Στο χωριό του Δημήτρη όλοι τον ξέρουν. Και όχι γιατί είναι η ψυχή των ντόπιων ή γενναιόδωρος ευεργέτης, απλά το μεγάλο κτήμα του φαίνεται από μακριά, στην είσοδο του χωριού, και χωρίς αυτόν λίγα πράγματα αποφασίζονται. Ο Δημήτρης είναι άντρας βαρύς, τραχύς, με μάτια συνέχεια κόκκινα που τον τελευταίο καιρό κοιτάζουν πιο ύπουλα.
Η γυναίκα του, η Ελένη, είναι από εκείνες τις γυναίκες που μπαίνουν στο σπίτι σαν αχτίδα φωτός. Στα είκοσι έξι της μοιάζει ακόμα κοριτσάκι, ξανθά μαλλιά σε πλεξούδα, φωνή ήσυχη, χαμόγελο δειλό. Είναι πολύ μικρότερη από τον Δημήτρη, και όλο το χωριό τότε μόνο γι’ αυτό κουβέντιαζε:
— Γιατί πήγε μια τόσο νέα πίσω από έναν γέρο;
Ο λόγος είναι απλός: η μάνα της Ελένης, χήρα με μίζερη σύνταξη, ανάσανε με ανακούφιση όταν ο Δημήτρης έστειλε προξενητές.
— Κόρη μου, δε θα σου λείψει τίποτα. Έχει χωράφια, εργάτες, γερή στέγη, φαΐ, άνεση. Δε θα τρέμουμε για πάντα στην παράγκα.
Η Ελένη δεν μίλησε. Ποτέ δεν συνήθιζε να διαφωνεί. Παντρεύτηκε και στην αρχή η ζωή όντως καλυτέρεψε. Ο Δημήτρης τη φέρεται ανεκτικά, καμιά φορά και γλυκά. Το σπίτι είναι γεμάτο αγαθά. Οι εργάτες, εφτά άγαμοι, μαζί με οικογενειάρχες από διπλανά χωριά, μένουν σε ένα μακρόστενο ξύλινο σπίτι στο κτήμα. Ο Δημήτρης τους πληρώνει στην ώρα τους, δε χρωστάει, τους ταΐζει από κοινό τσουκάλι. Οι άντρες είναι ευχαριστημένοι: δουλεύουν, δε γκρινιάζουν, ο μάστορας είναι δικός τους άνθρωπος, η γη δικιά τους. Βασικά, όχι δικιά τους, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια.
Τη λεπτομέρεια αυτή την ξέρουν ελάχιστοι. Το οικόπεδο που πατάει το κτήμα, ο Δημήτρης δεν το έχει κάνει ιδιοκτησία του, όπως πρέπει. Τα τακτοποίησε με γνωριμίες στην νομαρχία, ένα χαρτί με υπογραφή του αρμόδιου, και προφορική συμφωνία με τον πρόεδρο της κοινότητας.
Τυπικά, η γη λογαριάζεται αγροτική, ανήκει σε άγνωστο, στην ουσία ο Δημήτρης τη νέμεται σαν αφέντης. Τους φόρους όμως τους πληρώνει όπως όπως, άλλο το σβήνει με μετρητά σε γνωστούς υπαλλήλους, άλλο απλώς το αγνοεί.
— Μήπως και δεν έρθουν, ποιος νοιάζεται; — λέει συχνά, χτυπώντας την τσέπη.
Αλλά κάτι έσπασε μέσα του τους τελευταίους έξι μήνες. Πρώτα σιγά, ύστερα άρχισε να πίνει: πρώτα τα βράδια, μετά το μεσημέρι, και στο τέλος έβρισκε αφορμή για ένα τσίπουρο από το πρωί. Οι δουλειές πήγαν στραβά: έχασε προθεσμίες, αγόρασε κακή τροφή για τα ζώα, τσακώθηκε με προμηθευτές. Οι εργάτες στην αρχή σώπαιναν, ύστερα άρχισαν να γκρινιάζουν.
— Δημήτρη, πότε θα πληρωθούμε; Δύο μήνες μας χρωστάς, — τόλμησε να ρωτήσει ο γέρος Γιώργος, που δούλευε πέντε χρόνια.
— Εσύ, — γρύλισε ο Δημήτρης, γεμίζοντας το ποτήρι. — Ντροπή σου! Σου δίνω στέγη, φαΐ, κι εσύ… Περίμενε!
