Έφτασε στα εβδομήντα του, έχοντας μεγαλώσει τρία παιδιά. Η σύζυγός του, η Μαρία, πεθάνει πριν τριάντα χρόνια και από τότε δεν ξαναπαντρήθηκε. Κανένας άλλος δεν μπήκε στην καρδιά του· οι λόγοι ήταν αμέτρητοι, όμως δεν είχε χρόνο για εξηγήσεις.
Οι δύο γιοί, ο Γιάννης και ο Στέφανος, ήταν αληθινοί τσακωμένοι· σπέρνοντας πάθη και καυγάδες σε κάθε σχολείο που τα πήγαινε. Τελικά, ένας εξαιρετικός καθηγητής φυσικής στο λύκειο της Περνίτσας αναγνώρισε το ταλέντο τους. Από εκεί και πέρα όλα τα τσατ-τσατ και οι συγκρούσεις έσβησαν σαν σπίθες σε άνεμο.
Η κόρη τους, η Αλεξάνδρα, αντιμετώπιζε προβλήματα επικοινωνίας με τους συμμαθητές. Ο σχολικός ψυχολόγος πρότεινε να την πάρει σε ψυχίατρο. Την ίδια μέρα όμως, έφτασε στη σχολή ένας νέος καθηγητής λογοτεχνίας, που άνοιξε ένα εργαστήριο για αρχάριους συγγραφείς. Η Αλεξάνδρα άρχισε να γράφει από το πρωί μέχρι το βράδυ· σύντομα οι ιστορίες της εμφανίστηκαν στην σχολική εφημερίδα και μετά σε όλα τα λογοτεχνικά στέκια της πόλης.
Οι γιοί κέρδισαν υποτροφίες σε ένα από τα πιο σεβαστά πανεπιστήμια της χώρας, στο τμήμα ΦυσικήςΜαθηματικών· η Αλεξάνδρα πήγε στο Τμήμα Λογοτεχνίας. Ο πατέρας τους έμεινε μόνος. Απότις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε το κενό· ο μόνος ήχος ήταν ο ψίθυρος του ανέμου στις αγριολούλουδες. Άρχισε να ψαρεύει στο Πηνειό, να καλλιεργεί στο κήπο του και να φροντίζει τις χοίρους στο τεράστιο οικόπεδο που είχε δίπλα στο ποτάμι. Τα χρήματα άρχισαν να κυλούν καλύτερα από τα 1200, που κέρδιζε ως εργάτης. Ανακάλυψε όμως ότι ο μηχανικός του εργοστασίου κέρδισε μόλις 1000, και σκέφτηκε ότι μπορεί πάλι να τους βοηθήσει: να αγοράσει αυτοκίνητα, ρούχα, μικρές δαπάνες. Η δουλειά του γέμιζε τώρα όλο του το πρόσωπο η φάρμα, η αγορά, η ψαρεμία κι του άρεσε. Πέρασαν δέκα ακόμη χρόνια, ήρθε το επετειακό του 70π. Σχεδίασε να το γιορτάσει μόνος.
Οι γιοί είχαν ενταχθεί σε ένα υπερ-μυστικό πρόγραμμα του Υπουργείου Άμυνας· δεν μπορούσαν να φύγουν για Σαββατοκύριακο. Η Αλεξάνδρα ταξίδευε από συνέδριο λογοτεχνών σε συνέδριο· έτσι δεν ήθελε να τους ενοχλήσει με πρόσκληση.
Θα το κάνω μόνος, σκέφτηκε, ψιθύρισε. Δεν υπάρχει τίποτα να γιορτάσω εδώ. Εγώ, η μοναξιά Θα περπατήσω στα χωράφια, το βράδυ θα πιω λίγο ουίσκι, θα θυμηθώ τη Μαρία και θα της πω πόσο ωραίοι έγιναν τα παιδιά μου
Την αυγή, έφυγε για να ελέγξει τις χοίρους. Στο φωτισμένο ακόμα από αστέρια λόφο μπροστά από το σπίτι, κοίταξε κάτι παράξενο: ένα παρατεταμένο αντικείμενο τυλιγμένο σε βρεγμένο πανί.
Τι στο καλό είναι αυτό; αναστενάχτηκε.
Ξαφνικά, από το σκοτάδι άναψαν πολλαπλούς προβολείς! Φώτισαν το λόφο, το περίεργο κυλίο και ανθρώπους που βγήκαν από τη σκιά του σπιτιού. Ήταν οι γιοί με τις συζύγους τους, τα εγγόνια, και η Αλεξάνδρα, συνοδευόμενη από έναν ψηλό άντρα με γυαλιά παχιάς φακής. Στα χέρια τους υπήρχαν μπαλόνια· έσπρωξαν φιάλες αερίου, φώναζαν, χαιρετούσαν:
Χρόνια Πολλά, μπαμπά!
Ξεχαμάτισε το περίεργο πακέτο· οι «αλήτες» δεν τον άφησαν να πας πίσω στο σπίτι· οι γυναίκες βρέθηκαν να ετοιμάζουν το τραπέζι. Η Αλεξάνδρα τον κράτησε:
Σταμάτα, μπαμπά, να σε τυλίξω;
Εντάξει, απάντησε, και άφησε τη ζώνη να κλείσει γύρω του. Τον στράφηκε, τον γύρισε τρεις φορές, και τον πήγε κάπου.
