Ο Γιάννης γύρισε από το κυνήγι έξαλλος, σαν σφήκα σε βάζο. Πέταξε τις μπότες στην είσοδο – μία αριστερά, μία δεξιά. Το μπουφάν το πέταξε στον γάντζο, τον αστόχησε, ούτε που το σήκωσε. Πέρασε στην κουζίνα κι άρχισε να βροντάει τον βραστήρα.
Η Νατάσα καθόταν στο σαλόνι και ξεφύλλιζε το κινητό. Άκουγε τον άντρα της να περπατάει – βαριά, νευρικά, κάθε βήμα κι ένα παράπονο. Το κόκκινο σκυλί, ο Φούντης, ήταν ξαπλωμένος στα πόδια της, με το ρύγχος ακουμπισμένο στα μπροστινά του πόδια. Τ’ αυτιά του τα είχε κατεβασμένα, η ουρά δεν κουνούσε. Πάντα καταλάβαινε όταν το αφεντικό ήταν σε τέτοια διάθεση και πάσχιζε να μην του πέσει στο μάτι.
– Λοιπόν, είπε ο Γιάννης, στάθηκε στην πόρτα, σήκωσε τα χέρια στη μέση, όπως έκανε πάντα όταν επρόκειτο να πει κάτι οριστικό. – Το σκυλί δεν κάνει για κυνήγι. Άχρηστο, όχι σκύλος. Το εκπαίδευα, το εκπαίδευα – μηδέν. Πέφτει πάπια, αυτός κάθεται. Λαγός περνάει, αυτός χασμουριέται. Πρέπει να το ξεφορτωθούμε.
Η Νατάσα σήκωσε το βλέμμα. Κοίταξε τον άντρα της ήρεμα, με προσοχή, όπως κοιτάς κάποιον που είπε μια μεγάλη βλακεία, αλλά ακόμα δεν το κατάλαβε.
– Να το ξεφορτωθούμε; ξαναρώτησε, λες και δοκίμαζε τη λέξη στο στόμα της.
– Και τι; Να τον ταΐζουμε τον παρασιτικό; Ένας κυνηγετικός σκύλος πρέπει να κυνηγάει. Κι αυτός… – Ο Γιάννης έκανε μια κίνηση προς τον Φούντη, που είχε κολλήσει ακόμα πιο σφιχτά στο πόδι της Νατάσας. – Αύριο θα τον πάω στον Πέτρο, μήπως συμφωνήσει να τον περιποιηθεί. Αν όχι, θα τον πετάξω στην εθνική οδό.
«Θα τον πετάξω στην εθνική οδό» – εκεί κάτι έσπασε μέσα στη Νατάσα.
Σηκώθηκε σιωπηλά. Ο Φούντης σηκώθηκε αμέσως πίσω της, κοιτάζοντας αγωνιώδης προς τα πάνω. Η Νατάσα πέρασε μπροστά από τον άντρα της στο χολ, άνοιξε το πατάρι κι έβγαλε μια βαλίτσα – μεγάλη, μπλε, με ρόδες. Εκείνη με την οποία κάποτε είχαν πάει στη Χαλκιδική, όταν ακόμα πήγαιναν κάπου μαζί.
Ο Γιάννης την ακολούθησε με το βλέμμα, αλλά δεν είπε τίποτα. Φαντάστηκε πως η γυναίκα του έκανε το εποχικό άδειασμα ντουλαπιών.
Όμως η Νατάσα άνοιξε τη μισή ντουλάπα του Γιάννη.
Πουκάμισα – ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Προσεκτικά. Σώβρακα, κάλτσες – στην πλαϊνή τσέπη. Τζιν – ένα καλό, ένα για τη δουλειά. Ένα γκρι πουλόβερ, δώρο της μάνας του. Ξυριστική μηχανή απ’ το μπάνιο. Οδοντόβουρτσα.
Ο Γιάννης εμφανίστηκε στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας και για λίγα δευτερόλεπτα κοίταζε σιωπηλός. Μετά κατάλαβε.