Τον πρώτο μήνα οι εργάτες υπέμειναν. Τον δεύτερο επίσης, αλλά άρχισαν να λένε πως πρέπει να φύγουν. Πού όμως, όταν η δουλειά είναι στο κτήμα, και ο μισθός χρωστιέται δύο μήνες; Κι ο χειμώνας είναι σε ένα μήνα, τα χωριά γύρω απόμερα, δουλειά πουθενά.
Η Ελένη τα βλέπει όλα. Ακούει τη νύχτα τους εργάτες να φωνάζουν όλοι μαζί στο παραπήγμα. Βλέπει τον άντρα της να γυρνά θυμωμένος, με το πρόσωπο στραβωμένο, και πρώτο πράγμα να ψάχνει στο ντουλάπι το μπουκάλι. Προσπάθησε να μεσολαβήσει. Ήσυχα, γυναικεία:
— Δημήτρη, μήπως να δώσεις στα παιδιά τα λεφτά; Δουλεύουν…
— Σκάσε, — της φωνάζει. — Εσύ ποια είσαι για να μου δίνεις οδηγίες, αχάριστη; Εγώ σε τράβηξα απ’ το χαντάκι, σε ντύνω, σε ταΐζω, κι εσύ;
Η Ελένη παγώνει, σαν λαγός μπροστά στο φίδι. Κι όταν αυτός κοιμάται, σκουπίζει τα δάκρυα και πάει στο στάβλο να ελέγξει αν ταΐσανε τα ζώα. Γιατί οι εργάτες θυμωμένοι κι αγριεμένοι άρχισαν να κάνουν κολπάκια. Τα πρόβατα κάτω- ταϊσμένα, οι αγελάδες άρμεγμα μισό.
— Γιατί τον προστατεύεις; — τη ρώτησε κάποτε ο Γιώργος, όταν εκείνη άρμεξε για εκείνον δύο αγελάδες σιωπηλά. — Φύγε, κοπέλα μου, πριν να ‘ναι αργά.
— Πού να πάω, αυτός είναι άντρας μου, — ψιθύρισε η Ελένη. — Η μάνα μου δε θα με πάρει πίσω, ντροπή. Κι αυτός… δεν ήταν πάντα έτσι. Παλιά ήταν αλλιώς.
— Παλιά, — γέλασε ο Γιώργος. — Παλιά το γρασίδι ήταν πιο πράσινο. Τώρα έχει γίνει ζώο, και μας τραβάει μαζί.
Εκείνο το βράδυ ο Δημήτρης ήπιε πιο πολύ. Βγήκε στο κατώφλι, τρικλίζοντας, φώναζε πως είναι βασιλιάς και θεός. Ύστερα πήγε στο παραπήγμα των εργατών «να βάλει τάξη». Η Ελένη κάθεται στην κουζίνα, σφίγγοντας μια κούπα με κρύο τσάι, κι ακούει τον άντρα της να μπουκάρει στην ξένη πόρτα, να βρίζει, κι από μέσα κάποιος, είτε ο Γιώργος είτε ο νεαρός Παναγιώτης, να φωνάζει πίσω.
Απέξω ψιχαλίζει αργά το φθινοπωρινό βροχερό βράδυ. Στο κτήμα σβήνουν τα φώτα. Κάπου στην επαρχία, σ’ ένα ζεστό γραφείο, υπάρχει ένας φάκελος με καθυστερημένες πληρωμές και αταξινόμητη γη, και κάποιος ήδη τρέχει το δάχτυλο πάνω στο όνομα του Δημήτρη.
Μα ο Δημήτρης δεν το ξέρει. Είναι πολύ απασχολημένος να γκρεμίζει τη ζωή του τούβλο τούβλο, ποτήρι το ποτήρι, καβγά τον καβγά. Η Ελένη κάθεται ακόμα στο σκοτάδι, σκεπτόμενη πόσο δύσκολο είναι να είσαι καλός, όταν εκείνος που προσπαθείς να σώσεις δεν θέλει καν να τον σώσουν.
Εκείνη τη νύχτα ο αέρας ουρλιάζει γύρω από τα λεπτά τοιχώματα του μικρού σπιτιού στο δάσος. Η Ελένη δεν κοιμάται, κοιτάζει το παράθυρο απ’ όπου μπαίνει θολό φεγγαρόφωτο. Βγαίνει έξω, στέκεται στο κατώφλι, φορώντας ένα μπουφάν. Ξαφνικά κάποιος από πίσω τη σκεπάζει με το χέρι στο στόμα, την αρπάζει και την τραβάει κάπου. Τρομάζει.
