– Λοιπόν, τι έμεινε από τη γιορτή; Πρέπει να ταΐσω ακόμα την κόρη μου! – Η θεία κοίταζε το τραπέζι με άπληστη ανησυχία.

– Λοιπόν, τι έμεινε από το γλέντι; Πρέπει να ταΐσω την κόρη μου! Η θεία κοίταζε το τραπέζι με άπληστη ανησυχία.

Ο Νίκος κοίταξε την αδερφή της μητέρας του, τη Βερόνικα, και μετά βίας συγκρατήθηκε από μια απότομη απάντηση. Οι καλεσμένοι ήταν ακόμα καθισμένοι γύρω από το τραπέζι, κι εκείνη είχε ήδη βγάλει τρία πλαστικά δοχεία από την τσάντα της.

Στο μεγάλο πιάτο είχαν μείνει μερικά κομμάτια ψητού κρέατος, δίπλα σαλάτες και μια σχεδόν ολόκληρη πίτα.

– Θεία Βερόνικα, δεν ήπιαμε ακόμα τσάι, – της θύμισε ο Νίκος. – Περιμένετε τουλάχιστον μέχρι το τέλος της βραδιάς.

– Μα εγώ σας ενοχλώ; Πιείτε το τσάι σας. Εγώ θα πάρω λίγα, για να φάει η Τάνια όταν γυρίσει από τη δουλειά. Δουλεύει μέχρι τις εννιά σήμερα, το καημένο, δεν προλαβαίνει να μαγειρέψει, η άτυχη κόρη μου.

Η Τάνια ήταν είκοσι εννέα χρονών. Ζούσε μόνη της και κέρδιζε καλά.

Η Βερόνικα άπλωσε το χέρι προς το κρέας, αλλά ο Δημήτρης μετακίνησε το πιάτο προς τους καλεσμένους.

– Ο κόσμος τρώει ακόμα. Όταν φύγουν όλοι, θα δούμε τι θα μείνει.

– Δημήτρη, λυπάσαι ένα κομμάτι κρέας; – αγανάκτησε η θεία.

Ο Νίκος παρατήρησε ότι η μητέρα του, η Ιουλία, απέστρεψε το βλέμμα. Πάντα προσπαθούσε να μην προσέχει τις συνήθειες της μικρότερης αδερφής της. Μόλις κάποιος από την οικογένεια αντέδρασε, εκείνη αμέσως ζητούσε να μην είναι τσιγκούνηδες και να μην χαλάνε τις σχέσεις για το φαγητό.

Αυτό γινόταν σχεδόν σε κάθε οικογενειακή γιορτή. Η Βερόνικα ερχόταν με ένα φτηνό κουτί σοκολατάκια ή εντελώς με άδεια χέρια, και καθόταν πρώτη στο τραπέζι. Διάλεγε τα καλύτερα κομμάτια, ζητούσε να της περάσουν τις σαλάτες, και μετά το δείπνο έβγαζε τα δοχεία της.

Κάποτε η θεία είχε πάρει μισή πίτα πριν προλάβουν οι οικοδεσπότες να την κόψουν. Άλλη φορά ζήτησε να της πακετάρουν τέσσερις μερίδες ζεστό φαγητό – λέει, η Τάνια ήθελε να κεράσει τις φίλες της.

Ο Δημήτρης είχε θυμώσει πολύ τότε, αλλά η γυναίκα του τον τράβηξε γρήγορα στην κουζίνα.

– Δημήτρη, μην αρχίζεις μπροστά στους καλεσμένους, για όνομα του Θεού! Η Βερόνικα θα προσβληθεί, και πάλι δεν θα τηλεφωνεί για ένα μήνα.

– Ας σιωπήσει και για έναν χρόνο! Γιατί πρέπει να ταΐζουμε και την ενήλικη κόρη της;

– Α, άσε, έτσι κι αλλιώς θα περισσέψει το φαγητό! Κρίμα είναι; Ας το πάρει.

Ο Νίκος σιωπούσε μόνο για χάρη της μητέρας του. Ο μικρότερος αδερφός του, ο Άρης, επίσης προσπαθούσε να μην ανακατεύεται, αν και μετά από κάθε οικογενειακό τραπέζι γκρίνιαζε ότι η θεία έπαιρνε στην τσάντα της περισσότερα από όσα έτρωγαν τρεις καλεσμένοι μαζί.

