Άσ άκου, φίλε μου, να σου πω τι μου συνέβη με τον Αθανάσιο, καταναλωτή των δρόμων μας. Στην εργασία του δεν τον μισούσαν, απλώς τον απέφευγαν. Ήταν ένας γυμνασμένος οδηγός, πολύ έμπειρος και πάντα έτοιμος να κάνει τη δουλειά, μα ούτε μια ψυχή δεν ήθελε να είναι το «συνεργάτη» του. Εντωμεταξύ του άρεσε η κατάσταση· του έλειπε η παρέα, και αυτός την έβρισκε πιο άνετη. Ακόμη του έβαλαν και παρατσάκι «Σκοτεινός» που τσιχάρει το μυαλό των ανθρώπων, και έτσι τον φώναζαν αντί για το όνομα, που παραλείπεται από καιρό.
Η βόλτα εκείνη ήταν κανονική: παλιά διαδρομή, φορτίο μπερδέλας· «τρέχεις όπως πάντα, κοίτα τη γραμμή». Στο χιόνι του οδικού χουλιού, όμως, κάτι κουνήθηκε ανάμεσα στα χορτάρια, σαν κάτι ζωντανό που έσκαγε μπροστά στα βουνά. Ο Αθανάσιος, που δεν ήταν τύπος που πάει τσέπης για τα ζώα, έσφαλε να σταθεί και να κοίταξει γιατί κάτι το ένιωσε στο στήθος του.
Το που βρήκε ήταν ένας τεράστιος ριγωτός γάτος, γραμμωμένο σαν τσάκι, που έβγαζε τρεμάμενα φρύδια ενώ έγρυζε σαν να προετοιζόταν να πουλήσει τη ζωή του. Λένε ότι τα γάτες έχουν εννιά ζωές· αυτή φαίνεται να έχασε περισσότερες, μόλις ανάσα, κηλίδες αίματος στο τρίχωμα, τραυματισμένο πόδι.
«Μα τι, γατόπαιδο;» ρώτησε ο Αθανάσιος, λυγίζοντας πάνω του.
Το ζώο έσπαγε δόντια, γαβγίζοντας σαν να ήθελε να πει «Δε χρειάζομαι βοήθεια, πάρε την κοπριά σου και φύγε!».
Ο Αθανάσιος σκέφτηκε για την «γλυκιά» γάτα της γιαγιάς του, τη φεγγαρόλουστη Νίνα, που πέρυσι του άφηνε τη ζεστή φούρνα να κρυοκάνει όταν έτριζε. Τώρα δεν υπήρχε ούτε γάτος ούτε γιαγιά, απλώς αναμνήσεις.
«Δεν είμαι γιατρός των γατών, αλλά είδα μια βλάβη που δεν μπορεί κάποιος να αγνοήσει. Δεν φαίνεται να υπάρχει πάρκινγκ εδώ, οπότε πάμε στο νοσοκομείο για κτηνίατρική».
Τσιμπάει το παλιό του τραίνο, παίρνει τη γάτα προσεκτικά, την τοποθετεί στο πίσω κάθισμα και το τραβάει στο καρότσι. Η γάτα κουνάει το κεφάλι της, σαν να αποφασίζει ότι δεν θα γίνει χειρότερο.
Αποσυρμένος από τη διαδρομή, ο Αθανάσιος μπήκε σε ένα μικρό επαρχιακό κωμόπολη, το Λάρισα, και ψάχνει για κτηνοτρική κλινική. Η μικρή ομάδα των πελατών της κλινικής δεν έβαλε καμία σειρά· το βλέμμα του «απροστάτου» οδηγού με γάτα στα χέρια τους ήταν ορατό σε όλους.
«Καλή τύχη, φίλε», δηλώνει ο ηλικιωμένος κτηνίατρος. «Θα το αποστειρώσουμε, θα βάλουμε γύψο και μετά μπορείς να συνεχίσεις το δρόμο σου».
Ο Αθανάσιος ψάχνει το δρόμο του, όμως. «Πού το βάζω;» λέει στον εαυτό του. «Μου λείπουν ρόλοι για το άσυλο».
Ο κτηνίατρος του λέει: «Δεν υπάρχει καταφύγιο για ζώα εδώ, δεν θα το πάρουμε. Εξαιτίας του μεγέθους του και επειδή είναι ενήσιος».
Η γάτα σιωπά, μα τα πράσινα μάτια της κοιτούν μέσα στην ψυχή του Αθανάσιου· του σκάζει μια μούτρωση. Έφτασε το σημείο που αποφάσισε να την καλέσει «Τζάκης», γιατί δεν ήξερε άλλο όνομα.
