Γνωριστήκαμε στην πολυκλινική, στην ουρά για τον γιατρό. Εγώ είχα πάει για τις αυξομειώσεις της πίεσης, εκείνος περίμενε αποτελέσματα εξετάσεων. Αρχίσαμε να μιλάμε. Ο Γιώργος φαινόταν ήρεμος, αβίαστος άνθρωπος.
Είχαν περάσει οκτώ χρόνια από το διαζύγιό μου. Ο γιος μου ζούσε πια μόνος του. Οι φίλες μου είχαν τη δική τους ζωή: άλλες είχαν εγγόνια, άλλες εξοχικά, άλλες ατέλειωτες εξετάσεις και νοσοκομεία. Και ξαφνικά, δίπλα μου εμφανίστηκε ένας αληθινός άντρας. Δεν έπινε, δεν έκανε καβγάδες, δεν σήκωνε χέρι.
Τότε σκέφτηκα: να το, δώρο της μοίρας.
Εκπληκτικό πόσο χαμηλά κατεβάζουμε μερικές φορές τον πήχη. Δεν σε χτυπάει — ήδη είναι καλός.
Ο Γιώργος δούλευε σε μια αποθήκη. Ο μισθός ήταν μικρός, αλλά, όπως του άρεσε να λέει, «σταθερός». Αυτή η λέξη ήταν η αγαπημένη του.
Σταθερά κουραζόταν.
Σταθερά παραπονιόταν για την πλάτη του.
Σταθερά δεν μπορούσε να βοηθήσει στο σπίτι.
Και σταθερά περίμενε το βραδινό φαγητό ακριβώς στις επτά.
Όταν μετακόμισε σε μένα, έφερε δύο ταξιδιωτικές τσάντες, ένα παλιό λαπτοπ και τη μητέρα του στο τηλέφωνο.
Η μητέρα τηλεφωνούσε καθημερινά.
Στην αρχή το έβρισκα μάλιστα συμπαθητικό.
Να, ανησυχεί η άνθρωπος για τον γιο της.
Μετά κατάλαβα ότι τα διαρκώς:
— Έφαγες;
— Μην κρυώσεις;
— Ελένη, μάλλον ανοίγει τα παράθυρα, γι’ αυτό βήχει…
ακούγονταν σαν να τον λιμοκτονούσα και τον κρατούσα στο ρεύμα.
Ο πρώτος χρόνος φαινόταν ανεκτός.
Εγώ μαγείρευα — εκείνος έτρωγε.
Εγώ έπλενα — εκείνος φορούσε.
Εγώ αγόραζα τρόφιμα — εκείνος αναστεναζε:
— Πόσο ακρίβυναν όλα.
Και το έλεγε σαν να είχα εγώ συνεννοηθεί με τα μαγαζιά για τις νέες τιμές.
Μία φορά τον μήνα μου έδινε λεφτά.
Πενήντα ευρώ.
Μερικές φορές εβδομήντα.
Και το έκανε με τέτοια έκφραση, σαν μόλις να είχε ξοφλήσει στεγαστικό δάνειο για ολόκληρο το σπίτι.
— Ορίστε, για τα έξοδα. Αλλά χωρίς περιττές δαπάνες.
Κι εγώ πλήρωνα τους λογαριασμούς, αγόραζα τρόφιμα, απορρυπαντικά, τα φάρμακα για την πλάτη του, κάλτσες, κρέας σε προσφορές.
Και το τρομερότερο: αισθανόμουν κιόλας ευγνωμοσύνη για αυτά τα λεφτά.
Αυτό με τρομάζει τώρα περισσότερο απ’ όλα.
Μετά το δείπνο, στον Γιώργο άρεσε να βγάζει έναν βαρύ αναστεναγμό.
— Το φαγητό είναι λίγο στεγνό. Η μητέρα μου το κάνει αφράτο και συνάμα μαλακό.
Ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται αυτό.
Μάλλον υπάρχει μια ειδική μαγεία, προσβάσιμη μόνο στις μητέρες ενήλικων γιων.
Ή:
— Λίγο αλάτι.
— Βάλε.
— Κάθισα ήδη.
Ο άνθρωπος είχε τακτοποιηθεί στο τραπέζι.
Άρα όλος ο κόσμος πρέπει να προσαρμοστεί.
Σηκωνόμουν.
Έφερνα αλάτι.
Μετά ψωμί.
Μετά τσάι.
Μετά το τηλεκοντρόλ, που ήταν κυριολεκτικά μισό μέτρο από αυτόν.