– Τι κάνεις εσύ εκεί;
– Σου ετοιμάζω βαλίτσα, απάντησε η Νατάσα με τον ίδιο τόνο που έλεγε «το φαγητό είναι στο μάτι» ή «τελείωσε το ψωμί».
– Ποια βαλίτσα; Γιατί;
– Μα είπες να ξεφορτωθούμε. Οπότε εγώ ξεφορτώνομαι.
Ο Γιάννης ανοιγόκλεισε τα μάτια. Μετά κάθισε στην άκρη του κρεβατιού αργά, λες και τον εγκατέλειψαν τα πόδια.
– Για ένα σκυλί;
– Όχι για ένα σκυλί. Για σένα.
Έκλεισε το φερμουάρ και ίσιωσε. Ο Φούντης μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και ξάπλωσε στο κατώφλι, σαν να φύλαγε σκοπιά.
– Θα σου πω, Γιάννη, αφού έτσι ήρθε η κουβέντα. Εσύ τον λες τον Φούντη παρασιτικό. Δεν ξέρει να κυνηγάει, καμία χρησιμότητα. Ας μετρήσουμε λοιπόν ποιος έχει χρησιμότητα εδώ.
– Νατάσα, μην αρχίζεις.
– Ο Φούντης δεν φέρνει πάπια, αλήθεια. Αλλά κάθε πρωί με υποδέχεται σαν να ήμουν έξι μήνες σε αποστολή. Βάζει το πόδι του στο γόνατό μου όταν κλαίω. Και κλαίω, Γιάννη, συχνά. Γιατί εσύ γυρίζεις από τη δουλειά – κι αμέσως στην τηλεόραση. Από το κυνήγι – στον καναπέ. Τηλεφώνησες την τελευταία φορά όταν ήρθε μεγάλος ο λογαριασμός του ρεύματος. Τρεις προτάσεις στη σειρά – ήταν γεγονός.
Ο Γιάννης άνοιξε το στόμα.
– Συγκρίνεις εμένα μ’ ένα σκυλί;
– Δεν συγκρίνω. Διαπιστώνω. Ο Φούντης είναι ζωντανός. Νιώθει. Αγαπάει. Απλά, χωρίς αντάλλαγμα. Δεν χρειάζεται να είμαι λεπτή ή να του φτιάχνω φαγητό. Χρειάζεται να υπάρχω. Εσύ, Γιάννη, πότε χάρηκες την τελευταία φορά που υπάρχω;
Η σιωπή στο δωμάτιο κρεμάστηκε σαν μπουγάδα σε σκοινί – βαριά, μουσκεμένη, άβολη.
Ο Γιάννης κοίταζε τη βαλίτσα. Μετά τη γυναίκα του. Ο Φούντης σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε χωρίς μνησικακία, χωρίς θυμό. Απλά τον κοίταξε. Τα σκυλιά δεν κρατάνε κακία, η καρδιά τους είναι πολύ μεγάλη γι’ αυτό.
– Δεν το εννοούσα, είπε ο Γιάννης. Εξαγριώθηκα. Τα παιδιά γελούσαν.
– Τα παιδιά γελούσαν. Κι εσύ, για να μην ντραπείς μπροστά τους, αποφάσισες να πετάξεις ένα ζωντανό πλάσμα. Που σε εμπιστεύεται. Που τρέχει κοντά σου όταν γυρίζεις σπίτι. Κι αυτό που θα το πετάξεις – δεν το ξέρει. Νομίζει ότι είσαι καλός.
Ο Γιάννης έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια. Τα γένια τον τσίμπαγαν – δεν είχε ξυριστεί δύο μέρες στο κυνήγι.
– Και λες, η βαλίτσα είναι σοβαρό;
Η Νατάσα έμεινε σιωπηλή. Απ’ έξω τα σπουργίτια μάλωναν στη μουριά. Το ψυγείο βούιξε και σταμάτησε.
– Σοβαρό, Γιάννη. Δεν είναι για τον Φούντη. Ο Φούντης ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε. Εσύ μίλησες έτσι για ένα ζωντανό – «να το ξεφορτωθούμε», «στην εθνική». Κι αύριο αν εγώ δεν σου κάνω – θα με ξεφορτωθείς; Θα με πας στη μάνα μου – «δεν χρειάζεται πια, πάρτε την»;
– Μεγάλο το είπες.
