Ο Άργος δεν κλαψούρισε όταν ο αφέντης γύρισε προς την έξοδο. Απλώς ακούμπισε το ρύγχος του στα πόδια του και έκλεισε τα μάτια, λες και ήξερε από καιρό πώς θα τέλειωνε αυτό το ταξίδι.
Στο γκισέ της υποδοχής, ο Δημήτρης ξεκούμπωνε το καραμπίνερ του λουριού. Τα δάχτυλά του κινούνταν γρήγορα. Έτσι βγάζει κανείς το ρολόι πριν από το ντους: χωρίς σκέψη, χωρίς παύση.
— Δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι με ένα γέρικο σκυλί, είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια. — Τα πίσω πόδια μετά βίας τον κρατάνε. Να το κοιμίσετε. Ή στο καταφύγιο.
Τα γυαλιά στην αλυσίδα κουνήθηκαν όταν η κυρία Λυδία Παπαδοπούλου γύρισε το κεφάλι προς τον σκύλο. Κόκκινος. Μεγαλόσωμος. Άσπρισμα στο ρύγχος και σκισμένο αριστερό αυτί. Ο Άργος ήταν ξαπλωμένος στα πόδια του αφέντη, κι η ουρά του δεν κουνιόταν.
— Είστε σίγουρος;
Το λουρί έπεσε πάνω στο γκισέ. Δέρμα φθαρμένο, αγκράφα μεταλλική γεμάτη γρατσουνιές.
— Σίγουρος, ο Δημήτρης ανασήκωσε τον ώμο. — Παντρεύτηκα. Η γυναίκα μου, ξέρεις… αλλεργία. Καινούργιο σπίτι, φρέσκια ανακαίνιση. Αυτός μαδάει. Κοντολογίς, δεν έχω χρόνο.
Τη λέξη «χρόνο» την είπε λίγο πιο γρήγορα από τις άλλες. Δύο συλλαβές, σαν να τις είχε προβάρει στο αμάξι στον δρόμο για εδώ.
Δεν έσκυψε. Δεν χάιδεψε τον σκύλο στον αυχένα. Ούτε κοίταξε κάτω. Γύρισε, έσπρωξε τη γυάλινη πόρτα και βγήκε. Η μυρωδιά βενζίνης και βρεγμένου Νοέμβρη μπήκε στον διάδρομο για μια στιγμή, κι έπειτα η πόρτα χτύπησε, κι έγινε σιωπή.
Ο Άργος σήκωσε το κεφάλι.
Κοίταξε την πόρτα. Την κυρία Λυδία. Πάλι την πόρτα. Τα ρουθούνια του τρεμούλιασαν, ρουφώντας τη μυρωδιά που έφευγε. Το τζάμι δεν κουνήθηκε. Τα γνώριμα παπούτσια δεν γύρισαν.
Τα γόνατα της Λυδίας έτριξαν όταν έσκυψε δίπλα του.
— Έλα, γέρο μου. Να δούμε τι γίνεται.
Κάτω από την παλάμη το τρίχωμα ήταν σκληρό και ζεστό. Μύριζε όπως μυρίζουν τα σκυλιά που κοιμήθηκαν χρόνια στο ίδιο σημείο στον διάδρομο, πάνω σε μια παλιά κουβέρτα. Σκόνη. Σπίτι.
Τα πίσω πόδια ήταν χάλια. Αρθρίτιδα, πρησμένες αρθρώσεις. Ο σκύλος σηκώθηκε με δυσκολία, κουτσαίνοντας, σαν να κουβαλούσε ένα αόρατο σακί στην πλάτη. Αλλά σηκώθηκε μόνος.
Η Λυδία ψηλάφησε τα πλευρά, σήκωσε το χείλος, έλεγξε τα δόντια. Η καρδιά χτυπούσε σταθερά, τα μάτια καθαρά. Για την ηλικία του, ο σκύλος κρατιόταν γερά: μπορούσε να περπατήσει, να φάει, να χώσει το ρύγχος του στα γόνατα. Και να περιμένει στην πόρτα.
Το περίμενε ήξερε. Το είχε συνηθίσει.