Πλησίαζε τα εξηκοστά γενέθλια της μαμάς. Ο Νίκος αποφάσισε να της κάνει ένα πραγματικά πολύτιμο δώρο – μάζευε για αρκετούς μήνες.

Στο κοσμηματοπωλείο διάλεξε χρυσά σκουλαρίκια με λεπτές λαμπερές πέτρες. Ο Άρης είδε τη φωτογραφία στο κινητό και ενθουσιάστηκε: βρήκε σε έναν κατάλογο ένα μενταγιόν από την ίδια σειρά.

Ενώ εκείνη με τρεμάμενα δάχτυλα φορούσε τα σκουλαρίκια, ο Άρης της πρόσφερε το μενταγιόν. Βλέποντας ότι ήταν σετ, η μαμά συγκινήθηκε πολύ, αγκάλιασε τα παιδιά και άρχισε να λέει με τη συνηθισμένη φωνή της ότι ξόδεψαν πάρα πολλά.

– Για να δω, – η Βερόνικα άρπαξε αδιάκριτα τις θήκες. Κοίταξε επίμονα τη σφραγίδα, έξυνε με το νύχι της το κούμπωμα. – Μάλλον ξοδέψατε μια περιουσία; Οι πέτρες τουλάχιστον δεν είναι γυαλί;

– Είναι χρυσός, όλα γράφονται στην ετικέτα, – την έκοψε ο Νίκος. – Το σημαντικό είναι ότι αρέσει στη μαμά.

Η θεία κοίταξε την αδερφή της, μετά γύρισε με ένα ελαφρύ χαμόγελο στον ανιψιό:

– Λοιπόν, Νίκο. Σε τρεις μήνες έχω κι εγώ επέτειο. Περιμένω ένα ίδιο σετ. Μόνο οι πέτρες να είναι πράσινες, σμαράγδια ή κάτι τέτοιο! Θα ταιριάζουν με τα μάτια μου.

Στο τραπέζι έπεσε σιωπή. Ο Νίκος στην αρχή νόμισε ότι ήταν ένα κακόγουστο αστείο, αλλά η θεία κρατούσε στα χέρια της το ξένο κουτί με απόλυτη σοβαρότητα.

– Από πού κι ως πού πρέπει να σας αγοράσω χρυσό; – ρώτησε ευθέως.

– Τι εννοείς «από πού»; – σήκωσε τα φρύδια της έκπληκτη η Βερόνικα. – Είμαι η αδερφή της μητέρας σου! Χρειάζομαι κι εγώ ακριβά δώρα.

Ο Νίκος γύρισε νοερά πίσω στα παιδικά του γενέθλια. Από τη θεία συνήθως έπαιρνε κάλτσες, μια κούπα, ή ένα πακέτο μπισκότα. Στα ενήλικα γενέθλιά του είχε έρθει με μια άδεια κάρτα, και μετά ζήτησε να την πάει στην άλλη άκρη της πόλης – η βενζίνη τότε του κόστισε περισσότερο από τον «χαιρετισμό» της. Αλλά τώρα μιλούσε με τέτοια αυτοπεποίθηση σαν να είχε χρηματοδοτήσει την εκπαίδευσή του.

– Δεν είστε μητέρα μου, – είπε ήρεμα ο Νίκος. – Τα δώρα σας ας τα διαλέξουν οι δικοί σας άνθρωποι.

– Η Τάνια δυσκολεύεται τώρα, – βρήκε αμέσως απάντηση η θεία. – Δεν θα ζητήσω χρυσό από το κορίτσι. Εσύ όμως είσαι άντρας με λεφτά, θα μπορούσες να δείξεις σεβασμό στους μεγαλύτερους.

Η μαμά προσπάθησε να εξομαλύνει τα πράγματα, αν και από το πρόσωπό της ήταν φανερό πόσο άβολα αισθανόταν:

– Βερόνικα, φτάνει τα αστεία. Ας παραγγείλουμε τσάι, φέρνουν την τούρτα.

– Τι αστεία, Ιουλία; Στη μάνα χρυσά, και την αδερφή την αδικείς; Περιμένω το σετ στα γενέθλιά μου! Ο Άρης ας συνεισφέρει κι αυτός, αφού είστε όλοι τόσο πλούσιοι.

