Μαμά, τι τρενά, πάρε το σφραγίδι εδώ και εκεί και άφησε το εξοχικό μέχρι την Κυριακή. Αυτό θα είναι δικό μου.
Η Ευαγγελία έριξε στο πρόσωπό μου ένα φακέλο με την έκφραση πως δεν της έδωσα σωστή απόδοση στο μάρκετ. Όχι κόρη, αλλά φορολογική ελεγκτική. Σκούπισα αργά τα χέρια μου με το σπιτικό που άρωμαζε άνηθο και φύλλα βατόμουρου· μόλις τύλιγγα αγγούρια, την κοίταξα με μακρύ βλέμμα.
Κι εγώ σκέφτηκα: «Τέλος πάντων, περίμενα αυτή τη στιγμή».
Στο τσανί μου βρισκόταν και η δική μου δουλειά. Τα δικά μου χαρτιά ήταν πιο ενδιαφέροντα από τα δικά της.
Και όλα ξεκίνησαν πριν από μισό χρόνο
Τον Φεβρουάριο με κάλεσε η συμβολήτρια, η Βαλεντίνα Σεργιλεόπουλου, γνωρίσματα από πάνω από είκοσι χρόνια. Ακόμα και ο νεκρός σύζυγός της τον φρόντιζα στο νοσοκομείο, σαν νοσηλεύτρια για σαράντα χρόνια.
Γαλή, είσαι εκεί; Ο Σάκης σου άφησε διαθήκη. Μόνο εγώ έχω φτάσει να τη διαβάσω.
Ο Σάκης ήταν ο μεγάλος αδερφός μου. Πέθανε πριν τρία χρόνια, χωρίς παιδιά. Σκέφτηκα πως μετά τον ίδιο άφησε μόνο το «δυίκλινο» στην Καραϊσκάκη, που κανονίστηκε αμέσως ανάμεσά μας ένα τρίτο για μένα, τα υπόλοιπα στους ξαδέρφους.
Βάλια, τι διαθήκη; τα έχουμε όλα τακτοποιημένα.
Είσαι εκεί ή όχι; η εξοχική του στην Καραϊσκάκη. Είκοσι στρέμματα με σπίτι. Σε σένα μόνο το κληρονόμησε με ξεχωριστή διαθήκη το 2020. Η γραμματέσσα μου είχε μπλέξει τα φακέλους.
Κάθισα στο σκαμνί στην είσοδο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά. Η εξοχή στην Καραϊσκάκη, μόλις πέρασε η νέα αυτοκινητόδρομος που χτίστηκε πέρυσι. Ένα στρέμμα εκεί κοστίζει ένα εκατομμύριο. Είκοσι στρέμματα, ξέχνα πόσα θα βγάλω.
Ε γιατί δεν μου το είπε;
Διάβασε το σημείωμα. Το άφησε.
Αυτή τη μέρα πήγα στη Βαλεντίνα. Στο φάκελο του Σάκη βρέθηκε ένα μικρό τετράδιο, γραμμένο με τα λυγισμένα του χεράκια:
«Γαλή, αυτό είναι για σένα. Όχι για την Ευαγγελία. Ποτέ δεν ήρθε στο νοσοκομείο μου, ενώ της ζήτησα. Εσύ με ταΐζες από το πιάτο. Μην μοιράζεσαι τα λεφτά με αυτήν θα τα φάει χωρίς να το ξέρει. Να είναι η αποταμίευσή σου για το γηράσκον. Σάκης.»
Έκλεισα τα δάκρυά μου. Δεν ήταν για τα λεφτά. Ήταν επειδή ο αδερφός μου, που ξαπλωμένος με σωληνώσεις, κατέληξε να με δει ως άνθρωπο, όχι ως υπηρέτρια.