Όταν συνέρχεται, τα χέρια της τρέμουν, όχι από κρύο, απ’ το φόβο που σιγά σιγά δίνει θέση στην έκπληξη. Βλέπει τον Νίκο, τον εργάτη τους, γεροδεμένο και όμορφο άντρα. Ο Νίκος δεν της κάνει τίποτα κακό.
Την κουβάλησε σε ένα καλύβι, τραχιά αλλά σχεδόν προσεκτικά, όπως κουβαλά κανείς ένα εύθραυστο πράγμα. Κλείδωσε την πόρτα, κι εκείνη ακούει να ασχολείται από έξω, να φτιάχνει κάτι, να ελέγχει. Έπειτα σιωπή. Ούτε ανάσα, μάλλον στέκεται κάτω απ’ την πόρτα και ακούει μήπως κλαίει.
Η Ελένη δεν κλαίει. Καταλαβαίνει ξαφνικά πως σε αυτήν την αιχμαλωσία, στο δασάκι με χωμάτινο πάτωμα και ξυλόσομπα, αναπνέει πιο ελεύθερα απ’ ό,τι στο δικό της σπίτι. Το πρωί ο Νίκος φέρνει ψωμί, λαρδί, ένα ποτήρι γάλα. Αφήνει το δεματάκι στο τραπέζι, σιωπηλός, και μόλις ετοιμάζεται να φύγει η Ελένη τον ρωτάει:
— Γιατί το ‘κανες αυτό, Νίκο;
Εκείνος παγώνει στην πόρτα. Πλατύς, κοντός, με χέρια γεμάτα σημάδια από σκοινιά και άχυρα. Το βλέμμα του κάτω από τα φρύδια δεν είναι άγριο, μάλλον κυνηγημένο.
— Ο άντρας σου δεν μας πληρώνει, — λέει βαριά. — Δύο μήνες. Η μάνα μου στο διπλανό χωριό είναι μόνη, η σύνταξή της ψίχουλα. Της είχα υποσχεθεί βοήθεια.
— Και γι’ αυτό με έκλεψες; — ρωτάει η Ελένη ήσυχα.
Ποτέ δεν υψώνει τη φωνή. Τώρα τον κοιτάζει όχι με κατηγορία, αλλά σαν να θέλει να τον καταλάβει. Ο Νίκος σωπαίνει, μετά γυρνάει απότομα:
— Αλήθεια, εσύ θα ‘θελες να ζεις μαζί του; Δε σε βλέπει, σε βρίζει, σε προσβάλλει. Μεθυσμένος χάλια. Φωνές, βρισιές, ξύλο… Τον άκουσα το περασμένο Σάββατο που ούρλιαζε στην κουζίνα. Είχα βγει για τσιγάρο, όλα τα άκουσα.
Εκείνη χλόμιασε. Έσκυψε τα μάτια.
— Δεν είναι δουλειά σου, Νίκο.
— Δική μου είναι, — είπε ξαφνικά σταθερά και προχώρησε ένα βήμα. — Γιατί εγώ… δεν αντέχω να το βλέπω. Πώς μαζεύεσαι σαν μικρό παιδί όταν περνάει. Πώς σωπαίνεις. Κι αυτός… Συγνώμη, κυρά μου, αλλά είναι ζώο.
Η Ελένη σήκωσε τα μάτια. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό κοίταξε κάποιον όχι με φόβο ή ενοχή, αλλά με ζωηρό, αληθινό ενδιαφέρον. Ο Νίκος είναι όμορφος, ζυγωματικά πλατιά, ίσια μύτη, βαρύ σαγόνι με λακκάκι. Και στα λόγια του υπάρχει μια απλότητα, μια παράξενη ζεστασιά που της σφίγγει το στήθος.