Ο Άρης άφησε το πιρούνι και γέλασε:

– Από πότε πρέπει να χρηματοδοτούμε τα θέλω σας;

– Από το ότι οι συγγενείς πρέπει να είναι ίσοι! Η Ιουλία πήρε και σκουλαρίκια και μενταγιόν! Λοιπόν, αν δεν θέλετε να μου κάνετε δώρο, τότε εγώ θα πάρω το μενταγιόν! Ιουλία, σου φτάνουν μόνο τα σκουλαρίκια!

Η Βερόνικα με αδιακρισία άπλωσε το χέρι κατευθείαν στον λαιμό της αδερφής της. Η μαμά τραβήχτηκε πίσω. Ο Νίκος έχασε την ψυχραιμία του – όλη η δυσαρέσκεια που είχε συσσωρεύσει χρόνια ξεχύθηκε μαζί.

– Προσπαθείτε σοβαρά τώρα να βγάλετε από τη μαμά το δώρο; – ο Νίκος σταμάτησε το χέρι της θείας. – Της δώσατε εσείς ποτέ κάτι πιο ακριβό από αυτές τις κουζινικές πετσέτες;

– Μη μου μιλάς έτσι! – τον μάλωσε η Βερόνικα. – Τα δικά μου έσοδα είναι άλλα. Και γενικά, το σημαντικό είναι η προσοχή!

– Αντίθετα, τα ξένα λεφτά ξέρετε να μετράτε. Έρχεστε σε κάθε γιορτή με άδεια χέρια, πρώτη γεμίζετε το στόμα σας, και μετά βγάζετε το φαγητό με δοχεία!

– Και πάντα κρύβεστε πίσω από την Τάνια, η οποία είναι πια ενήλικο άλογο και μπορεί μόνη της να αγοράσει το βραδινό της!

Το πρόσωπο της θείας κοκκίνισε. Τράβηξε βίαια την καρέκλα και γύρισε στην αδερφή της:

– Ιουλία! Ακούς πώς μου μιλάει το παιδί σου; Βάλτο στη θέση του! Μας ντροπιάζει μπροστά σε όλους!

Η μαμά κοίταζε μπερδεμένη τον γιο και την αδερφή της. Ο Νίκος περίμενε τη συνηθισμένη φράση: «Νίκο, σταμάτα, μην μπλέκεσαι…»

Αλλά τότε μίλησε ο πατέρας.

– Ο Νίκος έχει δίκιο, – είπε με βαρύτητα. – Εγώ σιωπούσα μόνο για χάρη της Ιουλίας. Εσύ δεν έρχεσαι σε μας σαν συγγενής, αλλά σαν σε δωρεάν καντίνα με take away.

– Α, έτσι; Συνωμοτήσατε; – η Βερόνικα γύρισε στον μικρότερο ανιψιό. – Εσύ θα αρχίσεις τώρα να μετράς πόσα κομμάτια έφαγα;

– Μπορώ να σας θυμίσω πως τραβήξατε φαγητό από τα γενέθλιά μου πριν καν καθίσουν οι καλεσμένοι, – μουρμούρισε ο Άρης. – Και μετά κάνατε νάζι επειδή δεν σας δώσαμε ολόκληρη την τούρτα.

– Αχάριστοι! – ούρλιαξε η θεία. – Ιουλία, ποιους μεγάλωσες; Καμία εκτίμηση προς τους μεγαλύτερους!

Τράβηξε απότομα την τσάντα της, έβγαλε τα πλαστικά δοχεία κι άρχισε να μαζεύει μέσα τους τα κομμάτια του πιάτου.

– Αφού σας ενοχλώ, τουλάχιστον στην Τάνια θα πάρω φαγητό! Αυτή δεν φταίει σε τίποτα!

Ο Νίκος πλησίασε ήρεμα, σταμάτησε το δοχείο κι άδειασε το κρέας πίσω στο πιάτο.

– Σήμερα είναι τα γενέθλια της μαμάς, όχι κέντρο διανομής ανθρωπιστικής βοήθειας! Τίποτα δεν θα βγάλετε από εδώ.

– Δώσ’ το μου, ανόητε! – φώναξε η Βερόνικα. – Με εξευτελίσατε, μου στερήσατε το δώρο, και τώρα με λιμοκτονείτε; Δώσε πίσω το κρέας, το είχαμε κρατήσει για την Τάνια!