– Εσύ το είπες μεγάλο. Από καιρό. Έπαψες να βλέπεις ότι γύρω σου υπάρχουν ζωντανοί. Εγώ είμαι ζωντανή. Ο Φούντης είναι ζωντανός. Δεν είμαστε εργαλεία. Δεν είμαστε όπλο που το πουλάς αν ρίχνει στραβά. Είμαστε οικογένεια. Και την οικογένεια δεν την πετάς.
Ο Γιάννης καθόταν κι ένιωθε όπως δεν είχε νιώσει καιρό. Παλιά πώς ήταν – έλεγε αυτός, συμφωνούσε η γυναίκα του. Όχι γιατί η Νατάσα ήταν άβουλη. Ήξερε να σωπαίνει – υπομονετικά, με τον τρόπο των γυναικών. Προστάτευε. Εξομάλυνε. Κι εκείνος είχε συνηθίσει ότι μπορούσε να λέει όποια βλακεία – και τίποτα δε θα γινόταν.
Κι όμως, γινόταν.
Ο Φούντης πλησίασε τον Γιάννη κι έτριψε την υγρή μύτη του στο χέρι του. Απλά πλησίασε, γιατί είδε ότι ο άνθρωπος ήταν χάλια. Κι όταν κάποιος είναι χάλια, πρέπει να είσαι δίπλα. Ο Φούντης το ήξερε όχι με το μυαλό – με το ένστικτο, με όλο του το κόκκινο τρίχωμα.
Ο Γιάννης κοίταξε το σκυλί. Την υγρή μύτη, τα καστανά μάτια, την ουρά που κουνήθηκε δειλά – σαν να λέει, λοιπόν, ειρήνη;
Κι εκεί τον έπιασε. Όχι να κλάψει – άντρας ήταν. Αλλά κάτι αναποδογύρισε μέσα του, σαν βάρκα στο κύμα – μπουμ, και ήσουν στην άλλη μεριά.
– Νατάσα. Βγάλε τη βαλίτσα.
– Γιατί;
– Γιατί, είπε και χάιδεψε τον Φούντη στο κεφάλι, είμαι βλάκας.
– Το ξέρω. Το ερώτημα είναι: βλάκας που μαθαίνει, ή που όσο κι αν του χτυπάς το κεφάλι, τίποτα;
Ο Γιάννης χαμογέλασε. Ακόμα και τώρα – ήξερε.
– Μαθαίνω. Συγνώμη. Για τον Φούντη. Και για όλα.
Η Νατάσα πλησίασε τη βαλίτσα, την άνοιξε. Έβγαλε την ξυριστική, την οδοντόβουρτσα, τις άφησε στο κομοδίνο.
– Τα πουκάμισα θα τα κρεμάσεις μόνος σου.
Ο Γιάννης έγνεψε. Έσκυψε προς τον Φούντη και τον έξυσε πίσω από το αυτί.
– Λοιπόν, παρασιτικό, η φωνή του έτρεμε λίγο. Συνεχίζουμε;
Ο Φούντης κούνησε την ουρά του τόσο δυνατά που παραλίγο να ρίξει το φωτιστικό. Πήδηξε, τον έγλειψε στη μύτη. Κάθισε και κοίταξε και τους δύο με εκείνη την έκφραση που έχουν μόνο τα σκυλιά: απόλυτη, άνευ όρων ευτυχία.
Στο επόμενο κυνήγι ο Γιάννης πήγε χωρίς τον Φούντη. Γύρισε με δύο πάπιες κι ένα σακουλάκι ζαχαρωμένα κόκκαλα απ’ την αγορά.
– Για ποιον είναι; ρώτησε η Νατάσα, αν και ήξερε.
– Για τον παρασιτικό, μουρμούρισε ο Γιάννης. Και χαμογέλασε.
Και η βαλίτσα η Νατάσα την έβαλε πίσω στο πατάρι. Αλλά όχι πολύ βαθιά. Για να μπορεί να την πιάσει.
Για παν ενδεχόμενο.







