— Δημήτρη, ποιος είναι; Πώς ήρθαν τόσοι άνθρωποι εδώ; — η φωνή της Δάφνης τρέμει, σφίγγει πιο δυνατά τον αγκώνα του γιου της. Σκεπτόμενη μια σκέψη, στέλνουμε: «Πούλησα το εξοχικό χωρίς να ρωτήσω. Και τώρα οι καινούριοι ιδιοκτήτες ήρθαν να το διαχειριστούν». Η σκέψη την αφήνει με ξηροπίνουσα στο στόμα, αφήνει το χέρι του και μένει ακίνητη, κοίταζε το δικό της αυλή.
Τα σανίδες μυρίζουν πεύκο. Ένας ισχυρός, πικάντικος άρωμα, που την έκανε να φλεγματάει την μύτη ήδη στην είσοδο του πύλης, και τώρα συνδυάζεται με χλώρα και ιδρώτα. Στο αυλή στέκονται άνθρωποι· πολλοί. Περίπου είκοσι ή και περισσότεροι. Άντρες με παλιά μπλουζάκια και κατακεραμμένα τζιν, δύο κοπέλες με ρολά πλαστικού, ένας αγόρι με σκαλοπάτι, κι ένας άλλος — πάνω στην οροφή, με σφυρί. Κάποιος μεταφέρει σακίδια τσιμέντου· άλλος ανακατεύει λευκό χυλό σε κουβά, που αφήνει έντονη αλμυρή μυρωδιά. Το ήσυχο, άπονο χωριό του εξοχικού, χθες, τώρα μοιάζει με κέντρα μέλισσας την άνοιξη.
— Δημήτρη, — λέει ψυχρά, σχεδόν χωρίς φωνή. — Το βλέπεις; Αν πούλησες το εξοχικό χωρίς να ρωτήσεις, δεν θα το συγχωρήσω. Πες μου την αλήθεια, αυτοί είναι ξένοι;
— Μαμά, σταμάτα, τι καινούργιοι? — ασαίνει ο Δημήτρης. — Τι εννοείς; Είναι δικοί μου. Όλοι δικοί μου.
— Τι σημαίνει «δικοί σου»; Τι γίνεται εδώ; Έχω το κινητό στο σακίδιο· αν δεν μου εξηγήσεις τώρα, καλώ την αστυνομία.
Τραβάει το χέρι της προς το σακίδιο που κρέμεται στο μπράτσο. Τα δάχτυλα δεν συνεργάζονται. Στο μυαλό της τρέχουν όλα ταυτόχρονα: η μικρή καλύβα που σκάβει πήρε δεκαπέντε χρόνια· η βεράντα που ποτέ δεν χτίστηκε, γιατί η φοίτηση του Δημήτρη, το δάνειο για το αυτοκίνητο, τα εμφυτεύματα στα δόντια — όλα αναβλήθηκαν· το λινό παρκέ στο διαμέρισμα — όλα περίμεναν. Και τώρα ξένοι άνθρωποι πατάνε το δικό της κομμάτι. Το κομμάτι που φρόντιζε σαν παιδί.
— Μαμά, — του αγγίζει τον ώμο ο Δημήτρης. — Άκου. Δεν είναι ιδιοκτήτες. Εγώ τους κάλεσα.
Η Δάφνη παραμένει με το σακίδιο κρεμασμένο, κοιτάζει τον γιο της σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Τριάντα πέντε, γκρίζο στα τριγύρω, πλατιές ώμοι — όχι πατέρους, αλλά τη δική της. Στα μάτια δεν υπάρχει ούτε φόβος ούτε παρθένα. Μόνο μια ήσυχη, ήρεμη προσμονή.
— Εσύ;
— Εγώ. Μαμά, είναι δικοί μου. Όλοι. Από τη δουλειά, το πανεπιστήμιο, οι φίλοι από το χωριό, οι συμπαίκτες του ποδοσφαίρου. Θυμάσαι τον Πάρη;
Η Δάφνη θυμάται τον Πάρη. Στραγγαλισμένο, πάντα πεινασμένο, έτρωγε βραδυνά στο σπίτι του επειδή το δικό του δεν ήταν καλό. Τον έδινε διπλή μερίδα, προσποιούμενη ότι δεν παρατηρεί την ντροπή του.
— Ο Πάρης είναι εδώ;
— Εδώ. Κι ο Σάκης, ο Μήτσος‑ξανθός, ο Γιάννης που ήμουν μάρτυρας στο γάμο μου. Σχεδόν όλοι που ταΐζα, μαμά.
Η Δάφνη διασχίζει το βλέμμα της στην αυλή. Τώρα καταλαβαίνει γιατί τα πρόσωπα της φάνηκαν οικεία. Αυτός με το σκαλοπάτι — ο ίδιος που του έδωσε το παλιό ποδήλατο του Δημήτρη όταν η οικογένειά του μετακόμισε στο μπλοκ. Αυτός με τον κουβά — ο Σάκης, που στο δέκατο τάξη έσπασε ένα γυάλινο μπαλόνι· δεν τον κόπασα, του ζήτησα απλώς νέο. Έχουν μεγαλώσει. Έχουν γίνει άντρες με δυνατά χέρια και σοβαρά πρόσωπα, στέκονται τώρα στην αυλή με ξυλάκια και στέγες.