Τι κάνετε; ρώτησε, με φωνή τρεμάμενη.
Ένα δώρο, είπε ο Γιάννης.
Ελπίζω να μην κοστίσει πολύ; άγγισε η Αλεξάνδρα.
Μην ανησυχείς, μπαμπά, είπε ο Στέφανος, είναι μόνο μια φθηνή φιγούρα, μια ευγενική χειρονομία.
Τον οδήγησαν προς το αντικείμενο· η Αλεξάνδρα άρπαξε το πανί από τα μάτια του. Ένα δυνατό ρυθμό από ηχεία, κτύπους τύμπανα, γέλασε η σκηνή. Τα παιδιά γύρισαν τρεις πλευρές και άνοιξαν το καλύμμα. Στο φως των προβολέων, ξεπρόβαλε ένα κλασικό Mercedes280SE, λαιμαργό και λαμπερό. Ο πατέρας σχεδόν έπαιρε να καταπραΰνει το πνεύμα του· έπεσε στο πάτωμα, αλλά τον άρπασαν και τον έβαλαν σε καρέκλα.
Θεέ μου, Θεέ μου ψιθύρισε.
Η Αλεξάνδρα του έριξε νερό στο πρόσωπο:
Χαλάσου, μπαμπά· το ήθελες πάντα αυτό το αυτοκίνητο.
Μα είναι τόσο ακριβό παραπονέθηκε.
Δεν κοστίζει χρήματα· είναι σύμβολο, είπε ένας γιος του.
Η Αλεξάνδρα του ζήτησε να καθίσει στο τιμόνι, αλλά βρήκε μόνο ένα χαρτοκουτί.
Τι είναι αυτό; ρώτησε.
Άνοιξέ το, είπε η κόρη.
Τραβήχτηκε το κουτί· από το βάθος του φαίνονταν δύο μικρά μάτια. Έβγαλε ένα μικρό, λούστρο κουνουπιού, το τύλιξε στα χέρια του:
Ένας γάτος, ακριβώς όπως αυτός που είχαμε με τη Μαρία. Θυμάστε; Ο «Μπόμπος». Ξεχάνατε τα παιδιά;
Ναι, μπαμπά, θυμόμαστε, απάντησαν όλοι.
Δεν μπήκε στο αυτοκίνητο· ανέβηκε στον δεύτερο όροφο, στο δωμάτιό του, πήρε φωτογραφία της Μαρίας, την άγγιξε και άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν για το πρόσωπό του:
Βλέπεις, Μαρία, βλέπεις; Κατάφερνα… τίποτα δεν ξέχασε
Δεν είχε χρόνο να μείνει μόνος· το τραπέζι κάτω είχε γεμίσει με γέλια, πρόποση, κρασί. Η Αλεξάνδρα ψιθύρισε στο αυτί του:
Είμαι στην τέταρτη εβδομάδα του κύκλου· θα μείνουμε μαζί εδώ· ο αρραβωνιαστικός μου θα επιστρέψει στην Αμερική, και σε δύο εβδομάδες θα ετοιμάσουμε το γάμο στην εκκλησία του χωριού.
Είσαι εντάξει, μπαμπά; τον ρώτησε.
Είναι σαν ένα παραμυθένιο όνειρο, απάντησε, φιλώντας την κορυφή της κεφαλής της.
Η μέρα πέρασε με ελαφριά κουβέντα, σνακ, ποτό και αναμνήσεις· όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Στο βράδυ πήγε στο τάφο της Μαρίας, καθόταν και της μιλούσε για το τι είχε συμβεί.
Η ζωή του πήρε νέο νόημα· το Mercedes έγινε σήμα νέας αρχής. Έπρεπε να αγοράσει ρούχα της εποχής, να καθίσει και να οδηγήσει στο μεγάλο Πειραιά.
Στο κρεβάτι του, μια μικρή γατί τριγυρνιάσε, το «Τόμι».
Τόμι, ψιθύρισε. Τόμι.
Ο γάτος γαβγάρει, τεντώνεται, και ο πατέρας αγκαλιάζει το ζεστό, αφράτο σώμα του και αποκοιμιέται.
Το ξύπνημα ήρθε νωρίς· έπρεπε να φροντίσει τις χοίρους, το κολοκάσι, το ψάρεμα· στα κάτω δωμάτια κοιμόταν η Αλεξάνδρα με τον αρραβωνιαστικό του. Την επόμενη μέρα τα αγόρια έφυγαν με τις οικογένειές τους· η ησυχία γέμισε το σπίτι. Ο Τόμι ακολούθησε τον πατέρα, έπεσε στο τροφοδότη των χοίρων και έσπασε τα δίχτυα της βάρκας, προσπαθώντας να τσιμπήσει τα ψαράκια. Ο άντρας γέλασε, το χάιδε:
Σαν να γύρισε η νεότητά μου, είπε, χαϊδεύοντας τη ραχία του.
Ο γάτος νιαούρισε, πιάσε τα δάχτυλα του άντρα με τα μικρά του νυφάκια.
Άντε γαμπρέ, φώναξε, γελώντας.
Η ιστορία δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ανάμνηση για όσους ακόμη μπορεί να επιστρέψουν στους γονείς τους: μην περιμένετε το αύριο· ξεκινήστε σήμερα.







