Το πρώτο προδοτικό κεφάλαιο του Παύλου: ένα μάθημα που του έμεινε αξέχαστο
Από παιδί, ο Παύλος αισθανόταν αβεβαιότητα εξαιτίας του μικρού του ανάμεσου. Στο νηπιαγωγείο του Μονοκαταστήματος στο Πειραιά, ήταν ο πιο μικρός· ακόμη και τα κορίτσια φαίνονταν ψηλότερα από αυτόν. Δεν είχε φίλους, έπαιζε μόνος, και όταν τα άλλα παιδιά του άρπαζαν τα παιχνίδια, έμεινε σιωπηλός, αντέχοντας σιωπά, χωρίς να φέρνει παράπονα στους γονείς του.
Στο γυμνάσιο στην Αθήνα, η κατάσταση δεν άλλαξε. Τον έλεγαν «το μπουκάλικο», τον κοροϊδεύαν, και εκείνος σφίγγει τα γροθιά του ακόμα πιο σφιχτά. Όταν οι πειράξεις έγιναν ανυπόφορες, ζήτησε από τους γονείς του να τον εγγράψουν σε αθλητική ομάδα.
Μετά από λίγα χρόνια, δεν ήταν πια αναγνωρίσιμος. Απογυμνώθηκε, ενδυναώθηκε· το σώμα του γέμιζε μύες και σφιχτότητα. Στην όγδοη τάξη, τα κορίτσια άρχισαν να του δείχνουν ενδιαφέρον, όμως ο Παύλος θυμόταν όλες τις παιδικές πληγές και δεν ήθελε να αφήσει κανέναν κοντά του.
Ο πρώτος έρωτας και η πρώτη απογοήτευση
Όταν εισήλθε στο πανεπιστήμιο του Αριστοτέλη στη Θεσσαλονίκη, η ζωή του άρχισε να μεταβάλλεται. Έγινε πιο σίγουρος, συνδεόταν εύκολα με τους γύρω, και τα κορίτσια τον προσεγγίζουν με ανοιχτόπλαστο ενδιαφέρον.
Έτσι γνώρισε την Αγνή, μια φοιτήτρια που ενοίκιαζε ένα διαμέρισμα στο κέντρο. Στην αρχή απλώς την έσυτρε μέχρι τη σκάλες, αλλά μια μέρα η Αγνή τον κάλεσε στο σπίτι της. Έτσι ξεκίνησαν μια πιο στενή σχέση.
Ωστόσο, αυτό δεν τον γέμιζε πραγματική ευτυχία. Μια μέρα, ακολουθώντας την καρδιά του, ο Παύλος πρότεινε:
Να παντρευτούμε.
Η Αγνή γέλασε:
Πάβλο, η ζωή σου είναι ακόμη μπροστά! Είσαι όμορφος, αθλητικός, και θα έχεις πολλές κοπέλες. Μπορείς να βγάζεις με όποια θες και μετά να διαλέξεις την καλύτερη.
Σοβαρά; η φωνή του ψυχράστηκε.
Φυσικά! έριξε-προς τα πλάγια. Έχω έναν αρραβωνόστη. Είναι ο πιο όμορφος και πλούσιος της περιοχής μας, μου στέλνει χρήματα για να μην μένω στην εστία φοιτητών. Συναντιόμαστε μόνο στις διακοπές, κι εσύ με συνοδεύεις τις νύχτες.
Τα λόγια της τον έκοψαν σαν ξύλο.
Εννοείς ότι είμαι μόνο μια προσωρινή επιλογή; ρώτησε με πικρία.
Παύλε, μου αρέσεις πραγματικά! Αλλά καταλαβαίνεις
Ο Παύλος σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του.
Είσαι θυμωμένος; γελούσε η Αγνή, κοιτάζοντάς τον. Καλό που το κατάλαβες τώρα. Μην εμπιστεύεσαι αμέσως τις κοπέλες· μάθε τις καλύτερα πριν ανοίξεις την καρδιά σου.
Έφυγε, νιώθοντας ότι είχε χρησιμοποιηθεί.
Οικογενειακή ζεστασιά αντί για σπασμένα όνειρα
Επιστρέφοντας στο σπίτι του στην Πάτρα, άφησε τη βαλίτσα στην πόρτα.
Γιε μου, τι συνέβη; ρώτησε αγχωμένη η μητέρα. Δεν θα γίνει γάμος;
Κάποιο σπασίλας, απάντησε σύντομος, βγάζοντας ένα δαχτυλίδι από την τσέπη. Πάρε το. Θα σου φάει πιο πολύ από εμένα.
Η μητέρα κοίταξε τον γιο της με λύπη.
Όμορφο δαχτυλίδι· θα το φορέσω εγώ, ανέπνευσε. Έλα στην κουζίνα· έφτιαξα τα αγαπημένα σου κουλουράκια και τσάι με μέντα. Καθίσου, ας μιλήσουμε.
Στην αγκαλιά της, ο Παύλος ένιωσε τη ζεστασιά και τη φροντίδα που του άλειφε στο τελευταίο διάστημα.
Άλλη μια χτύπημα στην αυτοεκτίμηση
Στο πανεπιστήμιο απέφευγε να συναντά την Αγνή, αλλά εκείνη συμπεριφερόταν σαν τίποτα δεν είχε συμβεί. Μετά τα μαθήματα περπατούσε χέρι-χέρι με τον Κωνσταντίνο, ψιθυρίζοντας, και έσυρνε σε άγνωστος προορισμούς.
Τότε ο Παύλος κατάλαβε ότι τα λόγια της ήταν απλώς δικαιολογίες· ήταν για εκείνη μια προσωρινή διασκέδαση, μια εναλλακτική μέχρι το επόμενο βολικό της.
Αυτή η σκέψη άφησε μια δυσάρεστη επίρροια στην ψυχή του.
Και λίγες μέρες αργότερα, αντιμετώπισε ακόμη μια δοκιμή.
Παύλε, έλα στο πάρτι γενεθλίων μου! του φώναξε η Ταμάρα, μία από τις πιο όμορφες φοιτήτριες της τάξης.
Ήταν όμως αυτή μια ευκαιρία για κάτι αληθινό ή μια ακόμη παγίδα;
Κοιτώντας πίσω, θυμάμαι πώς η εμπειρία αυτή έμαθε στον Παύλο το βάθος της εμπιστοσύνης και το βάρος των ψευδών υποσχέσεων, ενώ οι οικογενειακές στιγμές στην παλιά κουζίνα της μητέρας του έμειναν το φωτεινό σημείο που κράτησε το πνεύμα του ζωντανό.







