έτσι απλά, έτσι;
— Έδωσα λόγο, και αφού τον έδωσα, πρέπει να τον κρατήσω, – μουρμούρισε ο Δημητράκης.
Απλώνοντας το χέρι του, χάιδεψε προσεκτικά το κεφάλι της κοιμισμένης γάτας.
— Σε ποιον έδωσες λόγο; – οι υποψίες του παππού Γιώργου επιβεβαιώθηκαν, γιατί δεν πίστευε στην ενοχή του εγγονού του.
— Στο υπόγειο του σπιτιού δίπλα στο σχολείο, ζει μια αδέσποτη γάτα που τάιζα και μιλούσα, ακριβώς όπως εσύ με τον Ερμή, – είπε ο Δημητράκης, σκουπίζοντας τη μύτη του. — Ονειρευόμουν να την πάρω σπίτι, αλλά οι γονείς μου δεν ήθελαν ούτε να το ακούσουν… Έδωσα λόγο στον Ναύτη ότι θα τον προστατεύω πάντα.
— Και τι έγινε με αυτή τη γάτα; – ρώτησε χαμηλόφωνα ο παππούς, κρατώντας την αναπνοή του.
— Αγόρια από μεγαλύτερες τάξεις την βασάνιζαν, – η φωνή του Δημητράκη έτρεμε. — Τους ζήτησα να σταματήσουν, συμφώνησαν, με την προϋπόθεση ότι θα κάψω το μητρώο…
— Καθάρματα! – ξέφυγε από τον ηλικιωμένο άντρα. — Πού είναι τώρα αυτή η γάτα;
— Την πήρε κάποια γυναίκα, όπως μου είπε ο επιστάτης, – ο Δημητράκης χάιδεψε πάλι τη γάτα. — Μακάρι να μάθαινα πώς είναι ο Ναύτης…
— Μπράβο σου! – ο παππούς χάιδεψε το κεφάλι του εγγονού του. — Κράτησες τον λόγο σου, αυτό είναι σωστό, αλλά γιατί δεν είπες τίποτα στους γονείς σου;
— Δεν ρώτησαν, – απάντησε απλά ο Δημητράκης.
Πέρασαν οι μέρες… Οι πληγές στο σώμα της Ζεφύρας, όπως ονόμασε τη γάτα ο Δημητράκης, επουλώθηκαν. Η γατούλα σταμάτησε να φυσάει και να κοιτάζει καχύποπτα τους ανθρώπους.
Η Ζεφύρα δεχόταν τη φροντίδα του ανθρώπου που της είχε σώσει τη ζωή. Σύντομα η γάτα, που είχε γίνει πιο όμορφη και είχε πάρει κιλά, μετακόμισε στο κρεβάτι του Δημητράκη για ύπνο.
Το όνειρο του αγοριού είχε πραγματοποιηθεί, αλλά συχνά έβλεπε στα όνειρά του τον ριγέ Ναύτη με το παγωμένο αυτί. Η γάτα τριβόταν τρυφερά στα πόδια του και γουργούριζε δυνατά όταν ο Δημητράκης την έπαιρνε αγκαλιά.
— Πού είσαι; – ρωτούσε ο Δημητράκης στον ύπνο του τον ριγέ γάτο, αλλά δεν έπαιρνε απάντηση.
Πέρασε ο Ιούλης, κι έπειτα ο Αύγουστος…
Ο Δημητράκης περίμενε να έρθουν να τον πάρουν οι γονείς του, αλλά αντί γι’ αυτό ο παππούς του ανακοίνωσε ότι έπρεπε να πάει στην πόλη για δουλειές. Αφού τακτοποίησε τα πρωινά, ο παππούς Γιώργος άφησε το σπίτι στον εγγονό του και πήγε στον σταθμό του τρένου.
Γύρισε το βράδυ, κουρασμένος αλλά ευχαριστημένος. Επαίνεσε τον εγγονό του για την τάξη και, χαμογελώντας μυστηριωδώς, τον κάλεσε μέσα, όπου είχε φέρει νωρίτερα ένα μεγάλο κουτί.
— Έλα εδώ, εγγονέ, – ο παππούς Γιώργος έδειξε τον καναπέ. — Κοίτα ποιος ήρθε μαζί μου από την πόλη.
Ο Δημητράκης μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε τον καναπέ. Το αγόρι ανοιγόκλεισε τα μάτια του αρκετές φορές, φοβούμενο ότι βλέπει όνειρο.
— Ναύτη! – αναφώνησε το αγόρι, παίρνοντας προσεκτικά στην αγκαλιά του τον ριγέ γάτο με το παγωμένο αυτί. — Παππού, είσαι ο καλύτερος!
Η γάτα φαινόταν υγιής και καλοταϊσμένη. Αργότερα, ο παππούς Γιώργος είπε στον εγγονό του πόσο τον είχε εντυπωσιάσει η πράξη του και αποφάσισε να ψάξει τον ριγέ γάτο, ζητώντας βοήθεια από το σχολείο του Δημητράκη.
Αποδείχθηκε ότι ο επιστάτης είχε επικοινωνήσει με ένα καταφύγιο ζώων για να πάρουν την αδέσποτη γάτα, φοβούμενος για τη ζωή της.
Στις αρχές του Σεπτέμβρη ήρθαν οι γονείς του Δημητράκη με την είδηση ότι έπρεπε να φύγουν για μια μακρά αποστολή, και το αγόρι θα έπρεπε να μείνει για λίγο καιρό στον παππού.
Οι γονείς μετά βίας αναγνώρισαν στο χαρούμενο και ζωηρό παιδί τον πρώην επαναστάτη.
— Μπαμπά, έκανες θαύμα! – αναφώνησε ο πατέρας του Δημητράκη.
— Μάθετε να ακούτε το παιδί σας, – είπε διδακτικά ο παππούς Γιώργος.
Όσον αφορά τον Δημητράκη, χάρηκε που έμενε με τον παππού και δεν θα χρειαζόταν να αποχωριστεί τον Ναύτη και τη Ζεφύρα.
Ο επαναστάτης είχε γίνει ο πιο φροντιστικός και υπεύθυνος κηδεμόνας για τα κατοικίδιά του.