— Γιατί; — ρωτάει ήσυχα η Δάφνη. — Δημήτρη, γιατί;
Ο Δημήτρης σιωπά, παίρνει το χέρι της — προσεκτικό, σαν γυάλινο — και το γυρίζει προς τον εαυτό του.
— Όλη σου τη ζωή μάζεψες αυτό το εξοχικό, μαμά. Θυμάσαι τη βεράντα που ήθελες; Με γυάλινα τζάμια, για τσάι το καλοκαίρι και να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα; Την κόλλαες από το περιοδικό στο ψυγείο πριν δεκαπέντε χρόνια.
Η Δάφνη θυμάται. Η κόλλα είχε ξεθωριάσει, οι γωνίες καμπυλώθηκαν, αλλά τη συντήρησε μέχρι να αλλάξουν το ψυγείο. Τότε χάθηκε, σχεδόν την ξέχασα.
— Την έβαλες στην άδεια, — συνεχίζει ο Δημήτρης, — από κάθε μισθό. Μετά ήλθαμε στο πανεπιστήμιο, τα μαθήματα, το μικρό διαμέρισμα που νοικιάζαμε όταν παντρευτήκαμε τη Βέρα… Μαμά, εσύ εξοικονομούσες έξι χρόνια για το δωμάτιο σου. Τα λουλουδένια ταπετσαρίες σου είναι ακόμα εκεί, κάτι που είναι πιο παλιό από μένα. Εγώ θυμάμαι πώς έλεγες: «Τίποτα, η βεράντα θα περιμένει». Ξέρεις τι; Δεν θα περιμένει πια. Σταμάτα να περιμένεις.
Η Δάφνη σιωπά. Η σιωπή είναι τόσο μεγάλη που ο Πάρης στην οροφή σταματάει το σφυρί και κοιτάζει.
— Επιστρέφω το χρέος σου, — λέει ο Δημήτρης. — Δωρεάν εργολάβος. Θα τα τελειώσουμε σε μια εβδομάδα. Να δεις το σχέδιο.
Βγάζει από την τσάντα του ένα τυλιγμένο φύλλο. Στρίβει το χάρτη. Η Δάφνη βλέπει το σχέδιο — καθαρό, με διαστάσεις, σημειώσεις στα περιθώρια. Δεν είναι μια αποκόψιμη εικόνα, αλλά πραγματικό σχέδιο, φτιαγμένο για το μικρό της κομμάτι, με γνώμονα το παλιό δέντρο με μήλα που της είπα να μην αγγίξουμε.
— Θα παρακάμψουμε τη μηλιά, — λέει ο Δημήτρης, κουνώντας την ματιά της. — Σκεφτήκαμε τα θεμέλια, το έδαφος, η θέρμανση δαπέδου. Ένας φθηνός, αξιόπιστος σύστημα, που θα μπορεί να ζεσταθείς μέσα στον Νοέμβριο, τυλιγμένη σε κουβέρτα, πίνοντας τσάι.
Μία δάκρυ κυλάει στο μάγου της και παγιδεύεται στη γωνία του χείλους. Δεν το σκουπίζει· στέκεται και κοιτάζει εκείνους τους ενήλικες φίλους που παλιά έπαιζαν ποδόσφαιρο στην αυλή, έσπαγαν γόνατα, άφηναν τη σούπα τους στον κατσαρολάκι, βοηθούσαν με τα μαθήματα και διαφωνούσαν για βιντεοπαιχνίδια. Τώρα ήρθαν ελεύθερα· δωρεάν· για να χτίσουν τη βεράντα των ονείρων της.
Ξαφνικά, πίσω από το φράχτη ακούγεται ένας βήχας· εμφανίζεται το κεφάλι μιας γυναίκας με πολύχρωμη μπαντάνα. Η Βέρα Αντωνίου, η γειτονίδα αριστερά. Η κοπέλα με μόνιμο βλέμμα «σας έλεγα». Σηκώνει τα χέρια, κοιτάζει το θέαμα σαν να διέλυε κάποια εθνική σύμβαση.
— Δάφνη, εσύ; — τραγουδάει γλυκά, με ήχο μέταλλο. — Τι είναι αυτός ο θόρυβος; Μια αγορά εργασίας;
— Καλημέρα, Βέρα, — η Δάφνη σκουπίζει αυτοματικά το μάγουλό της. — Αυτοί είναι ο γιος μου και οι φίλοι του. Βοηθούν· χτίζουν τη βεράντα.
— Βεράντα; — η Βέρα κουνάει τα χέρια. — Έχετε άδεια; Ξέρεις ότι τώρα οι αυτενέργειες τιμωρούνται με βαριά πρόστιμα; Και το κομμάτι σου είναι μικρό· τρία μέτρα από το φράχτη μου. Θα φάω το στόμα μου αν δεν σείνω. Έχω ανιψιό επιθεωρητή, μπορώ να σε προειδοποιήσω.