Ενώ ο Αθανάσιος προετοιμαζόταν να φύγει, δύο γριά ψιθυρίζουν:
«Η Λένα ξανά ήρθε με την κόρη της να κρύβεται από τον άντρα της», είπε η μία.
«Τι άδικο! Η Λένα είναι χρυσή ψυχή, και ο μισό της δεν τριγυρίζει ούτε μαστούς», απάντησε η άλλη.
Η Λένα δεν πήγε στη δουλειά, γιατί τραυματίστηκε; Σήμερα ο «Νίκος» κουνάει τα πράγματα στην ιατρική κλινική.
Αθανάσιος δεν πήρε θέση στα κουβέντια τους· δεν ήξερε τι σκέφτηκαν οι Λένα και η κόρη της, «Αγγέλα». Εσείς ξέρετε πόσο περίπλοκο είναι το προσωπικό πρόσωπο;
Κάποιος λέει: «Ο γαμπρός μου ξαφνικά έφυγε· δεν μπόρεσα ούτε να σερβίρω», και εκεί που το «μα» μπαίνει στην κούπα.
Μετά το κλίμα της κλινικής, ο κτηνίατρος του έδωσε τον Τζάκη στο χέρι του: «Πάρε το, θα φύγει σαν τρελαμένο, μόλις τακτοποιηθεί ο γύψος σε τρεις εβδομάδες».
Ο Αθανάσιος, με το «δώρο» στο αγκαλιά, δεν ήξερε τι να κάνει. Έπρεπε πρώτα να αποδώσει το φορτίο, και μετά να σκεφτεί.
Αφού έβαλε τον Τζάκη στο κρεβάτι του φορτηγού, προχώρησε σε νόημα δρόμου. Μετά από λίγα χιλιόμετρα, στη ζώνη του χυμώδους δρόμου, είδε δύο μορφές: μια γυναίκα που χαιδεύει το χέρι της, και ένα μικρόκομμα κόρης που κλαίει.
«Συγγνώμη, δεν πάρω επιβάτες!» είπε ο Αθανάσιος.
«Μιᾶυ!», έσπασε το γατούκι από πίσω.
«Ξυπνήσατε;» του ζήτησε ο Αθανάσιος. «Τι χρειάζεσαι;»
«Μιᾶυ!», επέμεινε το γατόπαιδο.
«Μήπως είναι άπονη;» σκέφτηκε ο Αθανάσιος. «Ευτυχώς πρόλαβα να το σπρώξω, αλλιώς θα μου ήθελε βραδιά μόνο του».
Ο Αθανάσιος έσπρωξε το φορτηγό και το άφησε στην πράσινη λοσιόν. Το γατόπαιδο έτρεξε, σφίγγοντας την ουρά του, σαν να δέδειξε ότι κάτι ήταν σωστό.
«Πού πηγαίνετε;» φώναξε όταν είδε τη γυναίκα και την κόρη να τρέχουν προς το αυτοκίνητό του.
Η γυναίκα, «Ελένη», έδειξε το χέρι της, φωνάζοντας: «Βοήθησέ μας! Μόλις 30 χιλιόμετρα από εδώ!»
Η μικρή «Αγγέλα» στάθηκε σιωπηλή, τα μάτια της βρέθηκαν με δάκρυα.
«Δεν είμαι ταξιτζής, είμαι οδηγός φορτηγού», είπε ο Αθανάσιος, «παίρνετε το λεωφορείο!»
«Απλώς χάσαμε το φορτίο μας, ήρθε άλλη βάρδια», ψιθύρισε η Ελένη, «να μας ταξιδέψεις για τη Σπάρτη, παρακαλώ! Θα προσευχηθούμε για σένα!».
Ο Τζάκης, μετά το λουλούδι του, άγγιξε το πόδι της μικρής, η οποία τον χάιδεψε. Ο γάτος γαβγί
«Μπορώ να σας πάρω, αν περάσετε το γατόπαιδο μαζί σας;» πρότεινε ο Αθανάσιος.
Η Ελένη άρχισε να κλαίει στα μάγουλά της. «Εγώ δουλεύω σε κτηνίατρική κλινική, αγαπώ τα ζώα. Αλλά δεν ξέρω που θα το βάλω, η θεία μου ζει στην Καρδίτσα, θα τη ρωτήσω».
«Τι τρέχει;» ρώτησε ο Αθανάσιος, βλέποντας την μικρή να λιώνει το γατόπαιδο.
Η «Αγγέλα» ήταν μια χαριτωμένη, αχνή, κίτρινη μαλλιά, τρομαγμένη αλλά και ευαίσθητη με το ζώο.
Η Ελένη πήρε το τηλέφωνο, ψιθυρίζοντας κάτι για το «απόλυτο» «Ο άντρας μου έσπασε το τηλέφωνο, δεν έχουμε αριθμό».