Η Ευαγγελία την ανέβασα μόνη της από τη στιγμή που ήταν έξι. Ο σύζυγός μου έφυγε με μια πωλήτρια από το σούπερ μάρκετ, ζήσανε ευτυχισμένοι. Έπρεπε να τα βάλω τα δυο την κόρη και τη μητέρα μου που ήταν άρρωστη. Η μητέρα πέθανε, η Ευαγγελία μεγάλωσε, παντρεύτηκε τον Ιωάννη καλός τύπος, αλλά με τα γόνατά της.
Ξέρετε πώς είναι; Μόλις η μητέρα δεν χρειάζεται κάθε μέρα, γίνεται «κατ’ απαίτηση». Να κάτσει με τα εγγόνια. Να ψήσει κροκέτες. Να δανειστείς λεφτά «μέχρι τον μισθό» (επαναπληρώθηκαν δύο φορές σε δέκα χρόνια).
Η εξοχή που χτίσαμε με τον πεθαμένο σύζυγο θεωρήθηκε της Ευαγγελίας. Και της: «Μαμά, έρχομαι το Πάσχα, μαγέα το λουτρό». «Μαμά, ο Κώστας θα είναι όλο το καλοκαίρι». «Μαμά, βάλε χρώμα στο φράχτη του Ιωάννη, δεν υπάρχει χρόνο».
Δεν αντιτάχθηκα. Ήμουν ήσυχη. Σαράντα χρόνια νοσηλεύτρια εκεί δεν μαλώνεις, απλώς χαμογελάς και τσιμπάς.
Τις κληρονομικές παρτίδες δεν μίλησα στην Ευαγγελία. Καθόλου. Δεν ξέρω γιατί, η καρδιά μου έσφυσε. Όλα τα έκανα με τη Βαλεντίνα σιωπηλά, χωρίς φασαρία. Έβαλα τα έγγραφα στο ντουλάπι, πίσω από το σερβίς, που η Ευαγγελία δεν ανέχεται.
Μέσα σε ένα μήνα άρχισαν οι παράξενες κλήσεις.
Μαμά, ήξερες ότι ο Θείος Σάκης είχε κι άλλο εξοχικό;
Στάθηκα με το κινητό στο αυτί, καθισμένη στην κουζίνα, καθαρίζοντας πατάτες.
Από πού το ξέρεις, Ευαγγελίτσα;
Ο Ιωάννης μίλησε με κάποιον στο Καραϊσκάκη. Λέει ότι το οικόπεδο του Θείου Σάκη δεν έχει γραφτεί. Μαμά, είναι κληρονομιά! Πρέπει να το τακτοποιήσουμε γρήγορα, πριν το πάρουν!
Η λέξη-κλειδί: «μας». Όχι «δική σου, μαμά». Μας.
Ευαγγελία, θα τα φτιάξω.
Μαμά, δεν καταλαβαίνεις τίποτα από τα χαρτιά! Θα το κάνω εγώ. Μόνο δώσε μου την πληρεξούσια για τη διαχείριση της κληρονομίας. Η φίλη μου δικηγόρος λέει ότι έτσι είναι πιο εύκολο.
Τότε κάτι ξαφνικά κλίνησε στο μυαλό μου. Ήσασταν η μητέρα. Ξέρεις τις «πληρεξουσίες» απλώς για να μεταβιβάσουν τα πράγματα στον εαυτό τους. Δεν ήμουν δικηγόρος, αλλά σαράντα χρόνια άκουγα φήμες στο τμήμα υπήρχαν τέτοιες παγίδες που η μαμά δεν έπρεπε να παρενοχληθεί.
Εντάξει, κορίτσι μου. Ελάτε το Σάββατο, θα το υπογράψω.
Κοίμησα το τηλέφωνο. Κοίταξα τις πατάτες και γέλασα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια σιωπηλά, δυνατά, στην άδεια κουζίνα.
Το Σάββατο η Ευαγγελία ήρθε όχι μόνη. Με τον Ιωάννη και τη «φιλή δικηγόρο» μια κοπέλα 25 ετών, αιχμηρή σαν τσίμπι, με κοστούμι που της έλειπε το μέγεθος.
Μαμά, αυτή είναι η Λεία. Θα μας βοηθήσει με τα έγγραφα.