Ο Δημήτρης, ακούγοντας, γυρνάει ήρεμα και πλησιάζει το φράχτη.
— Καλημέρα, κυρία Βέρα. Η άδεια υπάρχει. Το σχέδιο εγκρίθηκε· τηρήσαμε τους πυροσβεστικούς κανονισμούς. Ο φίλος μου, αρχιτέκτονας, έλεγξε τα πάντα πριν σχεδιάσει. Θέλετε τα έγγραφα;
Η Βέρα κοκκινίζει· δεν το περίμενε.
— Καλά, — λέει, απομακρύνεται ένα βήμα. — Θα δω τι θα βγάλει. Μην ξεχάσετε, οι θόρυβοι θα με ξυπνήσουν. Τα εγγόνια μου δεν θα κοιμηθούν.
— Τίποτα, — λέει η Δάφνη με πιο ήρεμη φωνή. — Τα εγγόνια μου έτρωγαν τηγανίτες τον περασμένο Αύγουστο όταν τις ξεχάσατε να τα φάτε. Θα κοιμηθούν αργότερα.
Η Βέρα σμιλεύει τα χείλη και φεύγει πίσω στο φράχτη. Ο Πάρης στο πάτωμα της οροφής σήκωσε ξανά το σφυρί. Η Δάφνη νιώθει μέσα της, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, μια έντονη παλμός, σαν πολεμική διάθεση. Τώρα θα υπερασπιστεί το όνειρό της.
Τις επόμενες δύο ώρες η Δάφνη βρίσκεται σε μισό-διαφαφή κατάσταση. Νιώθει να κοιμάται. Ο Δημήτρης τη βάζει σε ξαπλώδι κάτω από τη μηλιά, του δίνει παλιά κούπα με κατεστραμμένη λαβή — την ίδια που έπινε τσάι όταν το παιδί την έπαιρνε στο νηπιαγωγείο — και ρίχνει ζεστό τσάι από το θερμάκι.
— Κάθισε, — λέει αυστηρά. — Σήμερα η δουλειά σου είναι να παρακολουθείς. Όχι «θα σκουπίσω μόνο», ούτε «θα ποτίσω τα αγγούρια». Κατάλαβες;
Η Δάφνη ήθελε να διαφωνήσει, όπως έκανε για σαράντα χρόνια, αλλά αλλάζει γνώμη. Απλώνεται στην πλάτη της καρέκλας και παρακολουθεί.
Βλέπει τον Πάρη να πριμώνει ξύλα, το πριόνι να ουρλιάζει, το σκύλο της γειτόνισσας να γαβγίζει. Βλέπει τον Μήτσο‑ξανθό — τώρα φαλακρός, σοβαρός — να αναμιγνύει τσιμέντο και να μιλάει με μια κοπέλα που φυτεύει λουλούδια. Βλέπει τον Δημήτρη να περπατάει από το ένα στο άλλο, να δίνει οδηγίες, να κουνάει το κεφάλι· το πρόσωπό του, ώριμο, συγκεντρωτικό, πατρικό. Ο γιος του, ο άρχοντας αυτής της αυλής. Όχι μόνο του σπιτιού, αλλά της ζωής που του επιστρέφει.
Τρίτη το μεσημέρι, η Δάφνη σηκώνεται.
— Θα ετοιμάσω το γεύμα, — λέει στον Δημήτρη.
— Μαμά…
— Όχι «μαμά». Είμαστε είκοσι άτομα, ξεκίνησαν από τις οκτώ το πρωί· τι έτρωσαν; Σάντουιτς;
— Ψωμί και λουκάνικο…
— Ακριβώς. Γρήγορα.
Φεύγει μέσα στο σπίτι. Ο αέρας είναι δροσερός, μυρίζει καλοκαιρινή σκόνη. Ανοίγει το ψυγείο· μόνο αυγά, βούτυρο, τυρόπαστα τρία χρόνια παλιά, μουστάρδα — ένα χιουμοριστικό σκόρπι. Σηκώνει το κεφάλι. Πρέπει να σπάσει τη συνήθεια.
Στο κατώφλι, μια από τις νέες κοπέλες — η με τα φούσκες — της δίνει δύο μεγάλα σακούλια.
— Εδώ είναι λαχανικά, κοτόπουλο, αυγά, αλεύρι, βούτυρο — λέει. — Ο Δημήτρης αγόρασε χθες, είπε: «Μαμά θέλει να μαγειρέψει, μη διαφωνείτε, δώστε τα υλικά».
Η Δάφνη παίΚαθώς ο ήλιος έσβηνε πίσω από τη μηλιά, η Δάφνη σήκωσε το ποτήρι του τσαγιού, κοίταξε τα χαμογελαστά πρόσωπα γύρω της και ψιθύρισε: «Τώρα το όνειρο είναι πραγματικότητα».