— Ελένη, εσύ είσαι πιο κοντά.
Όλα ήταν πιο κοντά σε μένα.
Η κουζίνα.
Το μπάνιο.
Η δουλειά.
Μάλλον ακόμα και η άλλη ζωή θα ήταν πιο κοντά σε μένα.
Σιγά σιγά άρχισα να κουράζομαι.
Όχι μόνο σωματικά, αν και κι αυτό.
Γύριζα σπίτι από τη δουλειά, έβγαζα τα παπούτσια μου και ονειρευόμουν έστω πέντε λεπτά ησυχίας.
Μόνο πέντε.
Αλλά από το δωμάτιο ακουγόταν αμέσως:
— Τι άργησες; Πεινάω.
Όχι:
— Κουράστηκες;
Όχι:
— Να σου βάλω ένα τσάι;
Απλώς:
— Πεινάω.
Τα πιάτα τα έπλενα πάντα εγώ.
Ο Γιώργος είχε μια ιδιαίτερη αλλεργία: στον νεροχύτη.
Μόλις έβλεπε βρώμικα πιάτα, θυμόταν αμέσως την πονεμένη πλάτη του.
— Θα βοηθούσα, αλλά ξέρεις…
Ναι, τα ήξερα όλα.
Ποια χάπια έπαιρνε το πρωί.
Ποιο λουκάνικο προτιμούσε.
Ότι στη μητέρα του δεν πρέπει να βάζει κρεμμύδι.
Ότι ο ίδιος δεν πρέπει να σηκώνει βάρη, να ξυπνάει νωρίς, να κοιμάται αργά, να καθαρίζει το μπάνιο και να βγάζει σκουπίδια χωρίς υπενθύμιση.
Αλλά τι άρεσε σε μένα — κανείς ποτέ δεν ρώτησε.
Κάποτε πρότεινα να μοιραζόμαστε τα έξοδα στη μέση.
Ξαφνιάστηκε:
— Τι σημαίνει στη μέση; Εγώ έχω μικρότερο μισθό.
— Το καταλαβαίνω.
— Τότε γιατί με πιέζεις;
Έτσι.
Δεν ζητούσα διαμάντια ή ακριβά δώρα.
Απλώς πρότεινα να πληρώνουμε μαζί τα τρόφιμα και τους λογαριασμούς.
Και έγινα αμέσως γυναίκα που πιέζει.
Εκείνο το βράδυ τηλεφώνησε στη μητέρα του.
Επίτηδες έβαλε ανοιχτή ακρόαση.
Αφού τον άκουσε, η Βαλεντίνα είπε ψυχρά:
— Ελένη, θέλετε να κάνετε τον γιο μου ενοικιαστή;
Στεκόμουν στην κουζίνα και ανακάτευα τα μακαρόνια.
Πολύ ήθελα να απαντήσω:
«Οι ενοικιαστές τουλάχιστον πληρώνουν για τη διαμονή τους».
Αλλά σώπασα.
Προς το παρόν.
Αργότερα ο Γιώργος βρήκε καινούργια δουλειά.
Ο μισθός ανέβηκε.
Αλλά εμφανίστηκαν καθημερινά πουκάμισα.
Λευκά.
Γαλάζια.
Ριγέ.
Και όλα χρειάζονταν σιδέρωμα.
Τις πρώτες εβδομάδες το έκανα μετά τη δουλειά.
Μετά το δείπνο.
Μετά το καθάρισμα.
Στεκόμουν μπροστά στη σιδερώστρα, ενώ στο δωμάτιο έπαιζε η τηλεόραση κι ο Γιώργος ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ.
— Το μανίκι δεν σιδερώθηκε καλά.
— Γιώργο, μια ώρα το κάνω.
— Μα δεν το ζητάω για μένα. Πρέπει να πάω στη δουλειά.
Την επόμενη μέρα, χωρίς προειδοποίηση, εμφανίστηκε η Βαλεντίνα.
Έφερε στον γιο της τυροπιτάκια και τα ακούμπησε στο τραπέζι επιδεικτικά, σαν να έλεγε:
«Να πώς μοιάζει το κανονικό φαγητό».
Κι εγώ εκείνη τη στιγμή έκοβα σαλάτα.
Μετά ήρθε εκείνη η Πέμπτη.
Η πιο βαριά απ’ όλες.
Γύρισα σπίτι σχεδόν στις εννιά το βράδυ.
Στην τσάντα είχα μήλα και γιαούρτι — για μένα.
Ανοίγω την πόρτα και βλέπω τη Βαλεντίνα στην κουζίνα μου.