— Με… λυπήθηκες;
— Δε λυπάμαι, — συνοφρυώνεται εκείνος. — Εγώ…
Δεν τελειώνει. Πετάγεται έξω, χτυπώντας την πόρτα. Και η κλειδαριά ξανακάνει κλικ. Περνούν τρεις μέρες. Ο Νίκος φέρνει φαγητό, φέρνει ένα καθαρό πανί για πετσέτα, φτιάχνει την εστία της σόμπας, βουλώνει τις ρωγμές στους τοίχους να μην μπαίνει αέρας. Σχεδόν δεν μιλάνε, φοβούνται τις λέξεις. Αλλά ένα βράδυ, καθώς ζεσταίνει νερό να πλύνει τα χέρια της, η Ελένη λέει:
— Ξέρεις, η ζωή με τον Δημήτρη δεν είναι ζάχαρη. Η μάνα μου χαιρόταν που δε θα μου λείψει τίποτα. Και αλήθεια δε μου λείπει τίποτα. Εκτός από ένα.
— Τι; — ρωτάει ο Νίκος.
— Να με κοιτάζει κάποιος σαν άνθρωπο. Όχι σαν έπιπλο. Όχι σαν συμπλήρωμα του κτήματος. Αλλά σαν ζωντανό πλάσμα.
Ο Νίκος μένει ακίνητος με την κατσαρόλα. Την αφήνει στο τραπέζι, κάθεται βαριά απέναντι, στην ξύλινη πάγκα. Ακουμπάει μπροστά του χοντρά χέρια, δάχτυλα σπασμένα, νύχια σπασμένα.
— Σε κοιτάζω, — λέει σιγά. — Από τότε που λυπήθηκες εκείνη την αγελάδα που έμεινε άσπαρτη και πήγες μόνη σου τη νύχτα στο στάβλο. Εγώ σε ακολούθησα, νόμιζα πως τσέκαρες κλέφτη. Κι εσύ απλά… λυπήθηκες. Στάθηκες δίπλα στην αγελάδα, τη χάιδευες και ψιθύριζες γλυκά λόγια. Κανείς δεν σε είδε. Ήσουν μόνη. Και ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό σου. Τότε κατάλαβα πως…
Τα λόγια τελειώνουν. Καταπίνει βαρύ. Η Ελένη τεντώνει το χέρι, αγγίζει τα δάχτυλά του. Εκείνος τινάζεται, αλλά δεν τραβιέται.
— Νίκο, κι αν πληρώσει; Τότε θα με αφήσεις να γυρίσω σ’ αυτόν;
— Δεν ξέρω, — ψιθυρίζει. — Νόμιζα πως πληρώνει, κι εσύ ελεύθερη. Τώρα όμως… δε θέλω.
Εκείνη χαμογελάει πρώτη φορά εδώ και χρόνια, όχι το ευγενικό χαμόγελο που φορούσε στο τραπέζι ή στη γιορτή του χωριού. Αλλά ένα άλλο, κουρασμένο, αληθινό.
— Ούτε εγώ, Νίκο, θέλω να γυρίσω σ’ αυτόν. Ούτε για λεφτά. Ούτε για υποσχέσεις, — κι εκείνος της σφίγγει το χέρι απαλά.
Την τρίτη μέρα ο Δημήτρης βρίσκει ένα γράμμα. Ο Νίκος το έριξε κάτω απ’ την πόρτα του βράδυ. Σύντομο, χωρίς υπογραφή: «Πλήρωσε τους εργάτες δύο μήνες και θα πάρεις τη γυναίκα σου ζωντανή. Αλλιώς να φταις».
Ο Δημήτρης, τρέμοντας από μέθη, τρέχει στο κτήμα. Φωνάζει στους εργάτες, κατηγορεί όλους: τον Γιώργο, τον Παναγιώτη, ακόμα και τον περαστικό Βασίλη. Ο Νίκος στέκεται παράμερα, σκαλίζει το χώμα με την μπότα, το πρόσωπό του πέτρινο. Μόνο τα μάτια του είναι καρφωμένα, σαν λύκου που μυρίζεται παγίδα.
— Πού είναι; — του δείχνει ο Δημήτρης. — Μίλα, Νίκο!
— Και ‘γώ από πού να ξέρω; — απαντάει αδιάφορα. — Μπορεί από τον πόνο να έφυγε.
Ο Δημήτρης τρίζει τα δόντια. Το βράδυ όμως πάει στην επαρχία, σηκώνει σχεδόν όλες τις οικονομίες, και μοιράζει τα χρωστούμενα. Ο Γιώργος μετρά τα λεφτά στην παλάμη, σφυρίζει, και χαμογελάει ικανοποιημένος.
— Καλά, έτσι έπρεπε από καιρό.