Στο κολάρο κρεμόταν μια μεταλλική ταμπέλα γεμάτη γρατσουνιές. Η Λυδία την έγειρε στο φως. Δύο αριθμοί τηλεφώνου. Ο ένας είχε γραμμένο «Δημήτρης». Ο δεύτερος, από κάτω, πιο μικρός, σχεδόν σβησμένος: «Δέσποινα».
Ο πρώτος αριθμός δεν απάντησε. Πέντε χτυπήματα, έξι, εφτά. Μη διαθέσιμος.
Ο Άργος ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα του γραφείου, το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια. Η λάμπα φθορίου αναβόσβηνε από πάνω του με ένα σιγανό τρίξιμο, κι η σκιά του κόκκινου σώματος άλλοτε φαινόταν στο γκρι λινόλεουμ κι άλλοτε χανόταν. Λες κι ο σκύλος είχε ήδη μισοεξαφανιστεί.
Το δάχτυλο αιωρήθηκε πάνω από τον δεύτερο αριθμό. Μετά η Λυδία πάτησε κλήση.
Το τηλέφωνο σηκώθηκε στο τρίτο χτύπημα.
— Παρακαλώ;
Φωνή νεανική, λίγο βραχνή, με μια παύση πριν από τη λέξη. Έτσι απαντούν άνθρωποι που δεν περιμένουν κλήσεις από αγνώστους, αλλά σηκώνουν το ακουστικό γιατί φοβούνται μη χάσουν κάτι σημαντικό.
— Γεια σας. Κτηνιατρείο «Ελπίς». Με λένε Λυδία Παπαδοπούλου. Είστε η Δέσποινα;
Παύση. Σύντομη, αλλά πυκνή, σαν να είχε πέσει κάτι στον βυθό.
— Ναι. Τι συνέβη;
— Έχουμε εδώ τον σκύλο σας. Τον Άργο. Κόκκινος, μεγαλόσωμος, σκισμένο αριστερό αυτί. Τον έφερε ένας άντρας. Ο Δημήτρης. Και τον άφησε.
— Πώς τον άφησε;
— Αρνήθηκε να τον πάρει. Είπε ότι δεν έχει χρόνο.
Στην άλλη γραμμή έγινε σιωπή. Η Λυδία άκουγε την αναπνοή και τον θόρυβο του δρόμου. Κάπου μακριά χτύπησε ένα λεωφορείο. Μετά ακούστηκε ένας ήχος σαν αυτόν που κάνει κάποιος όταν βάζει το χέρι στο στόμα του.
— Είναι ζωντανός; — η φωνή έγινε λεπτή, σαν κλωστή που την τραβάς.
— Ζωντανός. Αρθρίτιδα στα πίσω πόδια, αλλά η κατάσταση είναι σταθερή. Χρειάζεται μια σειρά ενέσεων και κάποιον δίπλα του. Δεν είναι καταδίκη.
— Θα έρθω. Στείλτε μου τη διεύθυνση. Έρχομαι τώρα.
Η γραμμή έκλεισε. Η Λυδία κράτησε το ακουστικό για μια στιγμή, ακούγοντας τη σιωπή. Έπειτα κοίταξε τον Άργο. Εκείνος δεν κουνήθηκε. Μόνο η ουρά του τρεμούλιασε μια φορά, ελάχιστα, όπως στο όνειρο όταν βλέπεις κάτι ωραίο και μετά δεν μπορείς να θυμηθείς τι.
Από το βοηθητικό δωμάτιο έφερε μια λεκάνη με νερό. Την έβαλε δίπλα στο ρύγχος. Ο Άργος άπλωσε τον λαιμό, ήπιε μια, δύο γουλιές, και μια σταγόνα κρεμάστηκε στο μουστάκι του. Μετά ξάπλωσε πάλι.
Μια παλιά κουβέρτα από την ντουλάπα μύριζε ναφθαλίνη και ξένες γάτες. Η Λυδία την άπλωσε στη γωνιά του γραφείου, κι ο σκύλος μετακινήθηκε μόνος του, αργά, σέρνοντας τα πίσω πόδια. Μύρισε το ύφασμα. Ξάπλωσε. Έκρυψε τη μύτη του σε μια πτυχή.