Με τη ρόμπα μου.
Εκείνη τη γαλάζια, μαλακή ρόμπα με την τσέπη, όπου πάντα έβαζα τα γυαλιά μου.
Δίπλα ήταν πέντε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ένα σίδερο.
Από το δωμάτιο βγήκε ο Γιώργος.
— Πρέπει να συζητήσουμε ένα θέμα.
Εγώ έβγαζα αργά τις μπότες μου.
Γιατί αν το έκανα γρήγορα, μία απ’ αυτές μπορούσε να καταλήξει στο κεφάλι κάποιου.
Αλλά είμαι γυναίκα καλοαναθρεμμένη.
Μερικές φορές αυτό δυσκολεύει πολύ τη ζωή.
— Αύριο πρέπει να είμαι στο γραφείο στις οκτώ, — είπε ο Γιώργος. — Δεν έχω χρόνο να σιδερώσω.
— Τότε σιδέρωσε τώρα.
— Κουράστηκα.
Κοίταξα τον καναπέ.
Το πιάτο με τα ψίχουλα.
Τη μητέρα του με τη ρόμπα μου.
Το σίδερο.
Και τότε είπε εντελώς ήρεμα:
— Αν δεν προλαβαίνεις το βράδυ, σήκω στις πέντε το πρωί και σιδέρωσε τα πουκάμισά μου. Αυτό είναι καθήκον της γυναίκας.
Και ξαφνικά είδα όλη την εικόνα από έξω.
Μια γυναίκα πενήντα τεσσάρων χρονών στέκεται στο δικό της σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα δουλειάς.
Μπροστά της ένας άντρας που ζει εδώ σχεδόν δωρεάν και τρέφεται με δικά της έξοδα.
Και δίπλα η μητέρα του, ντυμένη με τη ρόμπα της, της εξηγεί πώς πρέπει να είναι μια πραγματική γυναίκα.
Εγώ έφυγα σιωπηλά για το δωμάτιο.
Έβγαλα από την ντουλάπα εκείνες τις δύο τσάντες με τις οποίες είχε έρθει πριν τέσσερα χρόνια.
Τις τοποθέτησα στο χολ.
Και είπα ήρεμα:
— Μάζεψε τα πράγματά σου.
Ήταν σίγουρος ότι θα κλαίγα.
Ότι θα φοβόμουν.
Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ το νόμιζα.
Σε τέσσερα χρόνια ο άνθρωπος φυτρώνει μέσα στη ζωή σου.
Ακόμα κι αν μοιάζει με ζιζάνιο, το να το ξεριζώσεις πονάει.
Αλλά εγώ στεκόμουν σιωπηλή.
Μετά δεν ήταν εύκολο.
Το χέρι μου πήγαινε αυτόματα να βάλει δεύτερο πιάτο.
Στο σούπερ μάρκετ έπαιρνα μηχανικά το αγαπημένο του τυρί, μετά το επέστρεφα στο ράφι.
Το πιο δύσκολο δεν ήταν να τον νοσταλγήσω, αλλά να σταματήσω να κατηγορώ τον εαυτό μου.
Ποιος με θέλει με τις κονσέρβες μου στο μπαλκόνι, τη συνήθεια να βλέπω σειρές τυλιγμένη με μια κουβέρτα, και την ηλικία μου πάνω από πενήντα;
Αλλά μια μέρα γύρισα σπίτι, άναψα το φως και ξαφνικά κατάλαβα:
Εγώ χρειάζομαι τον εαυτό μου.
Κοινότοπο;
Ίσως.
Αλλά εκείνη τη στιγμή το ένιωσα πραγματικά.
Όχι ως νοικοκυρά.
Όχι ως υπηρετικό προσωπικό.
Όχι ως εξάρτημα ενός άντρα.
Απλώς ως Ελένη.
Ένα μήνα αργότερα, ο Γιώργος ξαναήρθε.
Με τρία ελαφρώς μαραμένα τριαντάφυλλα.
Μάλλον φαίνονταν το ίδιο κουρασμένα όσο κι οι δυο μας.
Άνοιξα την πόρτα, αλλά δεν έβγαλα την αλυσίδα.
— Ελένη, δεν μπορώ χωρίς εσένα.
— Δεν θέλω να τα ξαναφέρουμε πίσω, — απάντησα ήρεμα.
— Καθόλου;
— Καθόλου.
Στάθηκε λίγο ακόμα στο πλατύσκαλο.
Κι ύστερα έφυγε σιωπηλός.