Η Λεία άπλωσε στο τραπέζι χαρτιά σαν φάκελο χαρτοπαίγνιδων.
Καλεσώ Παπαδοπούλου, εδώ είναι η γενική πληρεξούσια, εδώ η άδεια για την αγωγή, εδώ η απόσυρση του προτιμίου
Απ τι αποσύρεται; ρώτησα αργά, κοιτάζοντας τα κουρασμένα χέρια μου.
Ε είναι τεχνικό χαρτί, η Ευαγγελία χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που της έδειξα όταν ήταν μικρή το γοητευτικό για καθηγητές.
Ευαγγελία, σήκωσα τα βλέφαρα. Πες μου αλήθινά. Θες το εξοχικό του Σάκη για σένα ή για μένα;
Σηκώθηκε μια παύση. Ο Ιωάννης ξέσπασμα, έσπασε το τηλέφωνο. Η Λεία ψάχνει το στυλό.
Μαμά, τι σημασία έχει; Στο τέλος θα είναι δικό σου. Τι να ασχολείσαι με τους φόρους σε αυτή τη ηλικία;
«Σε αυτή τη ηλικία». 55, θυμάμαι. Στην εργασία μένει μισή απασχόληση, γιατί οι νέοι δεν ξέρουν πώς να δίνουν ενέσεις στους ηλικιωμένους χωρίς να αφήνουν σημάδια.
Ας το κάνουμε έτσι είπα ήσυχα. Θα το σκεφτώ μέχρι το επόμενο Σαββατοκύριακο.
Η Ευαγγελία έσφιξε τα χείλη, αλλά δεν έδειξε τίποτα.
Εντάξει. Μην σκέφτεσαι πολύ. Αλλιώς θα μας πάρει μιστό χρόνο.
Αφού έφυγαν, πήρα από το ντουλάπι τα δικά μου έγγραφα. Χτύπησα το σφραγίδα. Κάλεσα τη Βαλεντίνα.
Βαλεντίνε, ας φτιάξουμε ακόμα ένα χαρτί.
Τότε συνέβη αυτό που ακόμα θυμάμαι με ρίγος.
Τρεις μέρες αργότερα η Ευαγγελία μίλησε με μεταλλικό τόνο:
Μαμά, έμαθα όλα. Ο Θείος Σάκης έγραψε διαθήκη για σένα. Το ήξερες;
Ήξερα, απάντησα ήρεμη, ανακατεύοντας μαρμελάδα.
Και σιωποιβες; Μαμά, είσαι τρελή; Είναι εκατομμύρια! Θες να τα πάρεις όλα μόνος σου;
Ευαγγελία, αυτό μου το άφησε ο αδερφός. Με γράμμα.
Ποιο γράμμα; Δείξε!
Όχι.
«Όχι» η λέξη που ποτέ δεν είχα πει στην κόρη μου.
Τρελαίνομαι! Θα έρθουμε Σάββατο. Θα μεταγράψεις όλα σε μένα. Όπως η σωστή μητέρα, όχι σαν εγωιστική!
Ήχοι τηλεφώνου.
Τα χέρια μου τρέμαναν. Κάθισα και κοίταξα έξω το παράθυρο. Σκέφτηκα· μήπως έκανα λάθος; Μήπως η καρδιά μου είναι τσέπη;
Θυμάμαι τον Σάκη στο νοσοκομείο. Με κράτησε το χέρι και μου είπε: «Γαλή, είσαι καλή. Σε εκμεταλλεύονται, αλλά είσαι καλή».
Απώθηκα τα τρέμουλα.
Το Σάββατο έφτασαν τριένας η Ευαγγελία, ο Ιωάννης και η Λεία. Η Ευαγγελία μπήκε χωρίς χαιρετισμό, έριξε τα χαρτιά στο τραπέζι.
Σκούπισα τα χέρια μου με το πουλόβερ. Έβγαλα από την τσέπη του παλτό μου το δικό μου έγγραφο. Το άνοιξα και το άφησα δίπλα στα δικά της.