Απ’έξω σκοτείνιασε. Τα φώτα του Νοέμβρη άναψαν πριν από τις πέντε, κι ένα υγρό φως απλώθηκε στο τζάμι σαν κίτρινες κηλίδες.
Δύο ώρες αργότερα η γυάλινη πόρτα άνοιξε ξανά. Μπουφάν βρεγμένο, καστανά μαλλιά κολλημένα στο μέτωπο, αθλητικά παπούτσια σκουριασμένα από τις λακκούβες. Η Δέσποινα στάθηκε στο κατώφλι του γραφείου και δεν μπήκε αμέσως.
Στη γωνιά, πάνω στην κουβέρτα, ήταν ξαπλωμένος ο Άργος. Δεν σήκωσε το κεφάλι.
Εκείνη έκανε ένα βήμα. Έπειτα ένα άλλο, πιο αργό, σαν να φοβόταν μην τον τρομάξει. Γονάτισε. Η κουβέρτα σκούρυνε από το βρεγμένο μπουφάν, κι ο αέρας γέμισε βροχή και κρύα άσφαλτο.
Τότε ο σκύλος άνοιξε τα μάτια.
Την κοίταξε για πολλή ώρα, σαν να μην την εμπιστευόταν. Τα ρουθούνια του φούσκωσαν. Η ουρά χτύπησε μια, δύο φορές την κουβέρτα, όλο και πιο γρήγορα. Ο Άργος κλαψούρισε σιγανά και λεπτά, σαν κουταβάκι, κι άπλωσε το ρύγχος του προς το μέρος της. Τα πίσω πόδια γλίστρησαν πάνω στο ύφασμα, κι εκείνος τραβιόταν με τα μπροστινά, χτυπώντας τα νύχια του στο λινόλεουμ.
Η Δέσποινα τον έπιασε κάτω από το στήθος και τον τράβηξε πάνω της. Μια ζεστή γλώσσα γλίστρησε στο μάγουλό της, στο πηγούνι, πάνω από τις αλμυρές βρεγμένες γραμμές που δεν σκούπιζε.
Η Λυδία στεκόταν στην πόρτα. Σιωπηλή. Έβγαλε τα γυαλιά της, τα καθάρισε με την άκρη της μπλούζας, αν και οι φακοί ήταν καθαροί. Τα ξαναφόρεσε.
— Είναι δεκατριών χρονών, είπε η Δέσποινα χωρίς να γυρίσει. Η φωνή της ήταν σαν να είχε κάποιος βάλει κάτι ζεστό και βαρύ πάνω στον λαιμό της. — Ο μπαμπάς τον βρήκε σ’ ένα εργοτάξιο όταν ήμουν έντεκα. Το αυτί τού το είχαν σκίσει τα αδέσποτα. Ο μπαμπάς τον κουβάλησε σπίτι μέσα στο μπουφάν του, σαν μωρό.
Το κόκκινο ρύγχος χώθηκε στην παλάμη της τόσο δυνατά που τα δάχτυλά της άνοιξαν.
— Και τώρα ξαφνικά δεν έχει χρόνο, είπε η Δέσποινα σιγανά, χωρίς θυμό. Έτσι μιλούν για πράγματα που δεν εκπλήσσουν πια, αλλά καίνε κάτω από τα πλευρά.
Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά. Τα έσφιξε, τα έτριψε, σαν να προσπαθούσε να ζεσταθεί, αν και στο γραφείο είχε ζέστη.
— Η αρθρίτιδα θεραπεύεται, μίλησε η Λυδία με ήρεμη, γιατρική φωνή. — Ενέσεις σε σειρά, ειδική τροφή και ζέστη. Να μην μένει μόνος για πολλή ώρα. Δεν είναι απελπιστικό. Απλώς γέρος.
Η Δέσποινα έγνεψε. Σηκώθηκε. Σκούπισε το πρόσωπό της με το μανίκι του βρεγμένου μπουφάν και κοίταξε την κτηνίατρο κατάματα.
— Θα τον πάρω.
— Υπάρχουν συνθήκες;
Τα χείλη της συσπάστηκαν. Δεν ήταν χαμόγελο.