Οι καλεσμένοι είχαν παγώσει, κάποιος έκρυβε το γέλιο του. Ο Νίκος κοίταξε τη μαμά – φοβόταν μην αρχίσει να κλαίει.

Αλλά η μαμά ξεκούμπωσε αργά το κούμπωμα στον λαιμό της, τοποθέτησε προσεκτικά το μενταγιόν στη βελούδινη θήκη και σήκωσε τα μάτια στην αδερφή της.

– Ξέρεις, Βερόνικα… Κουράστηκα. Κουράστηκα σε κάθε γιορτή να υπολογίζω πόσο φαγητό πρόλαβες να βάλεις στις τσέπες σου. Κουράστηκα να φωνάζω στον άντρα μου και στα παιδιά μου να ανέχονται τις παραξενιές σου, για να μην τσακωθούμε. Ο Νίκος έχει δίκιο! Πήρες την καλοσύνη μας για αδυναμία.

Η θεία σταμάτησε. Δεν περίμενε τέτοια αντίσταση από την πάντα υποχωρητική αδερφή της.

– Εσύ… εσύ παίρνεις το μέρος τους; Εγώ είμαι η αδερφή σου!

– Δεν είναι ξένοι για μένα, Βερόνικα. Είναι ο άντρας μου και τα παιδιά μου! Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε.

– Τότε δώστε μου τουλάχιστον το ζεστό για το παιδί! – ζήτησε πιο ήσυχα, αλλά ακόμα θυμωμένα.

Ο πατέρας έβγαλε σιωπηλά το τηλέφωνο, κάλεσε ταξί, και μετά έσπρωξε προς το μέρος της την τσάντα με τις πετσέτες.

– Πάρε την τσάντα σου κι αυτά τα πράγματα πίσω. Τα υπόλοιπα μένουν στο τραπέζι.

– Το πόδι μου δεν θα ξαναπατήσει στο σπίτι σας! Τσιγκούνηδες! – φτύνοντας η θεία άρπαξε τα πράγματά της.

Η πόρτα του εστιατορίου έκλεισε με πάταγο. Η μαμά κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα την έξοδο, αναστέναξε βαριά.

– Μαμά, συγνώμη, – είπε χαμηλόφωνα ο Νίκος, καθίζοντας δίπλα της. – Δεν ήθελα να σου χαλάσω τη γιορτή. Αλλά, ρε γαμώτο, είχε ξεχειλίσει το ποτήρι.

– Δεν μου χάλασες τίποτα, γιε μου, – εκείνη χαμογέλασε αχνά και χάιδεψε το χέρι του. – Εγώ ήμουν αφελής, έπρεπε να την είχα βάλει στη θέση της νωρίτερα.

…Μετά από λίγες μέρες, η θεία εμφανίστηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ο Νίκος καθόταν στην κουζίνα όταν χτύπησε το τηλέφωνο της μαμάς, και από το ηχείο ακούστηκε δυνατά:

– Ιουλία, γεια. Έμεινε φαγητό από τα γενέθλια;

Η μαμά έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα, αλλά αυτή τη φορά η φωνή της δεν τρέμει.

– Βερόνικα, ακόμα κι αν έμεινε – σε σένα δεν θα το δώσω. Στο σπίτι θα έρθεις μόνο όταν μάθεις να σέβεσαι τους οικοδεσπότες, κι όχι να βλέπεις το σπίτι μας σαν δωρεάν εστιατόριο.

Στα γενέθλια της θείας, ο Νίκος απλά της έστειλε ένα συνηθισμένο μήνυμα το πρωί. Χρυσό, φυσικά, κανείς δεν έστειλε.

Η Βερόνικα περίμενε πολύ καιρό να την καλέσουν στο επόμενο οικογενειακό τραπέζι, αλλά η μαμά απλά τη διέγραψε από τη λίστα των καλεσμένων. Και αυτό μάλλον θα κρατήσει για καιρό…

Πιστεύετε ότι οι συγγενείς έπραξαν σωστά; Αφήστε τη γνώμη σας στα σχόλια και κάντε like!

Rate article
News 24 Justall
– Λοιπόν, τι έμεινε από τη γιορτή; Πρέπει να ταΐσω ακόμα την κόρη μου! – Η θεία κοίταζε το τραπέζι με άπληστη ανησυχία.