Ο Αθανάσιος της έδωσε το κινητό του: «Πάρε το, κάλεσε την θεία σου».
Η Ελένη ψιθυρίζει κάτι στο τηλέφωνο: «Θα το πάρει, αλλά το γατάκι όχι».
Η «Αγγέλα» κλαίει: «Τζάκε, έλα πάλι, σε αγαπώ!».
Ο Αθανάσιος, αφού πρόδωσε τη φήμη του για το άσυλο, έβαλε τα πόδια του στο δρόμο, έβαλε την Ελένη και την κόρη της στο φορτηγό, και τα άφησε στην Ελασσόνα, που ήταν το σημείο που έδειξαν.
Μέσα στην πορεία, ο Τζάκης άγγιξε το γόνατο του Αθανάσιου, νύχτωσε, και φαινόταν να τον ενθαρρύνει.
Ξαφνικά, στην άκρη του δρόμου, δύο φουσκωτοί άντρες φώναζαν, ένας βγάζει όπλο. Ο Αθανάσιος άνοιξε το παράθυρο, το όπλο κατάγεται, και η μπάρα του πηγάζει.
Το γατόπαιδο έσπασε τις νύχτες του επιτιθέμενου, σφρικνύοντας το πρόσωπό του. Ο Αθανάσιος, προσκολλώντας το πυροβόλο, το έσπασε.
«Χέρια πάνω στον ουρανό!» φώναξε, κρατώντας τη σφαίρα.
«Απέσπασέ το γατόπαιδο!», φώναξε ο ληστής.
Ο Αθανάσιος, βάζοντας το γατόπαιδο στην αγκαλιά, τρέχει πίσω, «χτυπά» τον δεύτερο ληστή στο στήθος, βάζει το όπλο στην πηγή του και σπρώχνει το φορτηγό.
Κάλεσε τους κυκλοφοριακούς (Αστυνομία) με τρία δευτερόλεπτα· οι ληστές συνελήφθησαν μέσα στην ώρα.
«Τι ήρθαμε να κάνουμε;» είπε ο Αθανάσιος στο αστυνομικό, που έλεγε: «Ο κόσμος πρέπει να βλέπει ήρωες».
«Ήρωας;», αναρωτήθηκε ο Αθανάσιος. «Θα έπλεγα να τα ραβώ, αλλά το γατάκι μου με έσωσε».
Ο αστυνομικός έδειξε στο γατάκι: «Αυτό είναι το «Συντρόφιος» σου, δεν;».
Ο Αθανάσιος κοίταξε το Τζάκη· ο γάτος κοίταξε εκείνον.
«Ναι, είναι ο συνεργάτης μου», είπε σφιχτά.
Ο αστυνομικός χαμογέλασε: «Τώρα είσαι ο πιο τυχερός στο δρόμο».
Η ιστορία του Αθανάσιου και του Τζάκη έφτασε στα κοινωνικά δίκτυα· οι φίλοι του τον χαιρούν, τον ευχαριστούν και λένε πως το φως των δρόμων έλαμπε πολύ πιο φωτεινό.
Τρεις εβδομάδες μετά, όταν ήρθε η ώρα να βγάλουν το γύψο, ο Αθανάσιος έφτασε στην Ελασσόνα, όπου άφησε εκεί τη μικρή Ελένη και την Αγγέλα. Άνοιξε την πόρτα της κτηνιατρικής κλινικής· η Ελένη τον κοίταξε στα μάτια.
«Ω, εσύ!», είπε. «Σήμερα ονειρευόμουν ότι θα ερχόσουν».
«Καλή τύχη, μηδέν», απάντησε ο Αθανάσιος, γελώντας. «Εσείς καλά; Η Αγγέλα, εντάξει;».
«Ναι, η θεία μας με αγαπά, εγώ υποβάλλω διαζύγιο», ψιθυρίζει η Ελένη με την κεφαλή της λυγίτη.
«Γιατί να μη με πάρεις μαζί;», ρώτησε ο Αθανάσιος, «γιατί δεν μου λες;».
Η Ελένη άνοιξε το στόμα, έκλεισε τοο, και ο Τζάκης μίδασε σαν να λέει «Πάρε με».
«Έχω μια κόρη», είπε η Ελένη.
«Κι εγώ ένα γατάκι!», είπε ο Αθανάσιος. «Δεν ξέρω πολύ τα όμορφαΚι έτσι, με το Τζάκη στο πλευρό του και την Αγγέλα να του γεμίζει τις μέρες, ο Αθανάσιος έμαθε ότι η πιο αστική περιπέτεια είναι να βρεις σπίτι στο καρότσι του τύχης.