— Γκαρσονιέρα. Δεκαέξι τετραγωνικά. Μια γάτα. Δουλειά οχτώ με έξι. Και κανένας λόγος να τον αφήσω εδώ.
Από τον γάντζο στην πόρτα η Λυδία πήρε το λουρί. Εκείνο ακριβώς, το φθαρμένο, με την αγκράφα γεμάτη γρατσουνιές. Η Δέσποινα το πήρε, και τα δάχτυλά της έσφιξαν πάνω στο παλιό δέρμα σαν να κρατούσαν ένα χέρι, κι όχι ένα λουράκι.
Το καραμπίνερ έκλεισε πάνω στο κολάρο. Ο Άργος στεκόταν, ταλαντευόμενος, τα πίσω πόδια να τρέμουν, αλλά η ουρά του κουνιόταν από τη μία μεριά στην άλλη. Το σκισμένο αριστερό αυτί τρεμόπαιζε.
— Έλα, Αργάκη μου. Έλα.
Εκείνος έκανε ένα βήμα. Αργά, άνισα, γέρνοντας δεξιά. Έφτασε στο κατώφλι και σταμάτησε. Γύρισε και κοίταξε το γραφείο, την κουβέρτα, τη λάμπα που αναβόσβηνε.
Ύστερα κοίταξε τη Δέσποινα. Και την ακολούθησε.
Στην έξοδο εκείνη σταμάτησε. Έξω ψιχάλιζε, μύριζε βρεγμένη άσφαλτος και πεσμένα φύλλα. Ο Άργος ανάσαινε βαριά, ατμός έβγαινε από το στόμα του, και η ψιλή βροχή κάθιζε στο κόκκινο τρίχωμά του σαν ασημένια σκόνη.
Ως το αμάξι ήταν εκατό μέτρα. Για άρρωστα πόδια, ήταν ένας ολόκληρος χιλιόμετρο.
Η Δέσποινα έσκυψε, έπιασε τον σκύλο κάτω από το στήθος και τα πίσω πόδια. Βαρύς. Ζεστός. Τρέμει ολόκληρος. Σηκώθηκε, τον έσφιξε πάνω της, κι ο Άργος έβαλε το ρύγχος του στον λαιμό της. Βρεγμένο, ζεστό ρύγχος που μύριζε σκύλο και το παλιό σπίτι, απ’ όπου τον είχαν πάει το πρωί για πάντα.
Το μπουφάν βράχηκε ως μέσα. Τα χέρια της καιγόντουσαν από το βάρος. Τα γόνατά της λύγιζαν στη γλιστερή άσφαλτο. Αλλά ούτε μια φορά δεν σταμάτησε.
Η Λυδία την κοίταζε από το παράθυρο. Η λάμπα πίσω της αναβόσβησε, έσβησε κι άναψε ξανά.
Πάνω στο γκισέ ήταν ένα χαρτόνι. «Άργος, μικτό, 13 ετών. Ιδιοκτήτης: Δημήτρης». Η λέξη «Δημήτρης» ήταν διαγραμμένη. Από κάτω, με μικρά καθαρά γράμματα: «Δέσποινα».
Μια βδομάδα αργότερα, το τηλέφωνο της Λυδίας χτύπησε με μια φωτογραφία. Ο Άργος ήταν ξαπλωμένος σε μια καρό κουβέρτα, κι δίπλα του καθόταν μια ριγέ γκρίζα γάτα κι έγλειφε το κόκκινο σκισμένο αυτί. Το μούτρο του σκύλου ήταν ήρεμο. Μάτια κλειστά, ουρά απλωμένη πάνω στο ύφασμα. Έτσι κοιμούνται τα σκυλιά που δεν χρειάζεται πια να περιμένουν στην πόρτα.
Η λεζάντα ήταν σύντομη: «Δεν έχει χρόνο αυτός. Εμείς βρήκαμε».
Το λουρί το είχε αγοράσει καινούργιο, μπλε, με μαλακή λαβή.
Και το παλιό είχε μείνει κρεμασμένο, να μυρίζει από το προηγούμενο σπίτι και από τον άνθρωπο που δεν είχε πια χρόνο.