Τι είναι αυτό; ρώτησε η Ευαγγελία με κλειστά μάτια.
Ε, μικρή μου, είναι δώρο. Από εμένα. Για την εξοχή στην Καραϊσκάκη.
Τα μάγουλα της κοκκίνησαν.
Σε εμένα;
Όχι, μωρό μου. Στο παιδικό κέντρο του Αττικού. Έχει ήδη εγγραφεί στο Αστικό Γραφείο. Πείτε στο τηλέφωνο της Βαλεντίνας Σεργιλεόπουλου, συμβολήτρια, υπάρχει στο τηλεφωνικό κατάλογο.
Η σιωπή ήταν βαρύς, τόσο βαθειά που άκουγες το βούτηγμα μιας μύγας στον τοίχο.
Δυσκολεύεσαι.
Δώσατε… εκατομμύρια σε ξένους…
Τα έδωσα σε παιδιά που πεθαίνουν. Όχι σε μια ηλικιωμένη που θυμάται τη μητέρα της μόνο όταν τελειώνουν τα αγγούρια.
Ο Ιωάννης έκλεισε το πρόσωπό του με το χέρι, ντροπιασμένος.
Είσαι τρελή! Θα σε πάμε στο δικαστήριο! Θα ελέγξουμε την ικανότητά σου!
Χαμογέλιζα σιωπηλά, με το ένα χείλι του γυαλίζοντας.
Έλεγξε, κορίτσι μου. Έχω και εγγραφή ψυχίατρου η Βαλεντίνα μου το έβαλε να το βάλω πριν την πράξη, προληπτικά. Για τυχόν ενδεχόμενα. Ξέρεις για τι εννοώ; Για αυτά τα πράγματα.
Η Λεία χωρίς λόγια μάζεψε τα χαρτιά της. Κατάλαβε πιο γρήγορα όλους.
Ευαγγελία, πάμε, μου είπε σιγανά. Δεν υπάρχει πια τίποτα να κάνουμε.
Κι αυτήν την εξοχή θα τη μεταβιβάσω στον εγγονό. Στον Κώστας. Με προϋπόθεση να την κληρονομήσει στα 18. Μέχρι τότε είναι δική μου. Θέλετε να τον φέρετε το καλοκαίρι; Ελάτε. Αλλά με ευγένεια, όχι «μαμά, φέρνε το παιδί, πάμε στην Τουρκία».
Η Ευαγγελία γύρισε στην πόρτα, το πρόσωπό της άσπρο σαν τη νεροχύτη μου.
Δεν είσαι πια η μητέρα μου.
Εντάξει, απάντησα. Και εσύ δεν είσαι πια η ταμίας μου.
Η πόρτα χτύπησε. Ο κινητήρας ενός αυτοκινήτου βρυχόταν στην αυλή. Στάθηκα μια στιγμή, μετά συνέχισα να ψήνω τη μαρμελάδα μου με βατόμουρο το αγαπημένο του Σάκη.
Τρία μήνες περάσαν. Η Ευαγγελία δεν τηλεφωνεί. Ο Ιωάννης στέλνει σπάνια μηνύματα, «συγγνώμη, Γαλή, θα ξανασκεφτεί». Ο Κώστας έρχεται το φθινόπωρο μαζί μου, να ψήσουμε τηγανίτες, χωρίς γονείς. Ο Ιωάννης τον φέρνει και τον πηγαίνει σπίτι.
Δεν έγινε δίκη. Δεν τολμούσε. Ήξερε ότι θα χάσει τα έγγραφα, μάρτυρες, συμβολήτρια, και κυρίως το γράμμα του Σάκη, που τελικά έδειξα στη Βαλεντίνα, προστέθηκε στο πρακτικό.
Το παιδικόΚι έτσι, στο κήπο της Καραϊσκάκης, η γηράσκον μου απολαμβάνει το απαλό αεράκι, το ξέπλεγμα των αμπελώνων και το γλυκό γέλιο που της ανήκει μόνο της.