Την άλλη μέρα όμως έρχεται γράμμα από την Ελένη. Μικρός, χλωμός γραφικός χαρακτήρας, μολύβι σε γκρι τετράδιο: «Δημήτρη, μη με ψάχνεις. Είμαι ζωντανή και καλά. Είναι αλήθεια, κανείς δε με κρατάει. Έφυγα μόνη μου από σένα, με το θέλημά μου. Δε θα γυρίσω πίσω. Τα λεφτά τα ‘δωσες, μπράβο. Από σένα δε θέλω τίποτα. Ούτε τ’ όνομά σου. Αντίο. Ελένη».
Ο Δημήτρης το διαβάζει τρεις φορές, μετά πίνει ένα ποτήρι τσίπουρο, κατόπιν σπάει το ποτήρι στη γωνία του τραπεζιού και βογκάει, πότε από θυμό, πότε από πίκρα. Τη γυναίκα του δεν την αγαπούσε, αλλά το σπίτι χρειάζεται νοικοκυρά. Οι εργάτες ακούνε το βογγητό και κοιτάζονται.
Η Ελένη κάθεται στο ξύλινο κρεβάτι και ξεδιαλέγει ξερά κλαδιά για φωτιά. Ο Νίκος μπαίνει στο καλύβι το βράδυ. Η κλειδαριά είναι ανοιχτή, εκείνη τράβηξε το μάνταλο μόνη της. Κάθεται στο κρεβάτι, ξεδιαλέγοντας κλαδιά.
— Να, τελείωσε, — λέει αυτός, σταματώντας στο κατώφλι. — Τα ‘δωσε τα λεφτά. Δεν είσαι πια όμηρος.
— Τότε είμαι απλά Ελένη, — σηκώνει τα μάτια της. — Και πια καμιάς γυναίκα.
Ο Νίκος κάνει ένα βήμα, μετά δεύτερο. Κάθεται δίπλα της χωρίς να κοιτάει. Σιωπά πολλή ώρα. Μετά την αγκαλιάζει πρώτη φορά στη ζωή του, όπως αληθινά ήθελε, με πάθος και λαχτάρα.
— Μείνε, — λέει βραχνά, χωμένο στην κορφή του κεφαλιού της. — Όχι εδώ, σ’ αυτό το καλύβι. Θα στήσω άλλο, καινούριο, στο δικό μου χωριό. Θα κρατάμε αγελάδες, όχι στο κτήμα του Δημήτρη, μόνοι μας. Δουλειά ξέρω, δε θα χαθούμε.
Η Ελένη ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο του. Κι εκεί, στο δασύλλιο που μυρίζει ξερό χορτάρι και καπνό, καταλαβαίνει ξαφνικά πως για πρώτη φορά μετά από χρόνια δε φοβάται το αύριο.
Γιατί η ζωή με τον Δημήτρη δεν ήταν ζάχαρη, ήταν άδεια, κρύα, ανυπόφορη. Εδώ, με αυτόν τον σιωπηλό, αδέξιο, καλό άντρα, ακόμα και οι τοίχοι αναπνέουν ζεστασιά.
— Μένω, — ψιθυρίζει. — Μένω, Νίκο.
Απέξω πάλι ψιχαλίζει. Κάπου στο χωριό λαλούν πετεινοί, και το κτήμα του Δημήτρη είναι πολύ κοντά. Τώρα όμως αυτή η απόσταση μοιάζει τεράστια, σαν ανάμεσα στη χτεσινή και τη σημερινή ζωή.
Τους περιμένουν ακόμα πολλά: πεινασμένη άνοιξη, ξένες γλώσσες. Θα χτίσουν σπίτι τούβλο τούβλο, θα μεγαλώσουν παιδιά, θα μάθουν να εμπιστεύονται. Εκείνο το βράδυ όμως κάθονται αγκαλιά στο παλιό ξύλινο κρεβάτι, και κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να τους χωρίσει, ούτε ο χτεσινός αφέντης, ούτε η απληστία, ούτε το ίδιο το βροχερό φθινόπωρο.
Στο κτήμα του Δημήτρη οι εργάτες σκορπίζουν. Άλλος στην πόλη, άλλος στα σπίτια του. Μένουν μόνο αγελάδες, πρόβατα, αταξινόμητη γη και παλιά χρέη. Και σιωπή, όπου όλο και πιο δυνατά ακούγονται βήματα εκείνων που έρχονται για έλεγχο. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.







